Ετικέτες

, , , , , ,

Στὴν Ἀντιόχεια ὀνομαστήκαμε γιὰ πρώτη φορὰ «χριστιανοὶ» (Β΄ μέρος)

Σὲ προηγούμενη ἀνάρτησή μας μὲ τίτλο «Πῶς ἀποκαλοῦνται τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας στὴν Καινὴ Διαθήκη. Στὴν Ἀντιόχεια ὀνομαστήκαμε γιὰ πρώτη φορὰ «χριστιανοὶ» (Α΄ μέρος)» ἀναφερθήκαμε σὲ διάφορους προσδιορισμοὺς μὲ τοὺς ὁποίους ἀποκαλοῦσαν τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας στὴν Καινὴ Διαθήκη.

Ἀφήσαμε τελευταῖο τὸν προσδιορισμὸ οἱ «ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομα» ποὺ χρησιμοποιεῖται στὶς Πράξεις (Πρ. 9:14, 21), στὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολὴ (Ρωμ. 10:12), στὴν Α´ Κορινθίους (Α´ Κορ. 1:2) καὶ στὴ Β´ πρὸς Τιμόθεον (Β´ Τιμ. 2:22), διότι φρονοῦμε ὅτι ἀποτελεῖ ἕναν συνδετικὸ κρίκο ἀνάμεσα στοὺς διαφόρους ἄλλους καὶ σὲ αὐτὸν ποὺ τελικὰ ἐπεκράτησε καὶ καθιερώθηκε.

Ὅπως θα δοῦμε στὴ συνέχεια καὶ στὶς τέσσερεις περιπτώσεις ποὺ ἐμφανίζεται στὴν Καινὴ Διαθήκη τὸ ὄνομα ποὺ ἐπικαλοῦνται οἱ «ἐπικαλούμενοι» εἶναι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἐπίκληση αὐτὴ ἀποκαλύπτει ὅτι, ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες στιγμὲς τῆς Ἐκκλησίας, οἱ πιστοὶ εἶχαν σαφὴ συνείδηση τῆς διαφορετικότητάς τους ἀπὸ τὴ συναγωγὴ καὶ ὅτι εἶχαν ἀποκοπεῖ ἀπὸ αὐτή, καθὼς ἐὰν παρέμεναν μέλη της δὲν θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ ἐπικαλοῦνται αὐτὸν ποὺ οἱ ἡγέτες τῆς συναγωγῆς θανάτωσαν ἀτιμωτικά. Αὐτὴ ἡ σαφὴς ἀντίθεση καὶ ἀποκοπή τους ἀπὸ τὴν Συναγωγὴ τοὺς δημιούργησε πολλὰ προβλήματα και προκάλεσε τὸ μένος τῶν ἀρχῶν τοῦ ἰουδαϊσμοῦ, οἱ ὁποῖες μὲ διάφορους ἄμεσους καὶ ἔμμεσους προσπάθησαν νὰ ἀλλοιώσουν τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Ὅσο καὶ ἂν σήμερα μᾶς φαίνεται αὐτονόητο, εἶναι ἰδιαιτέρως σημαντικὸ ὅτι οἱ πιστοὶ δὲν ἐπικαλοῦνταν γενικῶς καὶ ἀορίστως κάποια θεία δύναμη ἀλλὰ τὸν κεχρισμένο καὶ σαρκωμένο Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ἔλευσή Του στὸν κόσμο καὶ τὴν εἴσοδό Του στὴν ἱστορία μεταμόρφωσε τὰ δεδομένα τῆς φθαρτῆς φύσεώς μας, ἀποκαθιστώντας τὴν στὸ ἀρχαῖο κάλλος της καὶ ὁδηγώντας την στὴν ἁγιότητα καὶ στὴ σωτηρία.

Ἡ ἔκφραση αὐτὴ ἀποτελεῖ τὴν πρώτη ἔνδειξη γιὰ χρήση ἑνὸς ὀνόματος, ἐν προκειμένῳ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ὡς προσδιορισμοῦ τῶν πιστῶν καὶ συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν κυριαρχία τοῦ Χριστοῦ στὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, στὴ διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων καὶ στὴν καθημερινὴ λατρευτικὴ πρακτικὴ τῶν πιστῶν. Ὁ Χριστὸς ἀποτελοῦσε τὴ ζωογόνο δύναμη, τὸ κέντρο τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας ποὺ μεταμόρφωσε τὰ πάντα καὶ ἄλλαξε τὴ ροὴ τῆς ἱστορίας καὶ τὴν πορεία τοῦ κόσμου.

Ἡ βεβαιότητα αὐτὴ τῶν πιστῶν (κάθε ἐποχῆς) διαπιστώνεται ἀπὸ τὴ συχνὴ χρήση τοῦ ὀνόματός του στὴ λατρεία καὶ τὴ διδαχή, καθὼς οἱ πρῶτοι χριστιανοί, ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς σήμερα, ἐπικαλούμαστε τὸ ὄνομά Του σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς μας, καλὴ ἢ κακή, ἰδιαιτέρως δὲ κατὰ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ συμμετοχή μας στὴν κοινὴ λατρεία.

Ἀπὸ τὶς τέσσερεις αὐτὲς ἀναφορὲς δὲν μποροῦμε νὰ προσδιορίσουμε ποιὰ ἀκριβῶς μορφὴ τοῦ ὀνόματος χρησιμοποιοῦσαν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ γραμματεία τὴν περιόδου καὶ ὅπως ὑπονοεῖται ἀπὸ τὴν τέταρτη ἀναφορά, πιθανότατα κυριαρχοῦσαν οἱ ἐκφράσεις «κύριος», «Χριστός», «Ἰησοῦς» καὶ συνδυασμοί τους, ὅπως γίνεται καὶ σήμερα.

Οἱ δύο χρήσεις τῆς φράσης αὐτῆς στὸ ἔνατο κεφάλαιο τῶν Πράξεων συνδυάζονται μὲ τὴν πρώτη διήγηση γιὰ τὴ μεταστροφὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Αὐτὸ μᾶς δείχνει ὅτι πρόκειται γιὰ πολὺ πρώιμη ἐπίκληση ποὺ ἦταν σὲ χρήση ἤδη ἀπὸ τὸν πρῶτο-δεύτερο χρόνο τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.

αγ+Παυλος+1

Τὴν πρώτη φορὰ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Ἀνανία γιὰ νὰ διαμαρτυρηθεῖ πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἐντολή Του νὰ ἀναλάβει τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος μόλις εἶχε δεχθεῖ τὴν κλήση ἀπὸ τὸν Χριστό.

Τὴ δεύτερη φορὰ χρησιμοποιεῖται λίγο παρακάτω, μὲ τὴν ἴδια ἔννοια, ἀπὸ τὰ ἄλλα μέλη τῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα μὲ τρόμο καὶ ἔκπληξη ἄκουγαν τὸν ἀπόστολο Παῦλο νὰ κηρύττει τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ μὲ παρρησία στὶς συναγωγὲς τῆς Δαμασκοῦ καὶ ἔλεγαν: «οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ πορθήσας εἰς Ἰερουσαλὴμ τοὺς ἐπικαλουμένους τὸ ὄνομα τοῦτο, καὶ ὧδε εἰς τοῦτο ἐληλύθει ἵνα δεδεμένους αὐτοὺς ἀγάγῃ ἐπὶ τοὺς ἀρχιερεῖς;»

sghfg

Ἡ τρίτη χρήση εἶναι στὸ προοίμιο τῆς Α΄ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολῆς ὅπου τὴν ἔκφραση χρησιμοποιεῖ, κατὰ τὸν χαιρετισμό του, ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γιὰ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου.

Ἡ τελευταία φορὰ ποὺ χρησιμοποιεῖται ἡ ἔκφραση διαφέρει λίγο. Στὴν Β΄ Ἐπιστολὴ πρὸς τὸν μαθητή του τὸν Τιμόθεο ὁ ἀπόστολος Παῦλος χρησιμοποιεῖ τὴ φράση «μετὰ τῶν ἐπικαλουμένων τὸν Κύριον ἐκ καθαρᾶς καρδίας». Σὲ αὐτὴ φαίνεται ξεκάθαρα ὅτι «οἱ ἐπικαλούμενοι» ἐπικαλοῦνται τὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Ἡ ἐπίκληση αὐτὴ προσδιορίζει τὸν χαρακτῆρα τους καὶ ἀποτελεῖ τὸ κύριο καὶ μοναδικὸ διακριτικό τους.

Ἡ ἔκφραση «οἱ ἐπικαλούμενοι τὸν Κύριον» εἶναι πολὺ παλαιά. Πιθανότατα προηγεῖται κατὰ πολλὰ ἔτη τοῦ ὀνόματος «χριστιανοὶ» ποὺ ὄπως θὰ δοῦμε ἀποδόθηκε στὴν Ἀντιόχεια. Οἱ χρήσεις της ἀποκαλύπτουν ἕνα χρονικὸ εὖρος τουλάχιστον 30-35 ἐτῶν: ἡ πρώτη πρέπει νὰ τοποθετηθεῖ γύρω στὸ 32-34 μ.Χ. καὶ ἡ τελευταία (Β΄ Τιμόθεον) στὸ τέλος τοῦ 66 ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 67 μ.Χ., λίγο πρὶν τὸ μαρτύριο τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν. Αὐτὸ μᾶς πείθει ὅτι εἶχε μακρὰ χρονικὴ χρήση, καθὼς ἐξέφραζε μὲ τὸν καλύτερο τρόπο τὴ σχέση τῶν πιστῶν μὲ τὸν Χριστό.

Συνοψίζοντας, μποροῦμε νὰ ἐντοπίσουμε κάποια κοινὰ χαρακτηριστικὰ τῶν διαφόρων προσδιορισμῶν τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, κάποιους ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἴδαμε σὲ προηγούμενη ἀνάρτησή μας, πρὶν ἀπὸ τὴν καθιέρωση τοῦ ὀνόματος «Χριστιανοί»:

1) Σχετίζονται στενὰ μὲ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ ὑπάρχουν σὲ αὐτὴ παράλληλα χωρία, κάποια ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐξαιρετικὰ ἀκριβῆ (ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ τὸν προσδιορισμὸ «μαθηταί»).

2) Ὅπως εἶναι φυσιολογικὸ καὶ ἀναμενόμενο προέρχονται ἀπὸ τὸν εὐρύτερο πνευματικὸ χῶρο τοῦ ἰουδαϊσμοῦ, μέσα στὸν ὁποῖο εἶχαν ἀνδρωθεῖ πνευματικὰ οἱ πρῶτοι πιστοὶ καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖο προέρχονταν ἐθνικὰ καὶ θρησκευτικά.

3) Εἶναι σημαντικὸ ὅτι αὐτοὶ οἱ προσδιορισμοὶ ποὺ μᾶλλον ἀποτελοῦν αὐτοχαρακτηρισμοὺς δὲν ἔχουν συγκρουσιακὸ περιεχόμενο καὶ χαρακτῆρα καὶ δὲν ὑποδηλώνουν ρήξη μὲ τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο, ἀλλὰ ὑπέρβασή του.

4) Χωρὶς νὰ ἀναφέρονται ἄμεσα στὸν Χριστὸ (ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ τὸν τελευταῖο) σαφῶς παραπέμπουν σὲ Αὐτὸν καὶ δείχνουν ὅτι Αὐτὸς εἶναι τὸ κέντρο τῆς πίστεώς τους ὑποδηλώνοντας ταυτόχρονα καὶ τὴ στενὴ σχέση του μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα.

5) Ἡ στενὴ σύνδεση τῶν χαρακτηρισμῶν αὐτῶν μὲ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ οἱ ἄμεσες ἢ ἔμμεσες ἀναφορὲς σὲ αὐτὴ συσχετίζουν τοὺς πιστοὺς μὲ τὸν Θεὸ ὅπως ἀποκαλύφθηκε σὲ αὐτή.

6) Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν χαρακτηρισμὸ «αἵρεση τῶν Ναζωραίων» (ποὺ ἀποδόθηκε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους) προέρχονται ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς πιστούς, οἱ ὁποῖοι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο δείχνουν ὅτι ἀντιλαμβάνονται τὸν ἑαυτό τους ὡς συνέχεια τοῦ παλαιοῦ Ἰσραήλ, ἀλλὰ μὲ ἐντελῶς διαφορετικὲς προϋποθέσεις καὶ μέσα σὲ πλήρως ἀνακαινισμένο καὶ ἀνανεωμένο πλαίσιο.

7) Ἰδιαίτερα συχνοὶ εἶναι κάποιοι χαρακτηρισμοὶ ποὺ τονίζουν τὴν αἴσθηση τῆς ἑνότητας ἀνάμεσα στοὺς πιστοὺς («ἀδελφοί»), τῆς ἁγιότητας τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας («ἅγιοι») καὶ τῆς πορείας ὅλων τῶν πιστῶν πρὸς τὰ ἔσχατα («οἱ τῆς ὁδοῦ»).

Παρόλα αὐτὰ φαίνεται ὅτι αὐτοὶ οἱ τόσο ὄμορφοι καὶ θεολογικὰ θεμελιωμένοι προσδιορισμοὶ δὲν κάλυπταν τοὺς πιστοὺς καὶ τοὺς ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τελικὰ κυριάρχησε ἕνας ἄλλος προσδιορισμὸς γιὰ τὸν ὁποῖο θὰ μιλήσουμε σὲ ἑπόμενη ἀνάρτησή μας μὲ τίτλο «Ἡ ἐτυμολογία τοῦ ὀνόματος Χριστιανοί».

Advertisements