Ετικέτες

, , , , ,

Στὴν Ἀντιόχεια ὀνομαστήκαμε γιὰ πρώτη φορὰ «χριστιανοὶ» (Α΄ μέρος)

Μία πολὺ ἐνδιαφέρουσα στιγμὴ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς τῆς Ἀντιόχειας εἶναι ἡ μαρτυρία τοῦ Πράξεων 11:26 ὅτι ἐκεῖ ἀποδόθηκε γιὰ πρώτη φορὰ στοὺς πιστοὺς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁ χαρακτηρισμὸς «χριστιανοί». Ἐπιπλέον, στὴν πόλη αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία ὀνομάσθηκε γιὰ πρώτη φορὰ «χριστιανισμός», ὅπως μαθαίνουμε ἀπὸ τὴν Ἐπιστολὴ ποὺ ἔστειλε ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος στὴν ἐκκλησία τῆς Μαγνησίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.

Πρὶν ἐξετάσουμε τὸ πῶς δόθηκε αὐτὸς ὁ προσδιορισμὸς στὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας θὰ δοῦμε μὲ συντομία πῶς ἀποκαλοῦνταν τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας μέχρι τότε.

Τὰ πρῶτα χρόνια ὁ πιὸ διαδεδομένος χαρακτηρισμὸς ποὺ ἐμφανίζεται στὰ περισσότερα βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης εἶναι «ἅγιοι». Στὰ ἑβραϊκά, μάλιστα, ἡ λέξη ἅγιος συνοδεύεται ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ Ἀδωνάι ὡς μία ἔκφραση «Ἅγιος τῷ Θεῷ». Παραλλαγές της εἶναι τὸ «κλητοὶ ἅγιοι» (Ρωμ. 1:7, Α´ Κορ. 1:2) καὶ τὸ «Θεοῦ ἅγιοι καὶ ἠγαπημένοι» (Κολ. 3:12).

Ἕνας ἄλλος ἰδιαίτερα συχνὸς χαρακτηρισμὸς εἶναι τὸ «ἀδελφοί», τὸ ὁποῖο ἀπαντᾶται πάρα πολλὲς φορὲς στὰ περισσότερα βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης. Χρησιμοποιεῖται ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀποστόλους ὡς προσφώνηση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ὑποδηλώνοντας τὴν ἑνότητά τους. Ἐτυμολογεῖται ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ λέξη γιὰ τὴ μήτρα, «δελφύς», καὶ ἐννοεῖ αὐτοὺς ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν ἴδια μήτρα. Κατ’ ἐπέκταση ἀναφέρεται στοὺς πιστούς, οἱ ὁποῖοι ἀναγεννήθηκαν ἀπὸ τὸ κοινὸ ποτήριο ἐν Χριστῷ καί, πλέον, εἶναι μέλη μίας οἰκογένειας. Ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτὸς ἀποτελεῖ μία διαχρονικὴ προσφώνηση τῶν χριστιανῶν καθὼς τονίζει περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο τὴν αἴσθηση τῆς ἑνότητας τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας μεταξύ τους καὶ μὲ τὸν Χριστό.

codsin4

Ἀποκλειστικὰ στὶς Πράξεις ἐμφανίζεται σὲ τριάντα περιπτώσεις ὁ χαρακτηρισμὸς «μαθηταὶ» ποὺ τονίζει τὴ σχέση τῶν πιστῶν μὲ τὸν Χριστό. Μπορεῖ οἱ ἀπόστολοι νὰ εἶχαν κατηχήσει τὰ περισσότερα μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ὅλοι εἶχαν τὴ συνείδηση ὅτι ἦταν μαθητὲς τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ὁ ὅρος αὐτὸς χρησιμοποιεῖται στὸ συγκεκριμένο βιβλίο, τὸ ὁποῖο ἀναφέρεται συχνὰ στὴν κοινότητα τῶν μαθητῶν-μελῶν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Πρόκειται γιὰ ἔκφραση ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς.

Ἄλλοι ὅροι ποὺ χρησιμοποιοῦνται στὴν Καινὴ Διαθήκη γιὰ νὰ προσδιορίσουν τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι «κλητοὶ» (Ἐπιστολὴ Ἰούδα 1:1), «υἱοὶ Θεοῦ ζῶντος» (Πρὸς Ρωμαίους 9:26), «οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ» (Πρὸς Ἐφεσίους 2:19), «ἠγαπημένοι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ» (Α´ Θεσσαλονικεῖς 1:4) καὶ «ἠγαπημένοι ὑπὸ τοῦ Κυρίου» (Β´ Θεσσαλονικεῖς 2:13) ποὺ δείχνουν τὴν σαφὴ πεποίθηση τῶν πιστῶν ὅτι τοὺς εἶχε ἐκλέξει ὁ Θεός. Οἱ χαρακτηρισμοὶ αὐτοὶ φανερώνουν τὴ βεβαιότητά τους γιὰ τὴν ἀμεσότητα τῆς σχέσης τους μὲ Αὐτὸν καὶ τὴ δυνατότητα νὰ κληρονομήσουν τὴ βασιλεία Του. Ἡ χρήση τους ἀποκαλύπτει ὅτι τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὶς πρῶτες στιγμὲς τῆς ἐπὶ γῆς πορείας της εἶχαν συνείδηση τῆς διακρίσεώς τους ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμό. Αὐτὸ δείχνει καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς «αἵρεση τῶν Ναζωραίων» (Πράξεις 24:5) ποὺ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ Ἰουδαίους γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς καὶ φανερώνει ὅτι ἡ διάκριση τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμὸ ἦταν ἀντιληπτὴ καὶ ἀπὸ τοὺς ἐκτὸς τοῦ σώματός της. Ἐπίσης δείχνει ὅτι τὰ μέλη της ἀποτελοῦσαν ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ μία ἑνιαία ὁμάδα, ἡ ὁποία ἂν καὶ ἀρχικὰ ξεπήδησε ἀπὸ τὸν ἰουδαϊκὸ θρησκευτικὸ χῶρο σύντομα διαφοροποιήθηκε ἀπὸ αὐτόν. Ὁ προσδιορισμὸς αὐτὸς θὰ μποροῦσε νὰ χρησιμοποιηθεῖ καὶ ἀπὸ Ἰουδαίους, καθὼς ἡ παρουσία διαφορετικῶν ὁμάδων στὸν ἰουδαϊκὸ χῶρο ἦταν θεμιτὴ καὶ ἀποδεκτή. Παράλληλα δὲν προσβάλλει τὸ ἰουδαϊκὸ αἴσθημα μὲ τὴ χρήση τοῦ ὅρου «Χριστὸς» ποὺ θὰ ἀποτελοῦσε «κόκκινο πανὶ» γιὰ κάθε πιστὸ Ἰουδαῖο.

Ἐνδιαφέρον ἔχει ἡ φράση τοῦ Ἀπ. Παύλου στὸ χωρίο Ἐφεσίους 3:8, στὴν ὁποία χαρακτηρίζει τὸν ἑαυτό του ὡς τὸν «ἐλαχιστότερο πάντων τῶν ἁγίων». Μία παρόμοια χρήση δὲ θὰ μποροῦσε νὰ γίνει στὶς μέρες μας, καθὼς κανεὶς δὲ θὰ κατέτασσε τὸν ἑαυτό του στὴν χορεία τῶν ἁγίων, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Καινῆς Διαθήκης ὁλόκληρη ἡ πιστεύουσα κοινότητα εἶχε τὴ συνείδηση τῆς συλλογικῆς ἁγιότητας, ἡ ὁποία πήγαζε ἀπὸ τὴ συμμετοχὴ στὸν ἅγιο λαὸ τοῦ Θεοῦ, στὸ ἱερὸ λῆμμα, τὸ ὁποῖο ἦταν φορέας τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ἁγιότητα δὲν ἦταν καρπὸς προσωπικῆς εὐσέβειας οὔτε ἀτομικῆς ἠθικῆς τελείωσης, ἀλλὰ καρπὸς τῆς συμμετοχῆς στὸν χῶρο τῆς χάριτος, στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σῶμα Χριστοῦ καὶ σὲ ὅ,τι αὐτὴ ἀντιπροσώπευε.

Ἕνας σημαντικὸς γιὰ τὰ χρόνια τῆς Καινῆς Διαθήκης χαρακτηρισμὸς ποὺ δὲν χρησιμοποιεῖται πλέον, καὶ γι᾿ αὐτὸ εἶναι ἴσως λίγο δυσνόητος γιὰ ἐμᾶς, εἶναι «οἱ τῆς ὁδοῦ» ποὺ τὸν συναντᾶμε στὶς Πράξεις (9:2, 19:9, 23, 22:4, 24:14, 22) καὶ στὴν Α´ Θεσσαλονικεῖς (3:11). Ἡ προσφώνηση αὐτὴ συνδέεται μὲ τὴν πίστη τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ὅτι πορεύονται ἀπὸ τὴν ἐπίγεια καὶ φθαρτὴ πραγματικότητα σὲ μία ἀνακαινισμένη καὶ ἐξαγιασμένη ζωὴ (Πρ. 16:17, ὅπου χαρακτηρίζεται ὡς «ὁδὸς σωτηρίας»). Ἡ συγκεκριμένη ἔκφραση τονίζει τὴν ἑνότητα τῶν μαθητῶν μεταξύ τους καὶ μὲ τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ὁδοδείκτης καὶ ὁ ὁδηγός τους καὶ προϋποθέτει μία δυναμικὴ κατανόηση τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, καθὼς τονίζει τὴ διαρκὴ πορεία τοῦ χριστιανισμοῦ πρὸς τὴν τελείωση διὰ τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Χριστό. Ἡ κατανόηση αὐτὴ ἦταν ἰδιαίτερα ἔντονη κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες τῆς Ἐκκλησίας ὅταν ἡ ἀναμονὴ τῶν ἐσχάτων ἀποτελοῦσε ἄμεση προσδοκία τῶν πιστῶν. Οἱ μαθητὲς εἶχαν τὴν πεποίθηση ὅτι διαρκῶς βρίσκονται σὲ μία πορεία, ἡ ὁποία τέλος καὶ ὁλοκλήρωση θὰ ἔχει τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Τὸ χωρίο Πράξεων 24:14 ἀποκαλύπτει τὴ διαφορετικὴ προσέγγιση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Ἰουδαίων πρὸς τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Οἱ πιστοὶ αὐτοχαρακτηρίζονταν ὡς «οἱ τῆς ὁδοῦ», ἐνῶ οἱ ἀντίπαλοί τους, στὴ συγκεκριμένη περίπτωση οἱ Ἰουδαῖοι, ἀποκαλοῦσαν τὴν πίστη τους «αἵρεση»: «κατὰ τὴν ὁδὸν ἣν λέγουσιν αἵρεσιν, οὕτως λατρεύω τῷ πατρώῳ Θεῷ πιστεύων πᾶσι τοὶς κατὰ τὸν νόμον καὶ τοῖς ἐν τοῖς προφήταις γεγραμμένοις» λέει ὁ Ἀπ. Παῦλος πρὸς τὸν Ρωμαῖο Ἐπίτροπο τῆς Ἰουδαίας Φήλικα (52-59 μ.Χ.).

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς γιὰ νὰ περιγράψει τὴ χριστιανικὴ κοινότητα τῆς Δαμασκοῦ υἱοθετεῖ τὴν ἔκφραση «οἱ τῆς ὁδοῦ» (Πρ. 9:2).  Ἡ χρήση τῆς ἔννοιας «ὁδὸς» γιὰ τοὺς Ἰουδαίους ἦταν ἰδιαίτερα οἰκεία καὶ σαφής, καθὼς εἶναι πολὺ συνηθισμένη ἤδη ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Δεκάδες φορὲς συσχετίζεται μὲ τὸν Θεό, ὡς «οἱ ὁδοὶ Κυρίου» (Γεν. 18:19), ἐνῶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις ἀναφέρεται στὶς «ὁδοὺς τῶν ἀσεβῶν» (Ἰερ. 12:1), οἱ ὁποῖες πρέπει νὰ ἀποφεύγονται. Σχετικὴ εἶναι ἡ ἔκφραση «ὁδοὶ ἐθνῶν» (Ἰερ. 10:2) ποὺ ὁ προφήτης Ἰερεμίας ταυτίζει μὲ τὴν ἀσέβεια καὶ τὴν παραθεώρηση τοῦ Νόμου. Σὲ ἄλλο σημεῖο (Ἰερ. 25:5) ὁ Θεὸς διὰ τοῦ στόματος τοῦ ἴδιου προφήτη προτρέπει τοὺς Ἰσραηλίτες νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὶς «πονηρὲς ὁδοὺς» καὶ νὰ ἐπιστρέψουν στὴ γῆ ποὺ παραχώρησε στοὺς πατέρες τους.

Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη συναντοῦμε ἐκφράσεις ποὺ ἐντοπίσαμε καὶ στὴν Καινή, ὅπως ὁδὸς «ἀληθείας» (Ψλμ. 118:30) καὶ «δικαιοσύνης» (Παρ. 16:17). Παράλληλα ἐμφανίζονται καὶ ἄλλες, ὅπως «ὁδοὶ ἀμώμων» (Ψλμ. 36:18), «ὁδοὶ εὐθεῖαι» (Δαν. 3:27). Στὴν ἀρχὴ τοῦ 127ου Ψαλμοῦ μακαρίζονται «οἱ πορευόμενοι ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ» μὲ τρόπο ποὺ προσεγγίζει πολὺ τὴ χρήση τῆς ἔκφρασης στὴν Καινὴ Διαθήκη. Ὅπως οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου χαρακτηρίζονται ὡς «οἱ τῆς ὁδοῦ» ἔτσι καὶ ὅσοι τηροῦν τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, ἀκόμη καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, θεωρεῖται ὅτι πορεύονται τὴν ὁδό Του. Μὲ αὐτὴ τὴν προετοιμασία, ἤδη ἀπὸ τὴν προχριστιανικὴ ἐποχή, δὲ θὰ ἦταν παράδοξο γιὰ τοὺς ἐξ Ἰουδαίων πιστοὺς νὰ ἀποδεχθοῦν εὔκολα αὐτὸν τὸν χαρακτηρισμό, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ συνδεόταν εὐθέως μὲ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἔδειχνε τὴν ὑπακοὴ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας στὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτὸς διαμορφώθηκε ἀπὸ τὴ Σάρκωση καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

(Θὰ ἀκολουθήσει Β΄ μέρος μὲ τίτλο

«Τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας «Οἱ ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομα»«)

Advertisements