«Η γλώσσα της Καινής Διαθήκης»: μία ενδιαφέρουσα μελέτη

Ετικέτες

, , ,

Ένα από τα τελευταία έργα του Αναπληρωτή Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ Θωμά Αντ. Ιωαννίδη πραγματεύεται το εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα «Η γλώσσα της Καινής Διαθήκης». Ο καλαίσθητος αυτός τόμος εξεδόθη από τις Εκδόσεις «Έννοια» τον Ιούνιο του 2014.

Η δομή του τόμου είναι απλή. Ξεκινά με ένα θεωρητικό κομμάτι, στο οποίο γίνονται αναφορές στη μετάφραση των Εβδομήκοντα (Ο΄), μελετάται η εκφραστική μορφή και η ρητορική δομή των κειμένων της Καινής Διαθήκης, συγκρίνεται η γλώσσα των ιερών κειμένων με τη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας, τονίζονται οι μεταφραστικές δυσκολίες που οφείλονται σε πολιτιστικούς παράγοντες και στο τέλος προσεγγίζεται το θέμα της αποδόσεως στη νέα ελληνική του βιβλίου της Αποκαλύψεως από τον Γιώργο Σεφέρη.

Στο δεύτερο μέρος, πού είναι και το εκτενέστερο, μελετάται η γλώσσα κάθε κειμένου της Καινής Διαθήκης ξεχωριστά, παρουσιάζονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε συγγραφέα και μεταφράζονται περικοπές από όλα τα βιβλία, ενώ έχει προηγηθεί μία άκρως ενδιαφέρουσα γραμματική, συντακτική και λεξιλογική εξομάλυνσή τους.

Πολλές είναι οι αρετές του τόμου: σαφήνεια ύφους, περιεκτικότητα νοημάτων, ρέουσα γλώσσα, λιτή έκφραση . . .

Στηριγμένος σε πλατιά βιβλιογραφική βάση ο συγγραφέας παρουσιάζει με ενδιαφέρουσες αναλύσεις την κοινή γλώσσα της Ελληνιστικής εποχής τονίζοντας την ιδιαίτερη θέση της στην ιστορία του πολιτισμού. Είναι σαφές, όπως σημειώνει, ότι ο προσδιορισμός Ελληνική ή Ελληνιστική γλώσσα δεν σχετίζεται τόσο με την εθνική προέλευσή της, όσο με την ανακαινιστική και μεταμορφωτική δύναμή της. Η ευρύτατη διάδοση του Ελληνικού πνεύματος, μπορεί να κορυφώθηκε την περίοδο των κατακτήσεων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αλλά οφείλεται κυρίως στη δυναμική της Ελληνικής σοφίας, η οποία είχε ως μοχλό ανάπτυξης την ευκαμψία, την πλαστικότητα, την εκφραστική δύναμη και την παιδευτική ισχύ της γλώσσας των φορέων του Ελληνικού πολιτισμού.

Η δύναμη αυτή κυριολεκτικά σάρωσε την Ανατολική Μεσόγειο και τον κόσμο της Εγγύς και Μέσης Ανατολής και δημιούργησε μία αχανή πολιτιστική ενότητα που διήρκεσε αιώνες. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η ευρύτατη διείσδυση της Ελληνικής γλώσσας στον Ιουδαϊκό κόσμο και η επίδραση που άσκησε στην Παλαιά Διαθήκη είτε μέσῳ των βιβλίων της που γράφτηκαν στα ελληνικά είτε λόγῳ της μεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο΄), η οποία όχι μόνο διαδόθηκε όπου υπήρχαν Ιουδαίοι, αλλά κυριάρχησε έναντι της πρωτότυπης Εβραϊκής γλώσσας και χρησιμοποιήθηκε από τον Χριστό και την πρώτη Εκκλησία ως η πλέον πρόσφορη για την ιεραποστολή και την κατήχηση των Ιουδαίων και των εθνών.

Ο καθηγητής Θ. Ιωαννίδης μας καθοδηγεί με σαφήνεια στην πορεία και στην εξέλιξη της Ελληνικής γλώσσας, η οποία, ως γλώσσα της οικουμένης, βοήθησε στην υπέρβαση των εθνικών και θρησκευτικών διαφοροποιήσεων της εποχής αυξάνοντας το επίπεδο της αμοιβαίας κατανοήσεως και της επαφής μεταξύ των λαών, αλλά και της υπερβάσεως των στεγανών ανάμεσα στους πολιτισμούς της εποχής.

Καθίσταται απολύτως σαφές ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να μιλήσουμε για Ιουδαιοελληνική γλώσσα, καθώς τέτοιο μόρφωμα δεν υπήρξε ποτέ. Βέβαια, η χρήση Ελληνικών λέξεων από τους Ιουδαίους της εποχής ήταν τόσο μεγάλη που μπροστά της η σημερινή εξάπλωση και διείσδυση στη ζωή μας της Αγγλικής κυριολεκτικά ωχριά! Το πλήθος των δίγλωσσων ή μόνο Ελληνικών επιγραφών που σώθηκαν από τον 1ο π.Χ. και τον 1ο μ.Χ. αιώνα στην Παλαιστίνη μας πείθουν για το δυναμισμό και το σφρίγος της Ελληνικής κοινής.

Η αντιπαραβολή των κειμένων των αττικιστών συγγραφέων με τα βιβλικά στην οποία προχωρά ο καθηγ. Θ. Ιωαννίδης μας δείχνει ότι η χρήση της γλώσσας του λαού αποτελούσε την άριστη επιλογή για την ιεραποστολή, καθώς δεν πρέπει να λησμονούμε ότι τα ιερά κείμενα δεν γράφτηκαν για να αποτελέσουν το αντικείμενο μελέτης κάποιων επιστημόνων, αλλά αντιθέτως είναι τα εργαλεία για την κατήχηση και την πνευματική πρόοδο του λαού, ή καλύτερα για τη σωτηρία του. Είναι σαφές, και αυτό τονίζεται, στο εν λόγῳ βιβλίο ότι η επιλογή της γλώσσας του λαού έδωσε ώθηση στην ιεραποστολή, δυναμική στο κήρυγμα και αποτελεσματικότητα στην κατήχηση. Η διαπίστωση αυτή πρέπει να αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση από όσους ασχολούνται με το κήρυγμα, την ιεραποστολή και την ποιμαντική. Βέβαια, όπως τονίζει ο συγγραφέας, οι λόγιοι της εποχής την υποτιμούσαν χαρακτηρίζοντας την γλώσσα των «αλιέων», δηλαδή των μη πεπαιδευμένων. Παρόλα αυτά δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν ανθρώπους που δεν είχαν ειδική ρητορική εκπαίδευση να κατακτήσουν την οικουμένη και να αλλάξουν τον κόσμο μας.

Μεγάλη σπουδαιότητα για τη σύγχρονη ποιμαντική, εντός και εκτός Ελλάδος, έχει η ενότητα στην οποία συζητείται το πρόβλημα των μεταφραστικών αστοχιών λόγῳ κοινωνικών και πολιτιστικών διαφορών. Το σημείο αυτό πρέπει να τύχει της προσοχής μας, καθώς πλέον το ποίμνιο, ή το δυνάμει ποίμνιο- στον τόπο μας είναι φορέας εντελώς διαφορετικών παραδόσεων και αναπόφευκτα κατανοεί το ευαγγελικό μήνυμα διαφοροποιούμενο, όλο και περισσότερο, από αυτά που ο μέσος Έλληνας γνωρίζει και κατανοεί. Τα παραδείγματα που παραθέτει ο συγγραφέας μας δίνουν μία ιδέα για την έκταση, αλλά και το βάθος, του προβλήματος, το οποίο για να αντιμετωπιστεί απαιτεί κόπο, γνώσεις, προσευχή και προσήλωση στο έργο.

Οφείλω να ομολογήσω ότι με εντυπωσίασε η συγκριτική παρουσίαση της μεταγραφής που επεχείρησε ο Γιώργος Σεφέρης στην Αποκάλυψη του Ιωάννου με το πρωτότυπο κείμενο, καθώς η μη συνδυαστική ανάγνωση των δύο κειμένων δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να εντοπίσει τις ασάφειες, της αβλεψίες και τα παροράματα του μεταγραφέα. Η προσεκτική παραβολή των δύο κειμένων μπορεί να μας οδηγήσει σε πολύτιμα συμπεράσματα σχετικά με την βελτίωση των μεταφορών των βιβλικών κειμένων σε μία πιο σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας, αλλά και τη μετάφρασή τους σε άλλες γλώσσες με διαφορετική δομή και τρόπο έκφρασης.

Μελετώντας το έργο, πολλές φορές αναρωτήθηκα ποιο από τα δύο μέρη είναι σημαντικότερο: το πρώτο που έχει τη θεωρητική προσέγγιση της γλώσσας όπως το παρουσιάσαμε ήδη, ή το δεύτερο που προχωρεί σε βήμα βήμα ανάλυση μίας σειράς περικοπών . . .

Η ανάλυση αυτή που τελικό σκοπό έχει την επίτευξη της καλύτερης δυνατής μεταφράσεως του κειμένου ακολουθεί μία πολύ συγκεκριμένη πορεία: συντακτική ανάλυση, λεξιλογική-σημασιολογική εξομάλυνση, γραμματική μελέτη κάθε περιόδου, κάθε περικοπής, κάθε κειμένου. Ο προσεκτικός αναγνώστης διαπιστώνει ότι με τη χρήση αυτής της μεθόδου θα εντοπίσει πολλά σημεία που τα κατανοούσε εσφαλμένα ή παράμεναν ασαφή και θα διαπιστώσει τη σημασία της μεθοδικής δουλειάς που έκανε ο Θωμάς Ιωαννίδης και προσφέρει στους αναγνώστες του.

Κλείνοντας την σύντομη αυτή παρουσίαση του τόμου «Η γλώσσα της Καινής Διαθήκης» δεν μπορώ παρά να αναφέρω αυτό που γύριζε στο νου μου κατά τη διάρκεια της μελέτης του δευτέρου κυρίως μέρους του: πόσο σημαντικό θα ήταν εάν υπήρχε ένας φορέας, ένα ινστιτούτο, μία ομάδα, ένα πανεπιστημιακό πρόγραμμα ή οτιδήποτε άλλο που θα μελετούσε με το σύστημα και τη μεθοδικότητα του καθηγ. Ιωαννίδη ολόκληρη την Καινή Διαθήκη (γιατί όχι και την Παλαιά), λέξη λέξη, και θα μπορούσε να αποτελέσει μία ασφαλή βάση για την βελτίωση των μεταφράσεων που υπάρχουν ήδη. Παρά την ποιότητα κάποιων από αυτές και την αξιοπιστία των μεταγραφέων, φρονώ ότι πολλά μπορούν να γίνουν ακόμη ώστε να έχουμε τη δυνατότητα να μελετάμε τα ιερά κείμενα στην καθομιλουμένη με τη μεγαλύτερη δυνατή προσήλωση στο πρωτότυπο κείμενο και με τον σεβασμό που απαιτείται προς τον σωτήριο για μας λόγο Κυρίου.

Κατήχηση: ἀναγκαία καί σημέρα!

Ετικέτες

, , , , ,

Μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ Σπορέως εἴθισται νὰ ξεκινᾶ ἡ κατηχητικὴ χρονιά. Βέβαια, γιὰ νὰ εἴμαστε ἀκριβεῖς, ἡ κατήχηση δὲν εἶναι μία διαδικασία ποὺ σταματᾶ ἢ ποὺ χωρίζεται σὲ χρονιὲς κατὰ τὸ σύστημα τῶν Ἀκαδημαϊκῶν ἢ τῶν σχολικῶν ἐτῶν, ἀλλὰ εἶναι ἡ διαρκῆς προσπάθεια τῆς Ἐκκλησίας νὰ μεταγγίζει σὲ ἐμᾶς ποὺ μὲ τὸ βάπτισμα γίναμε μέλη της τὴν «ἀλήθειαν τοῦ Εὐαγγελίου».%ce%bf-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%cf%8c%cf%82-%ce%b5%cf%85%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b5%ce%af-%cf%84%ce%b1-%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b9%ce%ac

Ἡ διαδικασία αὐτὴ εἶναι πάρα πολὺ σημαντικὴ καθὼς μέσα ἀπὸ τὴν κατήχηση γνωρίζουμε τὴν πίστη μας ὄχι τόσο γνωστικά, ἀλλὰ κυρίως ὡς μία διαφορετικὴ στάση ἀπέναντι στὴ ζωὴ καὶ στὸν θάνατο.

Ἀπὸ τὰ πρῶτα βήματά της ἡ Ἐκκλησία στήριξε τὸ ἄνοιγμα πρὸς τοὺς ἐκτὸς στὴν κατήχηση, μὲ ἀποτέλεσμα ἱεραποστολὴ καὶ κατήχηση νὰ εἶναι ἔννοιες στενότατα συνδεδεμένες καὶ ἡ δεύτερη νὰ τελειοποιεῖ, νὰ ὁλοκληρώνει καὶ νὰ καλλιεργεῖ ἐπαρκῶς τοὺς σπόρους ποὺ ἔριχνε στοὺς ἀνθρώπους ἡ πρώτη.

Μὲ τὴν πάροδο τῶν ἐτῶν καὶ τὴν καθιέρωση τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ ἡ διαδικασία ἄλλαξε, ἀλλὰ ἡ σημασία καὶ ἡ ἀναγκαιότητα τῆς κατηχήσεως παρέμειναν ἀμετάλλακτες. Κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες ἡ κατήχηση ἦταν μία μακρὰ βιωματικὴ διαδικασία ποὺ διαρκοῦσε πολὺ καὶ δὲν περιοριζόταν στὴ συσσώρευση γνώσεων σχετικῶν μὲ τὸ χριστιανισμό, ἀλλὰ βῆμα βῆμα, μὲ σταθερότητα, σοβαρότητα καὶ συναίσθηση τῆς εὐθύνης ὁδηγοῦσε τὸν κατηχούμενο στὸν ναὸ καὶ στὴν σταδιακὴ ἐπαφὴ μὲ τὴ λατρεία. Ὁ κατηχητὴς προσέφερε στὸν κατηχούμενο θεωρητικὴ γνώση τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου, τῆς πίστεως, τοῦ Χριστοῦ, τῶν μυστηρίων καὶ τῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ταυτόχρονα, μὲ λεπτότητα καὶ διάκριση τὸν χειραγωγοῦσε στὴ λατρεία. Τὰ ἴχνη ἀπὸ τὴν ἔμμεση συμμετοχὴ τῶν κατηχουμένων στὴ λατρεία σώζονται μέχρι σήμερα μὲ τὴ μορφὴ τῶν εὐχῶν ὑπὲρ τῶν κατηχουμένων, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐκφωνήσεως τοῦ διακόνου «Τὰς θύρας, τὰς θύρας», ποὺ σὲ ἐλεύθερη ἀπόδοση σημαίνει «τὸ νοῦ σας στὶς πόρτες μήπως κάποιος ποὺ δὲν ἔχει βαπτιστεῖ ἔμεινε, ἀπὸ αὐτὸ τὸ σημεῖο καὶ ἔπειτα, μέσα στὸν ναό» καὶ παρὰ τὴν προσοχὴ τῶν κληρικῶν κοινωνήσει χωρὶς νὰ ἔχει βαπτιστεῖ, λόγῳ τοῦ μεγάλου πλήθους τῶν πιστῶν.

Οἱ πολὺ σημαντικὲς εὐχὲς ποὺ ἀναφέρονται στοὺς κατηχουμένους μᾶς δείχνουν –μεταξὺ ἄλλων- ὅτι ἡ διαδικασία τῆς κατηχήσεως δὲν ἀφοροῦσε μόνο τοὺς «εἰδικούς», π.χ. τὸν ἐπίσκοπο, τοὺς κληρικοὺς καὶ τοὺς κατηχητές, ἀλλὰ ἦταν καρπὸς προσευχῆς ὅλου τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας· ἦταν ἔκφραση τῆς φροντίδας τῶν πιστῶν γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ προετοιμάζονταν γιὰ νὰ λάβουν τὸ Ἅγιο Βάπτισμα.

Ἡ στιγμὴ τοῦ Βαπτίσματος, ποὺ ἀκολουθοῦσε τὴν κατήχηση καὶ ἐρχόταν μετὰ ἀπὸ ἕνα, δύο ἢ καὶ περισσότερα χρόνια, ἦταν καὶ αὐτὴ ἕνα σημαντικὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονός, ὅπως διαπιστώνουμε ἀπὸ τὶς γραπτὲς μαρτυρίες καὶ τὰ σωζόμενα Βαπτιστήρια τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων.

Ἡ δομὴ καὶ ἡ θέση τῶν Βαπτιστηρίων, ὅπως διαπιστώνουμε ἀπὸ τὰ σωζόμενα, πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα διατηροῦνται στὴν Κῶ προ(σ)καλώντας τὸν ἐπισκέπτη νὰ τὰ ἀποκρυπτογραφήσει, ἦταν τέτοια, ὥστε νὰ ὑποστηρίζουν τὸ θεολογικὸ καὶ ἐκκλησιολογικὸ ὑπόβαθρο τῆς κατηχητικῆς διαδικασίας. Βρίσκονταν δίπλα στὸν ναό, συνήθως ἑνωμένα μὲ αὐτόν, ὥστε ἀμέσως μετὰ τὸ Βάπτισμα ὅλοι μαζὶ νὰ εἰσέρχονται, ἐν πομπῇ, στὸν χῶρο τῆς χάριτος (ὄχι μόνο πνευματικά, ἀλλὰ καὶ αἰσθητὰ) καὶ νὰ συμμετέχουν γιὰ πρώτη φορὰ στὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας.

Τό Βαπτιστήριο τῆς Βασιλικῆς Β τοῦ Δυτικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ χώρου στὴν πόλη τῆς Κῶ

Τό Βαπτιστήριο τῆς Βασιλικῆς Β΄ τοῦ Δυτικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ χώρου στὴν πόλη τῆς Κῶ

Στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τοῦ Βαπτιστηρίου, ὅπου, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ δυτική, ὑπῆρχε ὁ Τίμιος Σταυρός, οἱ νεοφώτιστοι ἀνέβαιναν τὰ σκαλοπάτια ἐξερχόμενοι ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα καὶ τοὺς ὑποδεχόταν μὲ χαρὰ καὶ ἀγάπη ὁ ἐπίσκοπος. Ἀμέσως μετά, ὅλοι μαζὶ ἐπίσκοπος, κλῆρος, νεόφυτοι καὶ παλαιὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἰσέρχονταν στὸν νὰο γιὰ τὴν προσφορὰ τοῦ μυστηρίου καὶ τὴ συμμετοχή τους σὲ αὐτό.

Στὴν πραγματικότητα, ἂν καὶ πολλὰ ἐξωτερικὰ στοιχεῖα ἔχουν μεταβληθεῖ, τίποτα ἀπὸ τὴ θεολογία τοῦ μυστηρίου τῆς Βαπτίσεως καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς κατηχήσεως δὲν ἔχει ἀλλάξει. Ἂν ὁ προσερχόμενος στὸ Βάπτισμα εἶναι σὲ μικρὴ ἡλικία ἀναλαμβάνει ὁ ἀνάδοχος τὴν ὑποχρέωση τῆς κατηχήσεως, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ἡ εὐθύνη βαρύνει τὸν βαπτισμένο, ὥστε νὰ γνωρίσει τὴν πίστη του καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ τιμήσει συνειδητὰ τὴν ἀρχικὰ ἀσυνείδητη ἐπιλογὴ τοῦ νὰ εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν εἶναι ἐνήλικας ἢ ἔστω ἀρκετὰ μεγάλος γιὰ νὰ ἔχει συνείδηση τῆς ἐπιλογῆς του ἡ πρώτη φάση τῆς κατηχήσεως προηγεῖται τοῦ μυστηρίου, ὅπως ἀκριβῶς στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία, καὶ μὲ τὴν ἔνταξή του στὶς τάξεις τῶν πιστῶν ἔχει τὴν ὑποχρέωση νὰ συνεχίσει νὰ κατηχεῖται στὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ συμμετέχει ἐνεργὰ στὰ μυστήρια.

Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ἡ κατήχηση εἶναι ἀπαραίτητη καὶ ἡ Ἐκκλησία καὶ τὰ μέλη της (π.χ. ἡ οἰκογένεια) τὴν προσφέρουν μὲ πολλοὺς τρόπους.

Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ εἶναι θλιβερὴ ἡ διαπίστωση ὅτι πολλοὶ χριστιανοὶ δὲν προσέρχονται στὴν κατήχηση καθὼς δὲν γνωρίζουν τὴ σημασία της καὶ νομίζουν ὅτι μπορεῖ νὰ παρακαμφθεῖ καὶ νὰ ἐξοβελιστεῖ ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ ζωή. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ παρατηρεῖται ἔντονο τὸ φαινόμενο πιστῶν ποὺ ἂν καὶ ἐκκλησιάζονται δὲν προσέρχονται οἱ ἴδιοι στὴν κατήχηση καὶ δὲν ὁδηγοῦν τὰ παιδιά τους πρὸς τὴν κατήχηση θεωρώντας την περιττή, ἀνούσια ἢ ὅτι ἄλλο.

Τό Βαπτιστήριο τῆς Βασιλικῆς τοῦ Μαστιχαρίου στήν Κῶ

Τό Βαπτιστήριο τῆς Βασιλικῆς τοῦ Μαστιχαρίου στήν Κῶ

Ἡ κατήχηση εἶναι ἄκρως σημαντικὴ γιὰ τὴν πνευματική μας ζωή. Ἡ κατήχηση εἶναι προσφορὰ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς πράξης τῆς Ἐκκλησίας. Κατήχηση χρειαζόμαστε ὅλοι.

Δυστυχῶς, λάθος ἐπιλογὲς στὴν κατήχηση ἔχουν δημιουργήσει μία ψευδὴ καὶ ἐσφαλμένη εἰκόνα της στοὺς πολλούς γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ὁποίας γίνονται πολλὲς καὶ σοβαρὲς προσπάθειες ἐκ μέρους τῆς ποιμαίνουσας Ἐκκλησίας. Ἡ λατρεία καὶ ἡ κατήχηση εἶναι οἱ δύο δυνατότητες ποὺ ἔχουμε νὰ ζήσουμε τὸ γεγονὸς τῆς Ἐκκλησίας στὴν καθημερινότητά μας καί, ἐπιτέλους, νὰ μεταμορφώσουμε τὴ ζωή μας ἐν Χριστῷ.

Ο απόστολος Παύλος και ο απόστολος Σίλας στους Φιλίππους

Στις 30 Ιουλίου τιμάται η μνήμη των Αγίων Αποστόλων Σίλα, Σιλουανού, Επαινετού, Κρήσκη και Ανδρονίκου εκ των Ο’, οι οποίοι ήταν συνεργάτες και συνοδοιπόροι του απ. Παύλου.φδαηησ30

Από αυτούς ο απ. Σίλας τον ακολούθησε κατά τη 2η περιοδεία και έφτασε μαζί του στην Ελλάδα.

Η περιοδεία αυτή τοποθετείται χρονικά ανάμεσα στον Μάρτιο του έτους 49 μ.Χ. και στον Νοέμβριο του 52 μ.Χ. και περιγράφεται στις Πράξεις Αποστόλων από τον στίχο 15:36 μέχρι τον στίχο 18:22, ενώ αναφορές σε αυτή έχουμε και στις επιστολές.

Οι απόστολοι ξεκίνησαν μετά την Αποστολική Σύνοδο από την Αντιόχεια και κατέληξαν πάλι σε αυτή.

Στους τελευταίους στίχους του 15ου κεφαλαίου καταγράφεται μία μεγάλη ανατροπή στα σχέδια του απ. Παύλου. Μετά από διαφωνία του με τον απ. Βαρνάβα σχετικά με την αξιοπιστία του κοινού συνεργάτη τους του απ. Ιωάννη-Μάρκου, ο απ. Παύλος στρέφεται προς τον απ. Σίλα, ο οποίος είχε αποσταλεί από την Εκκλησία της Ιερουσαλήμ στην Αντιόχεια για να μεταφέρει την απόφαση της Συνόδου, και, έχοντας εκτιμήσει τις πολλές ικανότητές του κατά την διάρκεια της Συνόδου αλλά και κατά το πολυήμερο ταξίδι από την Ιερουσαλήμ προς την Αντιόχεια (απόσταση μεγαλύτερη των 500 χιλιομέτρων), τον επιλέγει για συνεργάτη του. Έτσι, οι απ. Παύλος και Σίλας, ξεκίνησαν την άνοιξη του 49 μ.Χ., και πέρασαν δια της Συρίας και της Κιλικίας, στην Μικρά Ασία (Δέρβη και Λύστρα) όπου είχε κηρύξει ο απ. Παύλος κατά την πρώτη περιοδεία του.

Σύντομα, έφτασαν στην Τρωάδα, όπου ο απ. Παύλος είχε το γνωστό όραμα με τον Μακεδόνα που τον κάλεσε να τον βοηθήσει, και δίχως δισταγμό πέρασαν στην Σαμοθράκη και από εκεί στην Νέα Πόλη, την Καβάλα, και εν συνεχείᾳ στους Φιλίππους.30_july_silas_apostle

Οι Φίλιπποι, κατά την εποχή των αποστόλων ήταν μία σημαντική ρωμαϊκή στρατιωτική αποικία. Σε αυτή είχαν εγκατασταθεί απόστρατοι και τους είχαν παραχωρηθεί κτήματα για να τα καλλιεργούν και να ζουν. Είχε περίπου 10.000 κατοίκους και από την περιοχή της σώζονται περίπου 1.400 επιγραφές που τονίζουν αυτή τη σπουδαιότητα. Η πόλη που είχε ιδρυθεί επάνω σε παλαιότερο πόλισμα από τον Φίλιππο τον Β΄ το 360 π.Χ., ο οποίος την οχύρωσε και την έδωσε το όνομά του, επανιδρύθηκε ως coloniae civium romanorum (αποικία της ρωμαϊκής πολιτείας) το 42 π.Χ. αμέσως μετά την μάχη των Φιλίππων, στην οποία οι δολοφόνοι του Ιουλίου Καίσαρα, Κάσσιος και Βρούτος, αντιμετώπισαν τον θετό γιο και κληρονόμο του Οκταβιανό Αύγουστο και ηττήθηκαν κατά κράτος.

Στην πόλη των Φιλίππων, που ορθώς και με ακρίβεια χαρακτηρίζεται από τις Πράξεις ως «κολωνία» (16:12) μπήκαν οι βάσεις του χριστιανισμού στην Ευρώπη και βαπτίστηκε η πρώτη χριστιανή σε ευρωπαϊκό έδαφος, η αγία Λυδία η Πορφυροπώλις. Η αγία Λυδία ήταν «σεβομένη τόν Θεόν», δηλαδή είχε γνωρίσει τον ιουδαϊσμό και τις ιουδαϊκές γραφές ως προσήλυτη, αποδεχόταν τη σχετική διδασκαλία, αλλά δεν είχε ολοκληρώσει τη διαδικασία εισόδου σε αυτόν. Μόλις άκουσε τους δύο αποστόλους, δέχθηκε το λόγο του Ευαγγελίου, βαπτίστηκε (κάτι που δεν είχε κάνει για να εισέλθει στον ιουδαϊσμό) και έγινε μέλος της Εκκλησίας.0730silas

Η σχέση των δύο αποστόλων με την αγία Λυδία και τον οίκο της αλλά και την ιουδαϊκή κοινότητα της πόλεως τους έδωσε την ευκαιρία και τη δυνατότητα να παραμείνουν σε αυτή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην πόλη άρχισε να τους ακολουθεί μία νεαρή δούλη που κατεχόταν από μαντικό πνεύμα και οι κύριοί της την εκμεταλλεύονταν με το να την βάζουν να κάνει τη μάντισσα. Αυτή αναγνώρισε την εκ Θεού αποστολή των δύο αποστόλων και αφού ο απ. Παύλος την απελευθέρωσε από το δαιμονικό πνεύμα τα αφεντικά της τους κατήγγειλαν στις αρχές λέγοντας ότι είναι ιουδαίοι και εισάγουν νέα, αταίριαστα, για την πόλη ήθη και γι᾿ αυτό πρέπει να φυλακιστούν. Ταυτόχρονα φρόντισαν να ξεσηκώσουν και τον όχλο ενάντια στους αποστόλους. Έτσι, οι δύο απόστολοι αφού δέχθηκαν πολλούς ραβδισμούς και γέμισαν πληγές, οδηγήθηκαν στη φυλακή όπου τους έριξαν στο πιο βαθύ κελλί και τους έδεσαν στο όργανο καθηλώσεως και βασανισμού που καλείται «ξύλο» για να μην δραπετεύσουν.

Στη φυλακή, παρά τους βασανισμούς και τις κακουχίες, οι απόστολοι επιδόθηκαν με πνευματική χαρά σε βαθειά προσευχή υμνώντας τον Θεό, ενώ τους άκουγαν οι άλλοι φυλακισμένοι. Γύρω στα μεσάνυκτα, σεισμός μεγάλος, αναστάτωσε τους πάντες και τα πάντα στη φυλακή και ο δεσμοφύλακας έντρομος τράβηξε το μαχαίρι του για να θέσει τέρμα στη ζωή του για να αποφύγει τις συνέπειες από την απόδραση των κρατουμένων. Με μεγάλη φωνή ο απ. Παύλος τον απέτρεψε ενημερώνοντάς τον ότι ήταν όλοι εκεί και τότε εκείνος, εντυπωσιασμένος από την στάση των δύο καταδίκων, έπεσε στα πόδια τους και, αψηφώντας πλέον κάθε κίνδυνο, ζήτησε να του υποδείξουν τον δρόμο που θα τον οδηγήσει στη σωτηρία, κάτι που οι δύο απόστολοι έπραξαν αμέσως.

Με τη χάρη του Θεού, λοιπόν, αυτός που πριν λίγο ήταν έτοιμος να αυτοκτονήσει, τους παρέλαβε και τους οδήγησε σε μέρος όπου υπήρχε νερό και αφού περιποιήθηκε τις πληγές που είχαν αποκτήσει από την καθήλωση και τη φυλάκιση, βαπτίστηκε. Στη συνέχεια όλοι επέστρεψαν στο σπίτι του, όπου με πνευματική αγαλλίαση δέχθηκαν τη φιλοξενία του.

Την επομένη οι στρατηγοί έστειλαν τους ραβδούχους για να ελευθερώσουν τους δύο αποστόλους, αλλά, όπως μας πληροφορούν οι Πράξεις, εκείνοι διαμαρτυρήθηκαν με παρρησία για τη στάση των αρχών της πόλεως απέναντί τους. Ο απ. Παύλος ζήτησε οι στρατηγοί να τους απελευθερώσουν προσωπικά καθώς ήταν Ρωμαίοι πολίτες, κάτι που βέβαια έγινε.

Η παρουσία του απ. Σίλα δίπλα στον απ. Παύλο και η κοινή τους δράση αποτελεί μία περίπτωση στενής και αποδοτικής συνεργασίας.

Ο απ. Παύλος, με περίπου 15ετή ιεραποστολική εμπειρία κατά την αρχή της 2ης περιοδείας του, εξετίμησε την ποιότητα του απ. Σίλα, ο οποίος, πρέπει να σημειώσουμε ότι έχαιρε της εμπιστοσύνης και των αποστόλων της Ιερουσαλήμ, και τον έκανε συνεργάτη του.

Το ιεραποστολικό έργο, με τις συνθήκες μάλιστα που γινόταν εκείνη την εποχή, απαιτούσε πολλά στοιχεία όπως αντοχή στις μετακινήσεις, δυνατότητα να αντιμετωπίζει ο ιεραπόστολος γρήγορα και με επιτυχία τα προκύπτοντα προβλήματα, υπομονή και επιμονή, εμπιστοσύνη στους συνεργάτες-συνοδοιπόρους, όπως και μία σχετική οικονομική ανεξαρτησία, καθώς οι περιπλανήσεις τους άφηναν μικρά περιθώρια να εργαστούν.

Η στενότητα της σχέσεως διακρίνεται και στη δράση τους στους Φιλίππους καθώς παντού λειτουργούσαν ως μία ομάδα, με ενότητα, με κοινούς και σαφείς στόχους, με κοινή μέθοδο, με πίστη στον Θεό, αλλά και μεθοδικότητα, υπομονή, προσήλωση στην αποστολή τους. Με τη χάρη του Θεού, ο οποίος είναι ο Κύριος της ιστορίας, το πρόβλημα –π.χ. η φυλάκιση, ο διωγμός- γίνεται η αφορμή για να κηρυχθεί σε περισσότερους ανθρώπους ο λόγος του Θεού και περισσότεροι να οδηγηθούν στη σωτηρία.

Το ταξίδι των χρωμάτων: από την Κω στην Κομοτηνή

Ετικέτες

, , ,

Στις 20-22 Μαϊου 2016, ο Δικηγορικός Σύλλογος Ροδόπης μαζί με τον Σύλλογο Δικαστικών Υπαλλήλων Ροδόπης, οργάνωσε έκθεση ζωγραφικής, στην οποία συμμετείχαν δικηγόροι και δικαστικοί υπάλληλοι. Στην έκθεση συμμετείχε και μία παλιά μας γνώριμη και φίλη, ζωγράφος και δικαστική υπάλληλος, η Γεωργία Τσιάπα, η οποία κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην Κω, είχε πραγματοποιήσει ατομική έκθεση ζωγραφικής στη Χάβρα και είχαμε ασχοληθεί με το έργο της σε παλαιότερη ανάρτησή μας.

Γεννημένη στην Αθήνα, με καταγωγή από τη Νέα Αγχίαλο Μαγνησίας, σπούδασε ελεύθερο σχέδιο και ζωγραφική, στην Αθήνα, αγιογραφία και επισκευή-συντήρηση ιστορικών και παραδοσιακών κτιρίων στο Βόλο και Ιστορία – Εθνολογία στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Είναι μητέρα δύο παιδιών και σήμερα ζει και εργάζεται στην Κομοτηνή.

Για τα έργα τής πρόσφατης έκθεσης στην Κομοτηνή η Βασιλική Κράββα Λέκτορας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του ΔΠΘ, έγραψε: «Οι αρχαιολογικές διαδρομές μου συνοδεύτηκαν από πολλά ταξίδια στον χώρο της τέχνης ενώ οι ανθρωπολογικές μου σπουδές στη συνέχεια ξεκλείδωσαν μιαν άλλη ανάγνωση της τέχνης: μια ανάγνωση που θέλει την τέχνη κώδικα και τα τέχνεργα «τόπους» επικοινωνίας και διαντίδρασης. Η ανάγνωση των εν προκειμένω έργων αποτελεί μια αποτύπωση εντυπώσεων και συναισθημάτων και μια προσπάθεια να αποτυπωθεί στο χαρτί το πολύβουο των τοπίων και των κτισμάτων που βιώνει αυτός που έρχεται σε επαφή και καλείται να διαπραγματευτεί τα έργα της Γ. Τσιάπα. Η θέαση ευχάριστη και ομαλή, κυριαρχείται από μια χρωματική συνέπεια, μια αφοπλιστική αμεσότητα και μια σιγουριά της πλαστικότητας και των επιλεγόμενων μοτίβων. Μα πιο αφοπλιστική και καθηλωτική είναι αυτή η συνεχής ταλάντευση ανάμεσα σε ένα εξωραϊσμένο παρελθόν (όπου συνυπάρχουν αρμονικά ο εφιάλτης και η ομορφιά) και σε ένα επιθυμητό μέλλον (που πάλι είναι εύθραυστα όμορφο μια και ο κίνδυνος του εφιάλτη και της μοναξιάς πάντα καραδοκεί). Τα έργα της Τσιάπα αντλούν κάτι από τα αλλεπάλληλα ψυχογραφήματα ανθρώπων και ιστοριών ζωής μέσα από την εργασία της (ως δικαστική υπάλληλος είναι σε καθημερινή επαφή με τους ανθρώπους, τα πάθη και τα «λάθη» τους). Η επαφή με τα έργα της μεταφέρει την εσωτερική τους δόνηση στον θεατή/επισκέπτη και τον καλεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο συλλογικό και ατομικό, ανάμεσα στο ατακτοποίητο παρελθόν, το φόβο της μοναξιάς αλλά και το όνειρο, την επιθυμία δηλαδή να αποτραπεί ο κίνδυνος της ακινησίας. Με λίγα λόγια τα έργα της Τσιάπα, είναι δυνατά γιατί καταφέρνουν να κινητοποιήσουν, να εγείρουν συναισθήματα, να προβληματίσουν. Άλλωστε αυτό δεν είναι το ζητούμενο; Μια τέχνη προσωπική μέσα από την οποία καλούμαστε να χαρτογραφήσουμε τους δικούς μας παρελθοντικούς και παροντικούς κόσμους και να οραματιστούμε τους μελλοντικούς» (Βασιλική Κράββα, Πτυχίο Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ, MA, PhD Κοινωνική Ανθρωπολογία, Γκόλντσμιθς, Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, Λέκτορας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας, ΔΠΘ).

Ο αείμνηστος ζωγράφος Ισίδωρος Κουτρούλης έγραψε για τα έργα που εκτέθηκαν στην Κω «Σε εποχές δύσκολες για τη χώρα που γέννησε τις τέχνες, τη φιλοσοφία και το φως, που άπλετο έδωσε ο θεός των Ελλήνων, είναι παρήγορο να συνεχίζεται η δημιουργία έργων δίνοντάς μας τα αιώνια συναισθήματα ρομαντισμού, παρόντος, παρελθόντος και αγάπης που έκδηλα βλέπει ο επισκέπτης στα έργα της αξιότιμης Γεωργίας».

Με μεγάλη χαρά διαπιστώνουμε ότι η αγαπητή Γεωργία Τσιάπα συνεχίζει με όρεξη να πασχίζει για την τέχνη και να μας προσφέρει έργα που ομορφαίνουν τη ζωή μας, παρά τις αντιξοότητες των μετακινήσεων και της αμείλικτης καθημερινότητας. Στα έργα της αποτυπώνει τις παραστάσεις που τα μάτια και η ψυχή της έχουν αντλήσει από τα μέρη που έχει ζήσει. Η σχέση αλληλεπίδρασης με τον τόπο είναι κυρίαρχο στοιχείο στα έργα της και με χαρά διαπιστώνουμε ότι η Κως, για την οποία η μεγάλη αγάπη της Γεωργίας είναι δεδομένη, έχει κερδίσει το κομμάτι που της αναλογεί στον πολύχρωμο κόσμο της. Γ᾿ αυτό πολύ θα θέλαμε κάποια στιγμή στο μέλλον να δούμε και πάλι έκθεσή της στο νησί μας..!

Πάντα επιτυχίες!

13393034_1831503353737467_1193994143_n 13393245_1831503407070795_1522645471_n 13401027_1831503330404136_1984502702_n 13401346_1831503227070813_714768300_n 13401349_1831503287070807_968453501_n 13407357_1831503280404141_138253326_n 13436086_1831503257070810_881308194_n

Τὸ πρόβλημα τῶν ἐκκλησιαστικῶν δικαιοδοσιῶν ὑπὸ βιβλικὴ προοπτική: μερικὲς ἐπισημάνσεις

Ετικέτες

, , , , ,

Τό παρακάτω κείμενο δημοσιεύθηκε στό περιοδικό Θεολογία (τόμος 87ος, τεῦχος 1ο, Ἰανουάριος – Μάρτιος 2016, σελίδες 369-376).

Α. Εἰσαγωγικὲς παρατηρήσεις

Βαδίζοντας πρὸς τὴ σύγκληση τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, ἡ ὁποία ἔχει προσδιοριστεῖ γιὰ τὸ ἔτος 2016 ὁ παρατηρητὴς ἐντυπωσιάζεται ἀπὸ τὰ θέματα ποὺ ἀναμένεται νὰ συζητηθοῦν σὲ αὐτή[1].

Φρονοῦμε ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα καὶ πλέον ἀκανθώδη εἶναι τὸ πρόβλημα τῶν δικαιοδοσιῶν, τὸ ὁποῖο δημιουργεῖ πλῆθος συγκρούσεων στὶς διορθόδοξες σχέσεις κατὰ τὴ σύγχρονη ἐποχή. Τὸ πρόβλημα μετὰ τὴν ἔκρηξη τοῦ μεταναστευτικοῦ ρεύματος ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ πρὸς τὴ δύση ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνα καὶ ἑξῆς καὶ τὰ γεγονότα ποὺ συγκλόνισαν τὴν εὐρωπαϊκὴ ἥπειρο κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ 20ου αἰῶνα ἔχει πάρει ἐπικίνδυνες διαστάσεις γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Ἰδιαίτερα στὸν Νέο Κόσμο εἶναι σύνηθες τὸ φαινόμενο νὰ ὑπάρχουν σὲ μία πόλη περισσότεροι τοῦ ἑνὸς ἐπίσκοποι μὲ τὸν ἴδιο ἢ παραπλήσιους τίτλους καὶ νὰ ποιμαίνουν ὁ καθένας τοὺς ὁμοεθνεῖς του ποὺ κατοικοῦν στὴν πόλη αὐτὴ καὶ στὴν εὐρύτερη περιοχή της[2]. Ὡς ἀποτέλεσμα αὐτοῦ ὑφίσταται ἀφ᾿ ἑνὸς διασπαστικὴ πολυαρχία στὰ τῆς διοικήσεως καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου σύγχυση, ἡ ὁποία παρακωλύει τὸ ποιμαντικό, κατηχητικὸ καὶ ἐν γένει ἱεραποστολικὸ ἔργο[3]. Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ἐπιλυθεῖ, καθὼς παρακάμπτονται τὰ παλαιὰ δικαιώματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νὰ ἱδρύει καὶ νὰ διοικεῖ ὑπερόριες ἐκκλησίες στὶς περιοχὲς τῆς ὑφηλίου ποὺ δὲν ἀνήκουν στὴ δικαιοδοσία τῶν παλαιφάτων Πατριαρχείων. Στὴν προσπάθεια αὐτοῦ τοῦ παραγκωνισμοῦ τίθενται σὲ χρήση ποικίλα -καὶ συχνὰ ὄχι ἀκραιφνῶς πνευματικά- μέσα καὶ ἐργαλεῖα. Τὸ ἐμπερίστατο Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἀγωνίζεται μὲ τὶς περιορισμένες δυνατότητες ποὺ διαθέτει νὰ ἀντιμετωπίσει αὐτὸ τὸ πρόβλημα, ἐνῶ οἱ ἐπίσκοποι ποὺ ἀποστέλλει σὲ νεοπαγεῖς Μητροπόλεις (κυρίως στὴν Ἀσία, ἀλλὰ καὶ στὴν Ἀμερικὴ) προσπαθοῦν νὰ ἐργαστοῦν ποιμαντικὰ καὶ ἱεραποστολικὰ μὲ μηδαμινὰ ὑλικὰ μέσα.

Βοήθεια στὴν ἀντιμετώπιση καὶ εἰ δυνατὸν ἐπίλυση τοῦ προβλήματος τῆς ὑπερβάσεως τῶν κατὰ τόπους δικαιοδοσιῶν καὶ τῆς ἀναπόφευκτης ἀκολουθοῦσας διάσπασης μπορεῖ νὰ προσφέρει ἡ μελέτη τοῦ περιστατικοῦ ποὺ συνέβη στὴν Ἀντιόχεια ἀνάμεσα στοὺς ἀποστόλους Πέτρο καὶ Παῦλο κατά τὸν Μάρτιο τοῦ ἔτους 49 μ.Χ.[4].

Β. Τὸ περιστατικὸ

Λίγους μῆνες μετὰ τὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία συνεκλήθη στὴν Ἰερουσαλὴμ γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ πρόβλημα τῆς ἀναγκαιότητας ἢ ὄχι τῆς περιτομῆς καὶ τῆς πλήρους τηρήσεως τοῦ Νόμου γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς σωτηρίας, οἱ ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Παῦλος συναντήθηκαν στὴν Ἀντιόχεια[5].

Σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατοῦσα πρακτικὴ ὅλοι οἱ χριστιανοί, «ὁμοθυμαδόν», ὅπως κατ᾿ ἐπανάληψιν τονίζει τὸ βιβλίο Πράξεις Ἀποστόλων, ἔτρωγαν σὲ κοινὸ τραπέζι ἀνεξαρτήτως θρησκευτικῆς προελεύσεως πρὸ τῆς εἰσόδου τους στὸ Χριστιανισμό[6].

Μὲ παρέμβαση Ἰουδαίων ποὺ τηροῦσαν μὲ ἀκρίβεια τὸν Νόμο καὶ ἔφτασαν στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας ἀπὸ τὴν Ἰερουσαλήμ («τινὲς ἀπὸ Ἰακώβου» Γαλ. 2:12[7]), ὁ ἀπ. Πέτρος συγκατατέθηκε σὲ διαχωρισμὸ τῶν πιστῶν ἀνάλογα μὲ τὴν θρησκευτικὴ προέλευσή τους. Μόλις ὁ ἀπ. Παῦλος πληροφορήθηκε αὐτὴ τὴν ἐξέλιξη ἀντέδρασε, ἐνώπιον τῆς συνάξεως τῶν πιστῶν, μὲ ρητὸ καὶ ἀπόλυτο τρόπο μεμφόμενος τὸν ἀπ. Πέτρο γιὰ ὑποκρισία καὶ παρέκκλιση ἀπὸ τὴν «ἀλήθειαν τοῦ εὐαγγελίου».

Ἡ περιγραφὴ τοῦ περιστατικοῦ ἀπὸ τὸν ἀπ. Παῦλο δὲν διευκρινίζει τὴν ἔκβασή του, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ γενικότερη στάση αὐτοῦ πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας, τὴν πρακτικὴ ἡ ὁποία σὲ ὅλη τὴν ἱστορία ἀκολουθήθηκε καὶ ἀπὸ την ἀπουσία τῆς παραμικρῆς ἀναφορᾶς σὲ διάσπαση μετὰ τὸ περιστατικό, ὁδηγούμαστε στὸ ἀσφαλὲς συμπέρασμα ὅτι τὸ πρόβλημα ἐπιλύθηκε χωρὶς νὰ ἀφήσει κατάλοιπα γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀντιθέτως, φαίνεται νὰ λειτούργησε ἐνισχυτικὰ πρὸς τὴ διατήρηση τῆς ἑνότητας καὶ ὡς πρότυπο γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση ἀναλόγων προβλημάτων στὸ μέλλον.ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

Γ. Ἀντιστοίχιση μὲ τὸ σημερινὸ πρόβλημα

Ζῶντας οἱ χριστιανοὶ τοῦ 1ου μ.Χ. αἰῶνα σὲ μία ἰδιαίτερα περιπεπλεγμένη ἐθνολογικὰ κοινωνία δὲν εἶχαν ἀπέναντι στὰ θέματα τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας τὴν εὐαισθησία ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος τῆς σύγχρονης ἐποχῆς. Ἀκόμη καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Ἰσραήλ, ὁ ὁποῖος ἐκαυχάτο γιὰ τὴν καθαρότητά του, ἡ ἰδιαίτερη ἐθνική του ταυτότητα ἦταν ἀπόρροια τῆς θρησκευτικῆς του ἰδιοπροσωπίας. Ἡ διάκριση ποὺ κυριαρχοῦσε ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἦταν «ἐθνικοὶ» καὶ «Ἰουδαῖοι» καὶ ἔθετε ἐκ ποδῶν κάθε ἄλλο χαρακτηριστικό[8]. Ἀντίστοιχη διάκριση «ἐθνικῶν» καὶ «χριστιανῶν» κυριάρχησε σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἀνατολικὴ Μεσόγειο κατὰ τὴν περίοδο τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας μέχρι τὴν πρώτη ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ 1204. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ χρονικὸ σημεῖο καὶ ἔπειτα, καθὼς ἀτόνισε ἡ συνοχὴ ποὺ προσέφερε ἡ αὐτοκρατορικὴ ἐξουσία καὶ ἡ αὐτοκρατορία ὁδηγήθηκε σὲ σταδιακὴ διάσπαση καὶ διάλυση, ἄρχισαν νὰ ξεπηδοῦν τὰ στοιχεῖα ποὺ τόνιζαν τὴν ἐθνικὴ ταυτότητα κάθε λαοῦ. Ἡ τάση αὐτὴ κλιμακώθηκε μετὰ τὸ 1453, καθὼς ἡ ὀθωμανικὴ καταπίεση ἔφερε στὴν ἐπιφάνεια τὰ ἰδιαίτερα στοιχεῖα κάθε ἐθνότητας στὰ Βαλκάνια καὶ στὶς ἄλλες περιοχὲς ποὺ βρίσκονταν ὑπὸ τὴν ὀθωμανικὴ ἐξουσία.

Ἂν καὶ ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἀντιόχειας κατὰ τὴν ἀποστολικὴ ἐποχὴ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ κατοίκους ἑλληνικῆς, συριακῆς, ἰουδαϊκῆς, ρωμαϊκῆς, ἀραβικῆς κ.λπ. καταγωγῆς, καθὼς ὁ πολιτισμὸς ποὺ ἐπικρατοῦσε ἦταν ἀμιγῶς ἑλληνικός, ἡ μόνη διάκριση ποὺ εἶχε νόημα ἀνάμεσά τους ἦταν ἡ θρησκεία ποὺ ἀκολουθοῦσαν[9]. Ἂν μάλιστα, λάβουμε ὑπ᾿ ὄψιν μας ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦσαν τὸ μωσαϊκὸ Νόμο, ἡ πλειοψηφία ἐπέλεγε τὴ ἢ τὶς θρησκεῖες / λατρεῖες ποὺ θὰ ἀκολουθοῦσε ἀντιλαμβανόμαστε τὴ σπουδαιότητα αὐτῆς τῆς διάκρισης γιὰ ἐκείνη τὴν περίοδο –γενικότερα- καὶ γιὰ τὴ συνοχὴ τῆς Ἐκκλησίας –εἰδικότερα.

Κατὰ τὴ σύγχρονη ἐποχὴ ἔχει ὑποχωρήσει ἡ διάκριση βάσει τῆς ἐπιλογῆς θρησκεύματος παραχωρώντας τὴ θέση της στὴ διάκριση βάσει ἐθνικῶν χαρακτηριστικῶν, ἡ ὁποία πλέον διαμορφώνει τὴν ἰδιαίτερη ταυτότητα κάθε λαοῦ[10]. Αὐτὸ ὀφείλεται σὲ μία σειρὰ ἀπὸ αἰτίες, οἱ ὁποῖες σχετίζονται μὲ τὴν ἱστορικὴ πορεία, τὴν πνευματικὴ παραγωγή, τὶς πολιτιστικὲς ἀξίες, τὰ οἰκονομικὰ δεδομένα καὶ τὴ γεωπολιτικὴ λειτουργία τῶν διαφόρων ἐθνικῶν ὁμάδων. Ὡς ἀποτέλεσμα αὐτοῦ ἀναπτύχθηκε τὸ φαινόμενο τῆς παράλληλης παρουσίας πολλῶν ἐπισκόπων σὲ μία πόλη μὲ ἀποτέλεσμα τὸν παραγκωνισμὸ τοῦ ρόλου καὶ τῆς θέσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἂν καὶ αὐτὸ σαφῶς ἀναγνωρίζεται ὡς πρῶτο τῇ τάξει καὶ ἀναμφιβόλως τιμᾶται ὡς ἡ Πρωτόθρονη Ἐκκλησία.

Δ. Προσπάθεια ὑπερβάσεως τοῦ προβλήματος

Μὲ τὴ λέξη «ὁμοθυμαδόν» δηλώνεται ἡ ἑνότητα ποὺ ἀποτελοῦσε ἕνα ἀπὸ τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ τῆς ἀποστολικῆς ἐκκλησίας. Τὸ ἐπίρρημα αὐτὸ ἐκφράζει τὴ συνειδητὴ ἐπιθυμία ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας νὰ βρίσκονται, μαζί, στὸν ἴδιο τόπο, τὴν ἴδια ὥρα καὶ μὲ τοὺς ἴδιους ποιμένες γιὰ νὰ ἀναπέμψουν λατρεία πρὸς τὸν Θεό, νὰ διδάξουν καὶ νὰ διδαχθοῦν, νὰ συμμετάσχουν στὶς τελούμενες μυστηριακὲς πράξεις καὶ νὰ παρακαθήσουν στὸ κοινὸ γεῦμα (Πρ. 1;14, 2:46, 4:24, 5:12, 8:6, 15:25).

Ἡ ἑνότητα αὐτή, ἂν καὶ ὅπως τονίσαμε ὑπῆρχε καὶ ἀποτελοῦσε δομικὸ στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς ταυτότητας τῶν πιστῶν δὲν ἔπαυε νὰ εἶναι εὔθραυστη, ὄχι τόσο λόγῳ ἐθνικῶν / φυλετικῶν διαφοροποιήσεων -ὅπως θὰ συνέβαινε σήμερα- ἀλλὰ λόγῳ τῆς διακρίσεως ἐθνικῶν – Ἰουδαίων ποὺ ἦταν καθοριστικὴ γιὰ τὴν ἔνταξη κάποιου σὲ μία ὁμάδα.

Ἡ διάκριση αὐτή, ἀναμφίβολα, εἰσχώρησε σὲ ἕναν βαθμὸ καὶ στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι ὡς διδασκαλία της, ἀλλὰ ὡς χαρακτηριστικὸ τῆς ταυτότητας κάποιων μελῶν της. Ἀναπόφευκτα, κάποια ἀπὸ αὐτὰ προερχόμενα ἀπὸ τὶς τάξεις τοῦ ἰουδαϊσμοῦ, θεωροῦσαν τὴ θρησκευτικὴ τους κληρονομιὰ ἰδιαιτέρως σημαντικὸ στοιχεῖο τῆς ταυτότητάς τους καὶ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τὴν παραμέρισαν ἢ τὴν καταπίεσαν μὲ τὴν ἔνταξή τους στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μόλις δόθηκε ἡ κατάλληλη ἀφορμή, ἐπανῆλθε στὴν ἐπιφάνεια. Ἡ ἀφορμὴ αὐτὴ δόθηκε στὴν Ἀντιόχεια πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο (προσπάθεια ἐπιβολῆς τῆς περιτομῆς ἀπὸ τοὺς τηρητὲς τοῦ Νόμου ὡς προϋπόθεση γιὰ τὴ σωτηρία, Πρ. 15:1-3) καὶ ὁδήγησε σὲ αὐτή, ἀλλὰ καὶ μετὰ ἀπὸ τὴ Σύνοδο, καὶ πάλι στὴν Ἀντιόχεια (προσπάθεια καθιερώσεως χωριστῶν γευμάτων, Γαλ. 2:11-14), καὶ προκάλεσε τὴν ἀντιπαράθεση τοῦ ἀπ. Παύλου καὶ τοῦ ἀπ. Πέτρου.DSC0041

Ἡ ἀπαγόρευση κοινῶν γευμάτων Ἰουδαίων μὲ ἐθνικοὺς ἀπὸ τὸν Νόμο εἶχε βαθιὲς ρίζες καὶ ἰσχυρὲς βάσεις ἀπαιτώντας γιὰ λόγους καθαρότητας καὶ διατήρησης τοῦ Ἰσραὴλ πλήρη διαχωρισμό.[11]

Τὸ κήρυγμα τοῦ Κυρίου μετέφερε τὸ κέντρο βάρους ἀπὸ τὴν προσπάθεια διατηρήσεως τῆς ἐθνικῆς καθαρότητας στὴν προσπάθεια καλλιέργειας τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον καὶ τῆς μετάνοιας, ἔτσι ὥστε νὰ καταργηθοῦν οἱ ἄλλες διακρίσεις.

Ἡ δυσφορία, «γογγυσμός», ἀνάμεσα στοὺς ἐξ ἐθνῶν καὶ ἐξ Ἰουδαίων χριστιανοὺς ποὺ διακρίνεται στὰ περιστατικὰ ποὺ προηγοῦνται τῆς ἐκλογῆς τῶν ἑπτὰ διακόνων (Πρ. 6:1 κ.ἑ.) ἀποτελοῦσε τὸ μέγιστο τῶν προβλημάτων τῆς νεόφυτης Ἐκκλησίας. Ὁ ἰουδαϊσμὸς γνώριζε καὶ ἀποδεχόταν ἀνάλογες διακρίσεις, καθὼς σὲ μία πόλη ἦταν δυνατὸ νὰ ὑπάρχουν περισσότερες ἀπὸ μία συναγωγὲς καὶ τὰ μέλη τῆς μιᾶς νὰ μὴν πηγαίνουν στὴν ἄλλη.[12] Τὸ ἐλάχιστο ποὺ ἀπαιτοῦσαν οἱ ἰουδαϊκὲς ἀρχὲς καὶ ἡ ἰουδαϊκὴ παράδοση ἦταν ἡ τήρηση τοῦ Νόμου καὶ ὁ σεβασμὸς στὸν Ναὸ καὶ στὴν ἐκεῖ τελούμενη λατρεία. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ὅσο θεωροῦσαν ὅτι ἡ χριστιανικὴ κοινότητα τηροῦσε αὐτὲς τὶς ἀρχές, ὑπήρχε ἀνοχὴ πρὸς αὐτήν. Οἱ παρεμβάσεις τοῦ ἰουδαϊσμοῦ καὶ τὰ προβλήματα ποὺ δημιουργοῦσε στὸν ἀπ. Παῦλο καὶ στὸ ἔργο του εἶχαν ὡς ἀφετηρία τὸν φόβο, τὴν ὑποψία, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶχε ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Νόμο καὶ τὰ μέλη της θεωροῦνταν χαμένα γιὰ τὸν ἰουδαϊσμό.

Στὴν προσπάθεια συγκρατήσεως τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, καὶ κατ᾿ ἐπέκτασιν τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας, στὸν πνευματικὸ χῶρο τοῦ ἰουδαϊσμοῦ πρέπει νὰ ἐνταχθεῖ καὶ ἡ πρακτικὴ ποὺ ξεκίνησε ἀπὸ τὶς ἰουδαϊκὲς ἀρχὲς τῆς Ἰερουσαλὴμ καὶ περιγράφεται στὸ Γαλ. 2:11. Στὶς διασπαστικὲς αὐτὲς φωνὲς ἀνταποκρίθηκαν κάποια μέλη τῆς ἀντιοχειανῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀκολούθησε ὁ ἀπ. Πέτρος, ὁ ὁποῖος παρασύρθηκε ἀπὸ τὴν θέληση αὐτῶν ποὺ ἀναβίωναν ἕνα ἰδιότυπο κράμα ἰουδαϊσμοῦ-χριστιανισμοῦ. Ἡ προσπάθεια αὐτὴ βρῆκε ἀμέσως κάποιους θιασῶτες, ἀλλὰ καὶ ἕναν ἰσχυρὸ ἀντίπαλο στὸ πρόσωπο τοῦ ἀπ. Παύλου, ὁ ὁποῖος δίχως καθυστέρηση καὶ δισταγμὸ τὴν κατηγόρησε ὅτι ὁδηγεῖ σὲ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν «ἀλήθειαν τοῦ εὐαγγελίου» (Γαλ. 2:14).

Σήμερα, καθὼς δὲν μποροῦμε νὰ ἀναβιώσουμε τὶς συνθῆκες καὶ τὰ δεδομένα ποὺ παρακίνησαν τοὺς δύο ἀποστόλους, ἡ ἀντίδραση τοῦ ἀπ. Παύλου ἴσως μᾶς φαίνεται ὑπερβολική. Στὴν πραγματικότητα ὅμως, μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς, ἡ υἱοθέτηση χωριστῶν γευμάτων ἐπρόκειτο γιὰ σαφὴ διάσπαση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας καὶ κάλεσμα σὲ ἕναν αἱρετικὸ χριστιανισμό.peter-paul1

Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἡ ἀντίδραση τοῦ ἀπ. Παύλου εἶναι ἄμεση, ἔντονη, ἐνώπιον τῆς κοινότητας καὶ ἀπόλυτη. Καθιστᾶ σαφὲς πρὸς τὸν ἀπ. Πέτρο ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ συνεχίσει αὐτὴ τὴ συμπεριφορὰ δίχως νὰ διασπάσει τὴν Ἐκκλησία.

Ἡ ἀμεσότητα καὶ ἡ σαφήνεια τῆς ἀντιδράσεως τοῦ ἀπ. Παύλου βοήθησε τὸν ἀπ. Πέτρο νὰ κατανοήσει τὸ σφάλμα του καί, ἂν καὶ αὐτὸ διαπιστώνεται μόνο ἐμμέσως στὶς ὑπάρχουσες πηγές[13], νὰ ἀλλάξει στάση καὶ μὲ τὴν ταπείνωσή του νὰ θεραπεύσει τὸ πρόβλημα καὶ νὰ ἀποσοβήσει τὴν διαγραφόμενη διάσπαση.

Μὲ τὶς ἐπιλογὲς τῶν δύο ἀποστόλων ἀποφεύχθηκε ἡ δημιουργία μίας δεύτερης, παράλληλης χριστιανικῆς κοινότητας στὴν ἴδια πόλη –κάτι ποὺ δυστυχῶς εἶναι γεγονὸς σήμερα σὲ πολλὲς περιπτώσεις. Οὐδέποτε στὸν ὀρθόδοξο κόσμο ἐπεκράτησε τέτοια πρακτική. Σὲ καμία περίπτωση δὲν καθιερώθηκε ἡ ἀντιχριστιανικὴ καὶ ἀτελέσφορη πρακτικὴ τοῦ διαχωρισμοῦ γιὰ θρησκευτικοὺς ἢ ἐθνικοὺς λόγους. Μάλιστα, καθὼς στὸν ἰουδαϊσμὸ ἦταν ἀρκετὴ ἡ ὕπαρξη μίας ἐλάχιστης συναίνεσης γιὰ τὴν ἀποδοχὴ ποικίλων διαφοροποιήσεων, ἡ ἁπλὴ τήρηση τοῦ Νόμου καὶ ὁ σεβασμὸς στὴ λατρεία ποὺ προσφερόταν στὸν Ναὸ θὰ ἦταν ἱκανὲς συνθῆκες γιὰ νὰ προστατεύσουν τὴ νεόφυτη Ἐκκλησία ἀπὸ πλῆθος προβλημάτων καὶ νὰ τὴν προφυλάξουν ἀπὸ ἐπώδυνες ἐπιθέσεις.

Ε. Συμπεράσματα

Ἂν καὶ στὴν περίπτωση τῆς Ἀντιόχειας ὑπῆρχαν σημαντικοὶ ἱστορικοί, πολιτιστικοὶ καὶ ἐθνικοὶ λόγοι γιὰ νὰ διαχωριστοῦν οἱ ἐξ ἐθνῶν ἀπὸ τοὺς ἐξ Ἰουδαίων πιστοὺς κάτι τέτοιο δὲν συνέβη μετὰ ἀπὸ τὴ δυναμικὴ παρέμβαση τοῦ ἀπ. Παύλου, ὁ ὁποῖος ἀντιμετώπισε τὴν ἐπιχειρούμενη διάσπαση ὡς καθοριστικὰ ἐσφαλμένη ἐπιλογὴ γιὰ τὴν περαιτέρω πορεία τῆς Ἐκκλησίας.

Ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴ φρασεολογία ποὺ χρησιμοποίησε, δὲν τὴν θεώρησε ὡς μία ἥσσονος σημασίας ἐπιλογή, ἀλλὰ δίχως δισταγμὸ τὴν συνέδεσε μὲ τὴν ἔννοια τῆς «ἀληθείας», δηλαδὴ μὲ τὴν ἀκρίβεια τῆς πίστεως καὶ κατ᾿ ἐπέκτασιν μὲ τὴ σωτηρία.

Ἡ διάσπαση τοπικῶν Ἐκκλησιῶν γιὰ θρησκευτικοὺς ἢ ἐθνικοὺς λόγους δημιουργεῖ μία ἄνευ προηγουμένου κατάσταση, ἡ ὁποία καταδικάζεται ἀπὸ τὸν ἀπ. Παῦλο ὡς ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ τελικὰ δὲν τὴν υἱοθετεῖ οὔτε ὁ ἀπ. Πέτρος.

Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ ἐμπνεόμενη ἀπὸ τὴ διαφωνία τους στὴν Ἀντιόχεια κοινὴ εἰκόνα τῶν δύο κορυφαίων ἀποστόλων τοὺς παρουσιάζει νὰ ἀνταλλάσσουν ἐν ὁμονοίᾳ ἀσπασμὸ ἀγάπης καὶ ἑνότητας, τὴν ὁποία ὁ πρόσκαιρος διαχωρισμὸς γιὰ λόγους τήρησης τοῦ μωσαϊκοῦ Νόμου δὲν κατόρθωσε νὰ διασπάσει.

Τὸ περιστατικὸ ποὺ περιγράφεται ἀπὸ τὸν ἀπ. Παῦλο στὸ Γαλ. 2:11-14 μᾶς προσφέρει στερεὴ βάση γιὰ νὰ κατανοήσουμε πόσο ἐπικίνδυνο εἶναι νὰ προκρίνουμε δευτερεύοντα χαρακτηριστικὰ σὲ σχέση μὲ τὴν «ἀλήθειαν τοῦ εὐαγγελίου» καὶ σὲ πόσο ἐπισφαλεῖς ἀτραποὺς μπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσει αὐτό.

[1] Βλ. τὸ κείμενο τῆς Συνάξεως τῶν Ὀρθοδόξων Προκαθημένων στό Σαμπεζύ (21-28 Ἰανουαρίου 2016).

[2] Θὰ σημειώσουμε ἐδῶ ἕνα ἁπλὸ καὶ σαφὲς παράδειγμα γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὴ σημασία τοῦ προβλήματος: στὴ Σύναξη τῶν Προκαθημένων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τὸν Πατριάρχη Ἀντιοχείας, μεταξὺ ἄλλων, συνόδευε καὶ ὁ Μητροπολίτης Μπουένος Ἄϊρες κ. Σιλουανός. Ταυτόχρονα, στὴν ἱεραρχία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὑπάρχει ὁ Μητροπολίτης Μπουένος Ἄϊρες κ. Ταράσιος.

[3] Δὲν εἶναι σπάνιο φαινόμενο σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις οἱ συγκρούσεις, οἱ προστριβές, ἡ ἄγρα πιστῶν, οἱ μετακινήσεις ἱερέων ἀπὸ τὴ μία δικαιοδοσία στὴν ἄλλη, ἡ ὑπέρβαση τῶν κανονικῶν ὁρίων κ.λπ.

[4] Ἀναλυτικὴ συζήτηση τοῦ προβλήματος τοῦ χρονικοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ περιστατικοῦ καὶ τῆς συνδέσεώς του μὲ τὸ βιβλίο Πράξεις Ἀποστόλων βλ. στὴ διδακτορική μου διατριβὴ (ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΓΕΡ. ΜΟΥΣΤΑΚΗΣ, Πέτρος καὶ Παῦλος στὴν Ἀντιόχεια. Ἱστορικὴ καὶ ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση, Ἀθήνα 2011, σσ. 248-281) καὶ σὲ ἀνάρτηση στὸ παρόν ἱστολόγιο στίς 7 Μαρτίου 2014 μέ τίτλο «Λίγες σκέψεις μὲ ἀφορμὴ τὴ Σύναξη τῶν Προκαθημένων στὴν Κωνσταντινούπολη«.

[5] Μεταξὺ πολλῶν ἄλλων σημαντικὸ γιὰ τὴ μελέτη τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου παραμένει τὸ ἔργο τοῦ Βασιλείου Π. Στογιάννου μὲ τίτλο «Ἡ Ἀποστολικὴ Σύνοδος», ΕΕΘΣΠΘ 18 (1973), σσ. 29-218.

[6] Ἡ πρακτικὴ αὐτὴ ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὰ διαδραματισθέντα πρὸ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἑπτὰ διακόνων, καθὼς οἱ ἐξ ἐθνῶν πιστοὶ διαμαρτυρήθηκαν ὅτι κατὰ τὴν καθημερινὴ διακονία «παρεθεωροῦντο» οἱ χῆρες τους (Πρ. 6:1). Ἐὰν ἔτρωγαν σὲ ξεχωριστὰ τραπέζια, τὰ ὁποῖα θὰ διακονοῦσαν ἐξ ἐθνῶν πιστοὶ δὲν θὰ ὑπῆρχε πρόβλημα οὔτε θὰ διαμαρτύρονταν «πρὸς τοὺς Ἑβραίους» (Πρ. 6:1).

[7] ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΓΕΡ. ΜΟΥΣΤΑΚΗΣ, ὅπ. π., σσ. 373-390. Προσδιορισμὸς τῆς ταυτότητάς τους ὄχι ὡς ἀπεσταλμένων τοῦ ἀπ. Ἰακώβου, ἀλλὰ ὡς προερχομένων ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Ἰερουσαλήμ.

[8] ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΓΕΡ. ΜΟΥΣΤΑΚΗΣ, ὅπ. π., σσ. 404-407. Ὁ JEROME MURPHY-O’CONNOR στὸ ἔργο του Paul. A Critical Life, Oxford: Oxford University Press 1997, σσ. 150-151) ἐκτιμᾶ ὅτι στὴν Ἀντιόχεια ἐτηρεῖτο ἕνας μέσος δρόμος: οἱ ἐξ ἐθνῶν ἀνέχονταν τὸ «κοσὲρ» φαγητὸ καὶ οἱ ἐξ Ἰουδαίων ἴσως φρόντιζαν νὰ ἔχουν τὸ δικό τους φαγητὸ κατὰ τὶς κοινωνικὲς ἐπαφὲς μὲ μὴ Ἰουδαίους πιστούς.

[9] Ἡ Ἀντιόχεια ἀπὸ τὴν ἵδρυσή της ἦταν χωρισμένη σὲ τέσσερεις διαφορετικὲς συνοικίες, ἀνάλογα μὲ τὴν ἐθνικὴ προέλευση τῶν κατοίκων (L.H. JONES, Strabo Geography. Books 1-17, 1917-1932, βιβλίο 16.2.4, C 750. Πρβλ. GLANVILLE DOWNEY, A History of Antioch in Syria from Seleucus to the Arab Conquest, Princeton: Princeton University Press, 31974, σ. 78, W.W. TARN, Hellenistic Civilisation, New York: World Publ., 1971, σ. 158), χωρὶς αὐτὸ νὰ ἐμποδίσει τὴν ὁμογενοποίησή τους ὑπὸ τὴν ὀμπρέλα τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ μὲ τὴ διαφοροποίηση τῶν Ἰουδαίων κατοίκων, οἱ ὁποῖοι παρὰ τὴν ἰσχυρότατη ἑλληνιστικὴ ἐπίδραση ποὺ εἶχαν δεχθεῖ δὲν συμμετεῖχαν στὴν ἐπίσημη λατρεία τῆς πόλεως.

[10] Ὡς μία ἀπὸ τὶς πλέον εὐκρινεῖς ἐξαιρέσεις σὲ αὐτὸν τὸν κανόνα πρέπει νὰ θεωρηθεῖ τὸ Ἰσραήλ, ὅπου θρησκεία καὶ ἐθνικὴ ταυτότητα συνδέονται ἄρρηκτα.

[11] Μάλιστα, αὐτὴ τὴ διάκριση σημειώνει καὶ ὁ ἀπ. Παῦλος κατὰ τὴ διαφωνία του μὲ τὸν ἀπ. Πέτρο ὅταν τονίζει «ἡμεῖς φύσει Ἰουδαῖοι καὶ οὐκ ἐξ ἐθνῶν ἁμαρτωλοί» (Γαλ. 2:15).

[12] Στὴν Ἀντιόχεια παραδείγματος χάριν ὑπῆρχαν περισσότερες ἀπὸ εἴκοσι συναγωγές, οἱ ὁποῖες ἔφεραν διαφορετικὰ ὀνόματα καὶ ἀπευθύνονταν -ὄχι πάντοτε- σὲ διαφορετικὲς ὁμάδες ἀνθρώπων (ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΓΕΡ. ΜΟΥΣΤΑΚΗΣ, ὅπ. π., σ. 121, ὅπου καὶ σχετικὴ συζήτηση).

[13] Στὴν ἐπιστολὴ Β’ Πέτρου 3:15 ἔχουμε μία ἄμεση καὶ σαφὴ μαρτυρία τῶν καλῶν σχέσεων ποὺ εἶχαν οἱ δύο ἀπόστολοι μετὰ τὸ περιστατικὸ τῆς Ἀντιόχειας. Σὲ αὐτὴ τὴν περικοπὴ ὁ ἀπ. Πέτρος ἀποκαλεῖ τὸν ἀπ. Παῦλο «ἀγαπητὸ ἀδελφό».

 

«. . . ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς», μὲ ἀναφορὰ στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο

Ετικέτες

, , , ,

Αὐτὲς οἱ τέσσερις λέξεις ποὺ παραδίδονται ἀπὸ τὸν εὐαγγ. Λουκᾶ στὸ πρῶτο κεφάλαιο τῶν Πράξεων εἶναι τὰ τελευταῖα λόγια ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὸν ὅμιλο τῶν μαθητῶν του πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀνάληψη καὶ ἀποτελοῦν τμῆμα τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος ποὺ διαβάζεται κατὰ τὴν ἑορτὴ αὐτή.

Ὁλόκληρη ἡ φράση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἑξῆς: «οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθεντο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, ἀλλὰ λήμψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ὑμᾶς καὶ ἐσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἰερουσαλὴμ καὶ πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς».

Διαβάζοντάς την ἐντοπίζουμε πολλὰ ἐνδιαφέροντα στοιχεῖα ποὺ σχετίζονται, μάλιστα, μὲ τὴν ἐπὶ θύραις Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ὁ Χριστὸς ὑπόσχεται στοὺς μαθητές Του ἐνίσχυση ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο θὰ κατέλθει στὸν κόσμο μας γιὰ νὰ φωτίσει καὶ νὰ στηρίξει τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα μὲ τὴν παρουσία τους στὸν κόσμο καὶ τὴ ζωή τους θὰ εἶχαν (καὶ ἔχουν ἀκόμη) νὰ ἀντιμετωπίσουν πολλὰ καὶ βασανιστικὰ προβλήματα.

ΑΝΑΛΗΨΗ ΚΡΗΤΗ 15οςΔυστυχῶς, πολλὲς φορὲς μοιάζουμε νὰ λησμονοῦμε αὐτὴ τὴν εὐεργετικὴ παρουσία καὶ δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴ ζωή μας καὶ ἠθελημένα ἢ ἀθέλητα τὸ παραμερίζουμε ἂν καὶ ἡ παρουσία του εἶναι ἰδιαιτέρως σημαντική. Μέσα ἀπὸ αὐτὸ τὸ πρίσμα πρέπει νὰ προσεγγίσουμε τὴν Σύνοδο εὐελπιστώντας ὅτι θὰ κυριαρχήσει ἡ διαλεκτικὴ τῆς Ἀγάπης μὲ ἐμπιστοσύνη στὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ ὑπερβαίνει τὰ προβλήματα καὶ νὰ θεραπεύει τὶς ἀνθρώπινες ἀτέλειες καὶ ἀδυναμίες.

Ἀντ᾿ αὐτοῦ, λίγες μέρες πρὶν ἀπὸ τὴν ἄριστη εὐκαιρία γιὰ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι συζήτηση, μὲ φίλους καὶ ἀδελφούς, ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχει προκαλέσει συγκίνηση σὲ ὅλους, κάποιοι «τραβοῦν τὸ σχοινὶ» πρὸς τὴν κατεύθυνση ποὺ νομίζουν ὅτι τοὺς συμφέρει ὥστε νὰ ἀποκομίσουν αὐτὸ ποὺ μικρονοϊκὰ ἐπιμένουν νὰ θεωροῦν ὀφελός τους.

Ἕνα ἄλλο πολὺ ἐνδιαφέρον σημεῖο τοῦ κειμένου εἶναι ἡ διαβεβαίωση τοῦ Κυρίου ὅτι μετὰ τὴ λήψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας θὰ γίνουν μάρτυρες τοῦ Κυρίου. Πράγματι, ὅταν ἀνοίγουμε τὸ στόμα μας ἢ ἐπιλέγουμε τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη στάση δίνουμε στοὺς γύρω μας μία μαρτυρία. Μία μαρτυρία ποὺ δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ἐξυπνάδα ἢ τὶς δυνατότητές μας, ἀλλὰ μὲ τὸ ὅτι εἴμαστε μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ μὲ αὐτὴ τὴν ἰδιότητα μαρτυροῦμε Χριστό. Μαρτυρία Χριστοῦ δὲν ἔδωσαν μόνο οἱ μάρτυρες καὶ οἱ Ἅγιοι, ἐν γένει, ἀλλὰ δίνουμε καὶ ἐμεῖς σὲ κάθε στιγμή, σὲ κάθε βῆμα τῆς ζωῆς μας.

Ἀντιλαμβανόμαστε ἄραγε πόσο θλιβερὴ γίνεται ἡ ὕπαρξή μας ὅταν ἡ μαρτυρία αὐτὴ ἀλλοιώνεται καὶ ἐπηρεάζεται ἀπὸ ἰδιοτελεῖς σοβαροφανεῖς ἐπιδιώξεις ὅπως φαίνεται νὰ πράττουν οἱ ἱεραρχίες κάποιων Ἐκκλησιῶν;

Ποιά θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἀρτιώτερη καὶ εὐγενέστερη μαρτυρία Χριστοῦ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν κοινὴ προσευχὴ στὴν Κρήτη τὴν Ἁγία ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τὴν τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας καὶ τὴν ἐν ἀγάπῃ καὶ ἀληθείᾳ συμμετοχὴ στὶς διαδικασίες τῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἔχει προετοιμαστεῖ ἐντατικά, προσεκτικὰ καὶ μεθοδικά;

Τί τὸ κακὸ θὰ μποροῦσε νὰ προέλθει ἀπὸ τὴ συζήτηση ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν;

Ἀκόμη καὶ τὰ προβλήματα δικαιοδοσιῶν, ποὺ ἀναμφίβολα εἶναι σημαντικά, δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ γίνουν πιὸ ἤπια, πιὸ ἀπαλά, λιγότερο ἐνοχλητικά, μὲ τὴ συζήτηση, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ἐξαλειφθοῦν πλήρως κάποτε;

Τὸ Οἰκουμενικό μας Πατριαρχεῖο, ὅπως ἀποδεδειγμένα ἔχει πράξει μὲ ἐπιτυχία καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν θὰ διακονοῦσε τὶς ἀδελφές Ἐκκλησίες καὶ σὲ αὐτὸ τὸ πεδίο.

Τὸ τρίτο σημεῖο ποὺ τραβᾶ τὴν προσοχή μας στὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Κυρίου, πρὶν τὴν Ἀνάληψή Του, εἶναι ἡ κατακλείδα.

Ἡ μαρτυρία θὰ ξεκινήσει ἀπὸ τὴν Ἰερουσαλήμ, ἀλλὰ δὲν θὰ περιοριστεῖ οὔτε σὲ αὐτὴ οὔτε στὴν Ἰουδαία οὔτε στὴ Σαμάρεια. Θὰ ξεπεράσει τὴ κάθε γνωστὸ ὅριο καὶ θὰ φθάσει «. . . ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς».

Ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Κυρίου πρέπει νὰ ἀκούστηκε κάπως, ἐπιτρέψτε μου, τρομακτικὸς στὰ αὐτιὰ τῶν μαθητῶν. Ἡ ἀντίληψη ποὺ ἐπικρατοῦσε ἀκόμη ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἦταν ὅτι πέρα ἀπὸ τὰ γνωστὰ ὅρια Μεσόγειος, Βόρεια Γερμανία-Βρετανία, Ἰνδία ὑπῆρχαν φοβερές συνθῆκες, τέρατα καὶ καταστάσεις ποὺ θὰ ἀπειλοῦσαν τὴ ζωή ὅσων προσπαθοῦσαν νὰ τὰ ὑπερβοῦν. Παρὰ ταῦτα, ὁ Χριστὸς μὲ τὴ φράση αὐτὴ θέτει τὶς βάσεις γι᾿ αὐτὸ ποὺ θὰ συμβεῖ στοὺς κατοπινοὺς αἰῶνες ὅταν ἡ χριστιανικὴ ἱεραποστολὴ θὰ ἄνοιγε δρόμους βαδίζοντας σὲ ἄγνωστους τόπους, σὲ «ἀχαρτογράφητες» χῶρες καὶ οἱ μαθητὲς ἀκολουθοῦν δυναμικὰ κάνοντας πράξη τὸ λόγο Του. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἀναφέρεται μόνο στὶς περιοχὲς ποὺ κατοικοῦνταν ἢ ποὺ νόμιζαν τότε ὅτι κατοικοῦνταν, ἀλλὰ ὡς ὅριο θέτει τὴν ἴδια τὴ γῆ, ὁλόκληρο τὸν πλανήτη μας.

Καὶ ἐδῶ πρέπει νὰ ἐντοπίσουμε τὴν κύρια συνεισφορὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὸν κόσμο μας: εἶναι αὐτὸ ποὺ προϊόντος τοῦ χρόνου καὶ δεδομένων τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν λοιπῶν συνθηκῶν ἀνέλαβε νὰ κάνει πράξη τὴν προτροπὴ τοῦ Κυρίου καὶ νὰ μεταφέρει τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας « . . . ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς».

ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΕἶναι δὲ ἐντυπωσιακὸ ὅτι αὐτὴ τὴν πρωτοκαθεδρία ἀποδέχθηκαν καὶ ἀποδέχονται δίχως καμία τάση ἀμφισβήτησης τὰ Πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων – μὰ καὶ ὅσες Ἔκκλησίες ἀνακηρύχθηκαν στὴ νεώτερη ἐποχή, τὰ ὁποῖα ἄσκησαν καὶ ἀσκοῦν τὴν πολύπευρη προσφορά τους σὲ συγκεκριμένα, ἀμοιβαῖα σεβαστὰ -παρὰ κάποιες πρόσκαιρες ἀντιπαραθέσεις- τοπικὰ ὅρια.

Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἀντιθέτως -ὅπως πανορθοδόξως εἶναι ἀποδεκτὸ- δὲν ἔχει οὔτε τοπικὰ οὔτε ἐθνικὰ ὅρια. Τὸ πεδίο δράσης του καὶ τὸ ὅριο τῆς εὐθύνης του εἶναι τὸ «ἔσχατον τῆς γῆς». Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ μὲ συνείδηση τῶν ὑποχρεώσεων του καὶ μὲ γενναιόφρονα ἀποδοχὴ τῆς εὐθύνης, ποὺ ἀπὸ αἰῶνες φέρει, ποιμαίνει τὴν Οἰκουμένη μὲ μαρτυρικὴ διαθεση καὶ φιλάδελφο πνεῦμα ἱδρύοντας συνεχῶς νέες Μητροπόλεις καὶ στελεχώνοντάς τες μὲ ἱκανοὺς ἱεράρχες καὶ κληρικούς, οἱ ὁποῖοι, παρὰ τὰ προβλήματα ποὺ ἀντιμετωπίζουν, κατηχοῦν, διδάσκουν, διαλέγονται, ἁγιάζουν καὶ ἐν τέλει σώζουν νέους καὶ παλαιοὺς πιστοὺς καὶ κάνουν πράξη τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου πρὸς τοὺς μαθητὲς καὶ πρὸς ὅλους μας.

Μέσα ἀπὸ τὴ μελέτη τῆς περικοπῆς τῶν Πράξεων καὶ τῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου γιὰ κήρυξη τοῦ εὐαγγελίου στὰ πέρατα τῆς γῆς σβήνουν μπροστὰ ἀπὸ τὰ μάτια μας καὶ ξεθωριάζουν σιγὰ σιγὰ οἱ μικρόψυχες καὶ ὑστερόβουλες, ἐκ τῶν ὑστέρων, αἰτιάσεις, ἐνστάσεις καὶ ἀντιδράσεις, ὅσων συγχέουν τὸ « . . . ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» μὲ τὰ στενὰ ὅρια τοῦ οἴκου, τῆς σκέψης καὶ τῆς καρδιᾶς τους.

Ἂς εὐχηθοῦμε, λοιπόν, ὁ σαρωτικὸς λόγος τοῦ Κυρίου, ποὺ διαλύει τὰ ὅρια καὶ σπάζει τὰ δεσμά, νὰ μᾶς πείσει νὰ θέσουμε τέλος στὴ λογικὴ τῶν διαιρέσεων καὶ ὁμαδοποιήσεων, νὰ ἐπικρατήσει ἡ πάγια πρακτικὴ καὶ ἡ ἀπὸ αἰῶνες ἐκπεφρασμένη ἐπιθυμία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νὰ φέρει τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ «. . . ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» καὶ ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος νὰ διακηρύξει τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀληθεία τῆς Ἐκκλησίας στὰ περάτα τῆς οἰκουμένης.

Ζώντας τή χαρά μέ τόν Χριστό καί τούς Ἁγίους μας

Ετικέτες

, , ,

Χριστός ἀνέστη!

Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ δημοσιεύθηκε στό περιοδικό «Πειραϊκή Ἐκκλησία» (τεῦχος Μαΐου 2016, σελ. 32-33) σέ ἀφιέρωμα μέ θέμα «Χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ’. Οἰ φωτογραφίες εἶναι από διάφορα πανηγύρια στήν Κῶ.

Σὲ ἀντίθεση μὲ ὅ,τι θεωροῦν κάποιοι ὡς ἔκφραση πνευματικότητας (π.χ. τὸ σκυθρωπὸ καὶ σοβαροφανὲς ὕφος) καὶ μὲ τὸν δυτικὸ τρόπο σκέψης καὶ πράξης (π.χ. ὅπως παρουσιάζεται στὸ μυθιστόρημα «Τὸ ὄνομα τοῦ ρόδου» τοῦ Οὐμπέρτο Ἔκο, στὸ ὁποῖο μία σειρὰ φόνων διαπράττεται σὲ ἕνα ρωμαιοκαθολικὸ μοναστῆρι γιὰ νὰ ἐμποδιστεῖ τὸ γέλιο καὶ οἱ ἐκδηλώσεις χαρᾶς), ἡ χαρὰ ἀποτελεῖ καίριο, βασικό, οὐσιῶδες, συστατικὸ τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως ἀποδέχεται σύσσωμη ἡ ὀρθόδοξη παράδοση καὶ ἡ πνευματικότητα τῶν ἁγίων.

Ἀναμφίβολα, ὅταν ἀναφερόμαστε στὴν ἔννοια τῆς χαρᾶς καὶ στὴ λειτουργία της στὴν Ὀρθοδοξία δὲν ἐννοοῦμε τὸν ἐμπαιγμὸ τῶν ἄλλων, τὴν ἀχαλίνωτη διασκέδαση, τὴν ἐκτὸς ὁρίων συμπεριφορά.

Ἀφετηρία καὶ αἰτία τῆς χαρᾶς καὶ τῶν ἐκδηλώσεων ποὺ πηγάζουν ἀπὸ αὐτὴ εἶναι ὁ λόγος τοῦ Κυρίου «τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ᾿ ὑμῶν» (Ἰω. 16:22), ὅπως ἔχει καταγραφεῖ στὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ τὸν παρουσιάζει ὁ Γιῶργος Πατρῶνος, Ἄρχων Διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου τῆς ΜτΧΕ καὶ Ὁμότιμος Καθηγητὴς τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν στὸ βιβλίο του «Ἡ χαρὰ στὴν Καινὴ Διαθήκη».

Ἀναμφίβολα, γιὰ νὰ ἔχει νόημα ἡ συζήτηση γιὰ τὴ χαρὰ καὶ τὴ σπουδαιότητά της στὴ ζωή μας πρέπει αὐτὴ νὰ περνᾶ στὴν καθημερινότητά μας καὶ νὰ τὴν ἀλλάζει, νὰ τὴν μεταμορφώνει σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ ἑορτασμὸς τῶν μεγάλων Δεσποτικῶν καὶ Θεομητορικῶν ἑορτῶν καὶ τῆς μνήμης τῶν Ἁγίων χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἔκφραση αὐτῆς τῆς χαρᾶς μέσῳ τοῦ πανηγυριοῦ ποὺ πραγματοποιεῖται μὲ ἀφετηρία καὶ κέντρο κάποιον ἱερὸ ναό.

Εἶναι πράγματι δύσκολο νὰ προσεγγίσουμε τὸ πνευματικό, κοινωνικὸ καὶ πολιτιστικὸ πλαίσιο τῶν πανηγυριῶν, ἰδιαίτερα μὲ τὸ μετασχηματισμὸ ποὺ ἔχει ὑποστεῖ στὸ σύγχρονο ἀστικὸ περιβάλλον, γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ θὰ περιοριστοῦμε σὲ ἀναφορὰ μίας σειρᾶς στοιχείων ὅπως αὐτὰ λειτουργοῦν στὸ περιβάλλον τῆς ὑπαίθρου καὶ πάλι, βέβαια, ὑπὸ τὴν ἔντονη ἐπίδραση τοῦ ἀστικοῦ χώρου.

Ἡ δομὴ τοῦ ἑορτασμοῦ ἑνὸς ναοῦ (ἐνοριακοῦ, ἱδρυματικοῦ, παρεκκλησίου ἢ ἐξωκκλησίου) εἶναι σὲ γενικὲς γραμμὲς ἁπλὴ: ἀφ᾿ ἑσπέρας, δηλαδὴ τὸ ἀπόγευμα τῆς παραμονῆς, ὁ Πανηγυρικὸς Ἑσπερινός, σχεδὸν πάντοτε μὲ τὴν εὐλογία ἄρτων (ἀκολουθία τῆς Ἀρτοκλασίας) καὶ τὴν ὑπὲρ ὑγείας μνημόνευση τῶν ὀνομάτων τῶν προσφερόντων. Τὴν κυριώνυμο ἡμέρα, δηλαδὴ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς μὲ Ὄρθρο καὶ Ἀρτοκλασία, τὴ Θεία Λειτουργία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καὶ τὸ κεντρικὸ σημεῖο τῆς ἑορτῆς, καὶ στὴ συνέχεια, συνήθως, τὴ λιτάνευση τῆς εἰκόνας τοῦ ναοῦ. Σὲ κάποιες περιπτώσεις, ἡ λιτάνευση πραγματοποιεῖται τὸ ἀπόγευμα καὶ ἀκολουθεῖ μεθέορτος Ἑσπερινὸς ἢ καὶ Παράκληση τοῦ Ἁγίου.

Γύρω ἀπὸ αὐτὲς τίς, ἐν πολλῇ χαρᾷ, τελούμενες λατρευτικὲς πράξεις οἰκοδομεῖται μία σειρὰ παράλληλων δράσεων ποὺ δίνουν ἕναν πανηγυρικό, ἑορταστικὸ καὶ χαρμόσυνο τόνο σὲ ὅλη τὴν ἐνορία, τὴ συνοικία, τὸ χωριὸ ἢ τὴν περιοχή.

Θὰ ἀναφερθῶ συνοπτικά, τηρώντας μία κατὰ τὸ δυνατό, χρονικὴ σειρὰ σὲ στοιχεῖα ποὺ δείχνουν τὴ χαρὰ στὰ πανηγύρια ἀπὸ τὴ μικρὴ γνώση ποὺ ἔχω γιὰ τὴν ἐθιμικὴ ζωὴ τῆς Κῶ καὶ τῆς Νισύρου, χωρὶς νὰ εἰσέλθω σὲ λεπτομέρειες.

Σε κάποιες περιπτώσεις, ἰδιαίτερα σὲ ἐξωκκλήσια, οἱ ἐκδηλώσεις χαρᾶς ξεκινοῦν μέρες πρὶν ἀπὸ τὴν ἑορτὴ ὅταν καταφθάνουν ἐξοπλισμένοι μὲ τὰ ἀναγκαῖα αὐτοὶ ποὺ θὰ προετοιμάσουν τὸ χῶρο γιὰ νὰ δεχθεῖ τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς προσκυνητές. Αὐτὲς οἱ ὁμάδες, καταλύουν στὸ χῶρο τοῦ ναοῦ ἢ σὲ παρακείμενο μικρὸ οἴκημα καὶ ὅλη τὴν ἡμέρα ἀσχολοῦνται μὲ τὶς ἀπαραίτητες ἐργασίες καὶ ὅταν βραδιάσει ἀφοῦ σὲ κάποιες περιπτώσεις ψάλλουν τὸν Ἑσπερινὸ ἢ τὴν Παράκληση τοῦ Ἁγίου, ὅλοι μαζὶ τρῶνε, θυμοῦνται παλιὲς ἱστορίες καὶ ἀπολαμβάνουν τὴν ἡσυχία καὶ τὴν ὀμορφιὰ τῆς φύσης.

Τὰ περισσότερα πανηγύρια ξεκινοῦν μετὰ τὸν Ἑσπερινό, ἰδιαίτερα στὶς περιπτώσεις ποὺ δὲν ὑπάρχει νηστεία καὶ μποροῦν ἐλεύθερα νὰ φᾶνε καὶ νὰ διασκεδάσουν. Αὐτὸ τὸ κοινὸ γεῦμα εἶναι στοιχεῖο τοῦ πανηγυριοῦ ποὺ ἔχει χαθεῖ ἐντελῶς στὸ ἀστικὸ περιβάλλον, ἂν καὶ σύμφωνα μὲ τοὺς ἐπιστήμονες ἔλκει τὴν καταγωγή του ἀπὸ τὶς πρωτοχριστιανικὲς «ἀγάπες» (σχετικὴ ἐπιστημονικὴ ἀνακοίνωση ἔχει κάνει ὁ Σεβ. Μητρ. Κώου καὶ Νισύρου κ. Ναθαναὴλ γιὰ τὰ γεύματα τῶν πανηγυριῶν τῆς Καρπάθου). Συνήθως, τὸ φαγητὸ εἶναι συγκεκριμένο καὶ ἔχει καθιερωθεῖ μεταφέροντας τὴν ἐμπειρία πολλῶν ἐτῶν μὲ κριτήριο ὄχι τόσο τὸ νὰ φᾶνε οἱ συνδαιτυμόνες, ἀλλὰ νὰ βρεθοῦν ὅλοι μαζὶ καὶ νὰ συνεχίσουν μὲ ὁμαδικὴ διασκέδαση τὴν ἑορτή. Γι᾿ αὐτὸ εἶναι φαγητὸ ποὺ μπορεῖ εὔκολα νὰ παραχθεῖ σὲ μεγάλες ποσότητες, μὲ μικρὸ κόστος καὶ χορταστικό. Σχεδὸν πάντοτε, σὲ αὐτὰ τὰ γεύματα ὑπάρχει μουσικὴ καὶ τραγούδι, καὶ τὸ χορὸ παραδοσιακὰ ἀνοίγει ὁ ἱερέας τοῦ χωριοῦ ἢ ἀκόμη καὶ ὁ ἐπίσκοπος τοῦ τόπου.

Αὐτοὶ ποὺ διακονοῦν σὲ αὐτὲς τὶς συνεστιάσεις προσφέρουν ἐθελοντικὰ τὴν ἐργασία τους καὶ καμαρώνουν ἰδιαίτερα γι᾿ αὐτό. Δὲν εἶναι σπάνιο φαινόμενο (π.χ. στὴν Κάρπαθο) νὰ ἔρχονται ὁμογενεῖς ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ διακονήσουν στὸ πανηγύρι τοῦ χωριοῦ ἢ ἑνὸς ἐξωκκλησιοῦ.

 

Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ὁ ἑορτασμὸς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Καστριανῶν στὸ Παλαιὸ Πυλὶ τῆς Κῶ ποὺ εἶναι μία βυζαντινὴ καστροπολιτεία ὅπως ὁ Μυστρᾶς. Τὴν μονὴ αὐτὴ οἰκοδόμησε μετὰ ἀπὸ πρόσκληση τοῦ Κώου μοναχοῦ Ἀρσενίου Σκηνουρίου, ὁ ὁποῖος τοῦ παραχώρησε τὸ χῶρο, τὸ 1080 ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος ὁ Λατρηνός, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶναι πολὺ γνωστὸς ἀπὸ τὴ δράση του στὴν Πάτμο. Ἡ μονὴ πανηγυρίζει στὴν ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου καὶ πλήθη πιστῶν συρρέουν ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν Κῶ. Οἱ ἑτοιμασίες ξεκινοῦν μέρες πρίν. Μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ προσφέρονται λουκουμάδες ποὺ φτιάχνονται ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἀπὸ τοὺς ὑπευθύνους. Πάρα πολλοὶ ἀπὸ τοὺς προσκυνητὲς παραμένουν ὅλο τὸ βράδυ στὴν περιοχὴ καὶ γιὰ νὰ ζεσταθοῦν ἀνάβουν φωτιὲς στὰ πλατώματα τῆς πολιτείας, καθὼς τὸ κρύο εἶναι τσουχτερό. Κοιτάζοντας ἀπὸ μακριὰ τὶς παρέες νὰ εἶναι συγκεντρωμένες μὲ χαρά, πειράγματα καὶ γέλια γύρω ἀπὸ τὶς φωτιὲς ὁ παρατηρητὴς ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς -ἐν προκειμένῳ- ἔχει ἀκόμη καὶ σήμερα τὴ δύναμη νὰ ἑνώσει καὶ νὰ προσφέρει χαρά.

Στὸ Πυλὶ καὶ σὲ ἄλλα χωριὰ τῆς Κῶ τὰ παλαιότερα χρόνια συναντούσαμε τὸ ἔθιμο τῆς «ἀφφαλλίας». Μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ τῆς Ἀγάπης στὸ προαύλιο τοῦ ναοῦ οἱ ἐπίτροποι προετοίμαζαν κοινὸ γεῦμα. Ἔστρωναν τραπέζια γιὰ ὅλους τοὺς χωριανούς, ἀγόραζαν τὰ ὑλικὰ γιὰ τὴν παρασκευὴ τοῦ γεύματος, τὸ κρασὶ καὶ ὅλα τὰ χρειώδη. Τὸ γεῦμα ξεκινοῦσε μὲ προσευχὴ καὶ μόλις ὁλοκληρωνόταν οἱ παρακαθήμενοι στρέφονταν στὸ χορὸ καὶ τὸ τραγούδι ποὺ συνέχιζαν γιὰ πολύ. Τὸ κοινὸ γεῦμα καὶ τὸ ἔθιμο τῆς «κούπας», μέσα στὴν ὁποία ἔριχναν τὸν ὀβολό τους, ἦταν ἄριστη εὐκαιρία γιὰ νὰ συγκεντρωθοῦν χρήματα γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς ἐνορίας, νὰ ἔλθουν σὲ ἐπικοινωνία οἱ οἰκογένειες, οἱ νέοι, οἱ γεροντότεροι, καὶ νὰ περάσουν μερικὲς στιγμὲς ξενοιασιᾶς ὅλοι μαζὶ ὡς μία ἑνότητα, ὡς μία κοινωνία.

Σήμερα, τὰ πανηγύρια, τῶν πόλεων κυρίως, ἔχουν ἐντονότερο ἐμπορικὸ χαρακτήρα, ἂν καὶ στὸ παρελθὸν αὐτὸς ὁ χαρακτήρας δὲν ἦταν τελείως ἀπών: στὸ πανηγύρι τοῦ Ἀσωμάτου στὸ Ἀσφενδιοῦ τῆς Κῶ οἱ παλαιότεροι θυμοῦνται ὅτι ὡς παιδιὰ πήγαιναν μὲ χαρὰ καὶ λαχτάρα γιὰ νὰ ἀγοράσουν τὰ φημισμένα ἀσφενδιανὰ πορτοκάλια.

Τὰ τελευταῖα χρόνια τὰ πανηγύρια ξαναζωντανεύουν ἐκφράζοντας μία αὐθόρμητη ἀντίδραση στὴν προσπάθεια κάποιων νὰ μᾶς ἐγκλωβίσουν σὲ μία μοναχική, ἀπομονωμένη καὶ μονοδιάστατη πραγματικότητα. Φανερώνουν τὴν ἔντονη ἐπιθυμία μας νὰ προεκτείνουμε τὴν λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας στὸ χῶρο τῆς καθημερινότητας γιὰ νὰ τὴν ζήσουμε ὠς ἔκφραση χαρᾶς.

IMG_3166

Ἡ προσπάθεια δημοτικῶν ἀρχόντων καὶ φορέων νὰ «ἀντικατασταθοῦν», κατὰ κάποιον τρόπο, τὰ πανηγύρια μὲ τὶς διάφορες «γιορτὲς» τοῦ κρασιοῦ, τῆς μπύρας, τῆς σαρδέλας κ.ἄ., ἂν καὶ σὲ κάποιες περιπτώσεις συγκεντρώνουν κόσμο, δὲν διατηροῦν τὸ στοιχεῖο τῆς κοινότητας καὶ τῆς χαρᾶς ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴ σύνδεση τοῦ γλεντιοῦ μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ διάσταση τοῦ πανηγυριοῦ καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ παραμένουν ἄσχετες μὲ τὴν καθημερινότητά μας καὶ ξένες, σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ πανηγύρια ποὺ ἐκφράζουν τὴν πληρότητα τῆς χριστιανικῆς χαρᾶς, ἡ ὁποία δὲν ἀφήνει ἀνεπηρέαστη καμία πτυχὴ τῆς ζωῆς μας.

Παραχαράξεις που υπέστη το πρόσωπο του Χριστού από τους συγχρόνους του

Ετικέτες

, , , , ,

Συνήθως, χρησιμοποιούμε τη λέξη «παραχάραξη» για να δηλώσουμε την προσπάθεια κατασκευής κίβδηλων –πλαστών– νομισμάτων. Η ετυμολογία της περιγράφει την πράξη του απατεώνα νομισματοκόπου, ο οποίος παρά τον νόμο χαράσσει σχέδια σε μια μήτρα για να δημιουργήσει πλαστά, μη αυθεντικά, νομίσματα με χαμηλή περιεκτικότητα πολυτίμων μετάλλων και να κερδίσει διοχετεύοντάς τα στην αγορά.

Κατ᾿ επέκταση, στην καθομιλουμένη η λέξη έχει ταυτιστεί με κάθε προσπάθεια παραποίησης και αλλοίωσης φράσεων, εννοιών, αντιλήψεων.

mironositeΤο πρόσωπο του Χριστού υπέστη πάρα πολλές παραχαράξεις από τη στιγμή που ήρθε στον κόσμο μας μέχρι σήμερα. Πολλοί αλλοίωσαν και διέστρεψαν το σκοπό της παρουσίας Του ανάμεσά μας ήδη από την εποχή που ζούσε. Για να κατανοήσουμε αυτές τις προσπάθειες παραχάραξης θα πρέπει να αναφερθούμε στὸν ιουδαϊσμό της εποχής του Χριστού, ο οποίος ήταν κράμα πολλών διαφορετικών παραδόσεων. Οι παραδόσεις αυτές ήταν διαδεδομένες, ισχυρές, με πολλούς και φανατικούς οπαδούς, οι οποίοι τις υποστήριζαν με πάθος.

Οι Ιουδαίοι περίμεναν με λαχτάρα τον Μεσσία, αλλά δεν ήταν ξεκάθαρο τι ακριβώς σήμαινε γι᾿ αυτούς. Για να καταλάβουμε το μετασχηματισμό της σχετικής έννοιας θα πρέπει να κάνουμε μία σύντομη αναδρομή στην ιστορία του Ισραήλ.

Κατά την εποχή του Χριστού ο Ιουδαϊσμός ήδη βρισκόταν σε σκλαβιά αιώνων. Στην πραγματικότητα από το 600 π.Χ. και έπειτα η Παλαιστίνη, με την παρένθεση της επανάστασης των Μακκαβαίων, ποτέ δεν ήταν ελεύθερη. Οι κατακτητές ήταν πολλοί: οι Βαβυλώνιοι, οι Μήδοι, οι Πέρσες, ο Μέγας Αλέξανδρος, οι Πτολεμαίοι και (από το 200 π.Χ.) οι Σελευκίδες  και οι Ρωμαίοι, αρχικά ως επικυρίαρχοι και στη συνέχεια ως κατακτητές.

Ακόμη και η περίοδος των Μακκαβαίων και των Ασμοναίων βασιλέων που ακολούθησε (περίπου από το 165-64 π.Χ.) και για την οποία ο Ιουδαϊσμός ήταν και είναι υπερήφανος ήταν μία περίοδος με τρομερά προβλήματα, συνεχείς πολέμους με άλλους λαούς, π.χ. το βασίλειο των Σελευκιδών, και φοβερές ενδοδυναστικές συγκρούσεις (αδελφός σκότωνε τον αδελφό και ο πατέρας τα παιδιά).

Ένα μεγάλο μέρος του λαού είχε συρθεί σε αιχμαλωσία στη Βαβυλώνα ήδη από το 597 και όταν του δόθηκε η δυνατότητα να επιστρέψει στην πατρώα γη (από το 530 και εξής) επέλεξε να μείνει στον τόπο αιχμαλωσίας του. Έτσι, δημιουργήθηκε μία μεγάλη σε έκταση και ισχυρή σε παραδόσεις διασπορά, η οποία με την πάροδο των ετών διογκωνόταν και ανέπτυσσε δικούς της θεσμούς.

Η καταλυτική δύναμη του ελληνισμού ασκούσε φοβερή επίδραση επάνω στον Ιουδαϊσμό, κυρίως μέσα από τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας, η οποία είχε διεισδύσει στο εβραϊκό λεξιλόγιο σε πολύ μεγάλο βαθμό. Το ίδιο συνέβαινε με τα ονόματα, τις συνήθειες της καθημερινότητας (π.χ. άθληση στο «γυμνάσιο») και την τέχνη.

Όλα αυτά επηρέασαν την πίστη στον ερχομό του Μεσσία με πολύ άμεσο και δυναμικό τρόπο. Αν και αρχικά οι αντιλήψεις για τον Μεσσία παρέπεμπαν σε μία μορφή που σταλμένη από τον Θεό θα οδηγούσε το λαό στη σωτηρία από την αμαρτία, δηλαδή σε μία αντίληψη που μοιάζει με τη δική μας για τον Μεσσία-Σωτήρα, σύντομα κάτω από τις ισχυρές επιδράσεις που αναφέραμε, αυτή η προσέγγιση άλλαξε και έδωσε τη θέση της στην πίστη ότι ο Μεσσίας θα είναι το πρόσωπο που σταλμένο από τον Θεό θα απελευθερώσει τον Ισραήλ, θα τον επαναφέρει στην πρότερη δόξα (π.χ. του ενιαίου Βασιλείου του Δαβίδ) και θα τον κάνει αρκετά ισχυρό ώστε τελικά να κυριαρχήσει επάνω στους εχθρούς του.

Αυτή η αντίληψη ήταν πολύ διαδεδομένη στην Παλαιστίνη και έθελγε ιδιαίτερα τους Ιουδαίους, οι οποίοι απολύτως δικαιολογημένα επιθυμούσαν διακαώς την απελευθέρωση της πατρίδας τους. Μέσα από αυτή την παρανόηση του στόχου του Μεσσία κινήθηκαν με μία σειρά επιλογών που τους οδήγησαν ακόμη και σε ένοπλη δράση, όπως παραδείγματος χάρη η περίπτωση των «σικαρίων» (ανδρών που κρατούσαν μαχαίρια με τα οποία σκότωναν τους εχθρούς του ιουδαϊκού λαού).

Γνωρίζοντας αυτές τις αντιλήψεις κατανοούμε καλύτερα τον θριαμβευτικό τρόπο της εισόδου του Χριστού στην Ιερουσαλήμ, όπου τα πλήθη τον ζητωκραύγασαν ως βασιλέα του Ισραήλ: «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου (= ο Μεσσίας), ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ» (Ιω. 12:13). Διαβάζοντας αυτή την τόσο γνωστή φράση θα δούμε ότι ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου ακολουθείται από την επεξήγηση «ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ», δηλαδή ο Βασιλιάς μας. Οι άνθρωποι περίμεναν το βασιλιά που θα τους λύτρωνε από τα δεινά και τον έβλεπαν στο πρόσωπο του Χριστού.

Η στάση του λαού ερμηνεύει και την ανάλογη αλλά αντίθετη στάση των κεφαλών του Ισραήλ: του Αρχιερέα, των μελών του Μεγάλου Συνεδρίου, των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων, και, φυσικά, των Γραμματέων και των νομομαθών, οι οποίοι περιφρονούσαν τον «ὄχλον τὸν μὴ γιγνώσκοντα τὸν Νόμον»: Ο εκλεκτός του λαού δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει αποδεκτός από αυτούς, όταν μάλιστα ήταν μία μορφή που δεν δίστασε ούτε μία στιγμή να περιφρονήσει τη σκληρότητα και την αρρωστημένη τυπολατρία τους και να στηλιτεύσει την απομάκρυνσή τους από το πνεύμα του Νόμου.

Γι᾿ αυτό ήταν αναμενόμενη η στάση τους απέναντι στον Χριστό του Θεού: από πολύ νωρίς αναζητούσαν τρόπο να τον σκοτώσουν. Μάλιστα, ήθελαν να συνδυάσουν την καταδίκη του με νομικά παραπτώματα και, φυσικά, να έχουν την νομιμοποιητική κάλυψη των Ρωμαίων. Έτσι όταν διαπίστωσαν την αντίθεση του, κατά τις ιστορικές μαρτυρίες, σκληρού επάρχου Ποντίου Πιλάτου δεν δίστασαν να τον εκβιάσουν ανοικτά, λέγοντας δημοσίως ότι αν δεν τον καταδικάσεις δεν είσαι φίλος του Καίσαρα, δηλαδή αρνείσαι την Αυτοκρατορική εξουσία και κατ᾿ επέκταση είσαι εχθρός του κράτους.

Γνωρίζοντας την σύγχυση που επικρατούσε στον Ισραήλ σχετικά με τη μορφή του Μεσσία και το πρόσωπό Του, ο ίδιος ο Χριστός ρώτησε τους μαθητές Του «τίνα μέ λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι;» (Μάρκου 8:27).

Κατά την εποχή του Χριστού, στον Ιουδαϊσμό υπήρχαν πολλές ομάδες, οι οποίες είχαν σημαντικές αποκλίσεις στη διδασκαλία τους. Ο Ιουδαϊσμός μάλλον ενθάρρυνε αυτή την περίεργη πρακτική με δύο προϋποθέσεις: να σέβονται (σε γενικές γραμμές, επισήμως, θα λέγαμε) το Νόμο και να παρακολουθούν τη λατρεία στο Ναό. Πολλά χωρία των ευαγγελίων αναφέρονται σε αυτή την πολυμορφία με πιο γνωστό το ευαγγέλιο που διαβάζεται το βράδυ της Μεγάλης Δευτέρας και παρουσιάζει τη συζήτηση σχετικά με την ανάσταση των νεκρών, την οποία οι Σαδδουκαίοι (μία αριστοκρατική ομάδα προσκολλημένη στον γραπτό Νόμο) απέρριπταν. Αυτοί για παράδειγμα ήταν από αυτούς που πίστευαν ότι ο Μεσσίας είχε κοσμικό χαρακτήρα και έπρεπε να αναλάβει ανάλογη δράση και κατηγόρησαν τον Χριστό ως διαστροφέα της αποστολής του Μεσσία. Βέβαια, για να πετύχουν το στόχο της εξοντώσεως του Χριστού δεν δίστασαν, παρά τις διαφορές των αντιλήψεων, να συμμαχήσουν με τους Φαρισαίους.

Άλλες ομάδες που γνωρίζουμε ήταν οι Φαρισαίοι (= περουσείμ, οι ξεχωριστοί, όπως ήθελαν να τους αποκαλούν), οι Θεραπευτές (μία σχετικά άγνωστη ομάδα για την οποία μας μιλά ο Ιώσηπος), οι Εσσαίοι (μία ομάδα για την οποία πολύς λόγος έγινε μετά την ανακάλυψη το 1947 των χειρογράφων του Κουμράν, τα οποία γρήγορα και με ασφάλεια αποδόθηκαν σε αυτούς).

Η απάντηση των μαθητών στην ερώτηση του Ιησού είναι ενδεικτική της συγχύσεως που επικρατούσε: «οἱ δὲ εἶπαν αὐτῷ λέγοντες Ἰωάννην τὸν Βαπτιστήν, καὶ ἄλλοι Ἠλίαν, ἄλλοι δὲ ὅτι εἷς τῶν προφητῶν» (Μάρκου 8:2), δηλαδή άλλοι λένε ότι είσαι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, άλλοι ο Ηλίας, άλλοι κάποιος από τους προφήτες.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και Βαπτιστής του Κυρίου ήταν και τότε όπως και σήμερα μία μορφή πολύ μεγάλου κύρους. Όπως γνωρίζουμε και ο Χριστός μίλησε με ιδιαίτερη θέρμη για τη μορφή του Προδρόμου λέγοντας ότι δεν υπάρχει γεννημένος άνθρωπος που να τον ξεπερνά. Ο Ιωάννης, κηρύττοντας ως πρό-δρομος του Κυρίου, είχε συγκεντρώσει γύρω του μία σημαντική ομάδα μαθητών και είχε επηρεάσει πολλούς με τη διδασκαλία του. Ο εγκληματικός τρόπος θανατώσεώς του είχε πείσει πολλούς από τους Ιουδαίους ότι μία τέτοια μορφή δεν μπορούσε να χαθεί από την κακία και την αδικία λίγων ανθρώπων, αλλά θα επανερχόταν στη ζωή για να ολοκληρώσει το έργο του και να λυτρώσει τον κόσμο από το κακό. Όπως μας πληροφορεί ο ευαγγελιστής Ιωάννης στο 1ο κεφάλαιο του ευαγγελίου του, αν και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος γνώριζε ότι δεν ήταν αυτός το Φως, ο Μεσσίας, αλλά απλώς προετοίμαζε το δρόμο για Εκείνον που θα ακολουθούσε, πολλοί ήταν εκείνοι που νόμιζαν ότι ήταν ο Μεσσίας. Γι΄, αυτό, όταν μετά την θανάτωση του Προδρόμου ξεκίνησε το δημόσιο κήρυγμα του Χριστού συνέδεσαν τις δύο μορφές και νόμισαν ότι ήταν μία και η αυτή.

Εν συνεχείᾳ, οι μαθητές αναφέρουν τη μορφή του Προφήτη Ηλία. Μορφή ιδιαίτερα σεβαστή για τους Ιουδαίους, καθώς ηγήθηκε στον αγώνα τους ενάντια στους εχθρούς τους. Όχι μόνο ενάντια στους άπιστους βασιλείς (π.χ. Αχαάβ και Ιεζάβελ), αλλά και ενάντια στους ψεύτικους θεούς και τους προφήτες τους που κατά την εποχή του Ηλία είχαν κυριαρχήσει στον Ισραήλ παραγκωνίζοντας την λατρεία του Γιαχβέ, του Αληθινού Θεού. Θυμόμαστε τις συγκλονιστικές περιγραφές της συγκρούσεως του Ηλία με τους προφήτες των ξένων θεών και την απόλυτη επικράτησή του. Ο Ηλίας είχε πολλές θεοφάνειες και για μεγάλο χρονικό διάστημα, όταν τον κατεδίωκαν οι άνθρωποι, τρεφόταν με τη βοήθεια του Θεού. Επίσης, ο Ηλίας όπως μας πληροφορεί η Παλαιά Διαθήκη ανέβηκε στους ουρανούς ζωντανός επάνω σε ένα άρμα.

Όλα αυτά τα στοιχεία είχαν προκαλέσει έντονη προσδοκία για επάνοδό του, και μάλιστα, ένδοξη.

Αναμφίβολα, η παρουσία των προφητών στην πνευματική ζωή του Ισραήλ ήταν πολύ έντονη ακόμη και την εποχή του Χριστού. Πολλοί ήταν αυτοί που περίμεναν να ζήσουν μία δυναμική κάθοδο και μία δυναμική παρουσία του Μεσσία, όπως μάθαιναν για την κλήση των προφητών, και απογοητεύθηκαν από την ταπείνωση και την απλότητά Του.

Εξάλλου, οι Ιουδαίοι πριν από την έλευση του Μεσσία περίμεναν τον τελευταίο προφήτη, τον εσχατολογικό Προφήτη, ο οποίος θα προετοίμαζε την οδό του Κυρίου. Δυστυχώς, πολλοί ταύτισαν τον Χριστό με τον τελευταίο προφήτη και ο ιουδαϊσμός δεν αποδέχθηκε στο σύνολό του ότι αυτόν τον ρόλο έπαιξε ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και όχι ο Ιησούς.

Ενδιαφέρον έχει η απάντηση του απ. Πέτρου στην ερώτηση του Χριστού «εσείς ποιος πιστεύετε ότι είμαι;» Στην ερώτηση αυτή ο απ. Πέτρος με τη γνωστή παρρησία του απάντησε: «Σύ εἶ ὁ Χριστός ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. 16:15-16). Η απάντηση αυτή είναι πολύ σημαντική γιατί συνοψίζει με ακρίβεια την πίστη της Εκκλησίας για το πρόσωπο του Σωτήρα. Είναι ὁ Κεχρισμένος, ο Μεσσίας, ο διαλεγμένος από τον Θεό, και ταυτόχρονα είναι και ο Υἱός Του, ο οποίος θα σώσει τον κόσμο από την αμαρτία.

Στη σημερινή αναφορά περιοριστήκαμε σε παραχαράξεις του προσώπου του Κυρίου μας κατά τη βιβλική περίοδο, και δεν μιλήσαμε για τις αιρέσεις και διάφορες φιλοσοφικές, επιστημονικές και ψευδοεπιστημονικές αλλοιώσεις της Αγίας μορφής Του.

Πίσω από αυτές τις παραχαράξεις κρύβεται ο εγωισμός του ανθρώπου, ο οποίος δεν του επιτρέπει να ελευθερωθεί από την κακία και να δεχθεί με αγάπη και ταπείνωση το χέρι που ο Χριστός απλώνει προς αυτόν για να τον σώσει και να τον βάλει και πάλι στον παράδεισο της τρυφής.

Είναι δύσκολο ο καθένας από εμάς να παραδεχθεί αφ᾿ ενός ότι έχει ανάγκη σωτηρίας και αφ᾿ ετέρου να αναζητήσει αυτή τη σωτηρία στην αγάπη του Θεού και όχι στις δικές του ικανότητες.

Θέλει τόλμη και πίστη!

Αυτή την τόλμη και την πίστη ζητά από εμάς ο Χριστός για να μπορέσουμε να ομολογήσουμε συνειδητά ότι «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τὶς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος» και να προσπαθήσουμε να ζήσουμε αναστάσιμα.

Χριστός Ἀνέστη!Frescoes in the Borgia Appartments of the Palazzi Pontifici in Vatican, PINTURICCHIO

Πάσχα σημαίνει πέρασμα, σημαίνει διάβαση, σημαίνει αδιάκοπη πορεία προς τον Παράδεισο

Ετικέτες

, , , ,

Οι πρόγονοί μας πριν από τον ερχομό του Χριστού με τη μεγάλη σοφία τους προσπάθησαν να απαντήσουν σε βασικά ερωτήματα και να αντιμετωπίσουν δυσεπίλυτα προβλήματα που τους απασχολούσαν. Ανάμεσα σε αυτά ήταν το σχετικό με τη δημιουργία του κόσμου και την έννοια της ιστορίας ερώτημα. Η αντίληψη που επικρατούσε σε γενικές γραμμές ήταν ότι ο κόσμος είναι αιώνιος δίχως τέλος και ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται. Φυσικά υπήρχαν και άλλες απόψεις όπως π.χ. η Θεογονία του Ησιόδου (που ερμηνεύει την αρχή του κόσμου σε σχέση με τη γέννηση των θεών) και η διδασκαλία των στωικών για την «εκπύρωση», δηλαδή την αλλαγή του σύμπαντος μέσα σε μία φωτιά που θα καταπιεί τα πάντα.

Εντελώς διαφορετική είναι η προσέγγιση του χριστιανισμού απέναντι σε αυτά τα ιδιαιτέρως σημαντικά θέματα. Ήδη από την Παλαιά Διαθήκη μαθαίνουμε ότι ο κόσμος δεν είναι τυχαίος ούτε έφτασε στην κατάσταση που τον γνωρίζουμε από μόνος του. Αντιθέτως συνδέεται με κάποια αρχική χρονική στιγμή και με κάποιον Δημιουργό. Μελετώντας την πορεία της ανθρωπότητας από τη στιγμή της εκ του μη όντος Δημιουργίας μέχρι σήμερα μπορούμε να εντοπίσουμε κάποια σημεία που ξεχωρίζουν.

Πρώτα η Πτώση και η έξοδος των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο. Η απόφαση του ανθρώπου να διακόψει τη σχέση του με τον Θεό και να πορευτεί μόνος του παρά τις εντολές και την αγάπη Του. Αποτέλεσμα αυτής της επιλογής είναι η εκδίωξη από τον Παράδεισο και η έναρξη της ζωής τους σε ένα άλλο περιβάλλον, αφιλόξενο και εχθρικό.

Έπειτα η προσπάθεια του Θεού να βοηθήσει το πλάσμα Του. Με πολύ διάκριση, λεπτότητα και αγάπη ο Θεός οργάνωσε και έθεσε σε λειτουργία ένα πλήρες σχέδιο αποκατάστασης των σχέσεων με τον άνθρωπο που Τον είχε αρνηθεί. Το σημαντικό σε αυτό το σχέδιο ήταν ότι την επιλογή της αποκατάστασης θα την έκανε ο άνθρωπος. Ο Θεός άνοιγε το δρόμο, αλλά ο άνθρωπος έπρεπε να επιλέξει να τον βαδίσει. Έτσι ο Θεός αποκαλύφθηκε πάλι σε αυτόν και έστειλε τους προφήτες και τους δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης για να τον βοηθήσουν να Τον ανακαλύψει εκ νέου και να Τον γνωρίσει ξανά.

Ακολουθεί η Ενσάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού. Ο Θεός παίρνει ανθρώπινη σάρκα και γίνεται άνθρωπος για να κάνει τον άνθρωπο Θεό, δηλαδή να του δώσει και πάλι τη δυνατότητα να Τον αγαπήσει και να ζήσει κοντά Του.

Ο Θάνατος του Χριστού επάνω στο Σταυρό αποτελεί κόμβο στο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου και αναπόσπαστα ακολουθείται από την Ανάσταση, η οποία αναμφίβολα αποτελεί το κεντρικότερο και πλέον καίριο σημείο της ιστορίας. Ίσως πιο σημαντικό ακόμη και από την ίδια τη Δημιουργία.anastas570

Τα πράγματα από την Ανάσταση και έπειτα έχουν πάρει το δρόμο τους: η Εκκλησία είναι αυτή που ως πλοίο μάς στηρίζει και μας οδηγεί στην πορεία μας προς τη σωτηρία. Ζώντας στο χώρο της μαθαίνουμε να αναζητούμε την αγάπη του Θεού και απολαμβάνουμε την επικοινωνία μαζί Του.

Το τελευταίο σημείο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η Δευτέρα Παρουσία, η στιγμή που ο κόσμος μας θα πάψει να είναι όπως τον γνωρίζουμε και θα αλλάξει. Θα γίνει καινούργιος, θα ανανεωθεί. Θα γίνει πάλι Παράδεισος και ο άνθρωπος θα ζει μέσα σε αυτόν, δίπλα στον Θεό και μέσα στην αγάπη Του.

Αυτή η αναφορά στα βασικά σημεία της ιστορικής πορείας του Κόσμου, της Δημιουργίας, μας φανερώνει ότι ο άνθρωπος στη ζωή του έχει έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο. Δεν έτυχε να βρεθεί κάπου κάποτε, αλλά σε ολόκληρη τη ζωή του ακολουθεί μία πορεία προς τα έσχατα, μία πορεία προς τη σωτηρία.

Σύμφωνα με την χριστιανική αντίληψη η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται (δεν είναι κύκλος), αλλά πορεύεται προς τα έσχατα (σαν να βαδίζει σε μία νοητή ευθεία), τα οποία βρίσκονται στο τέλος της, στο τέλος του ιστορικού χρόνου, όχι με την έννοια ότι ολοκληρώνεται μία χρονική περίοδος και ξεκινά μία άλλη, αλλά με την έννοια ότι η Δημιουργία ολοκληρώνει την πορεία της μέσα στον χρόνο και πλέον αφ΄ ενός δεν θα υπάρχει χρόνος όπως τον ζούμε στην παρούσα ζωή και αφ΄ ετέρου ο κόσμος μας όπως τον γνωρίζουμε μέχρι τώρα, θα είναι διαφορετικός, καινός, δηλαδή καινούργιος.

Αυτή η στάση απέναντι στην ιστορία δεν είναι μία θεωρία ή μία απλή επιστημονική προσέγγιση, αλλά μας δίνει τη δυνατότητα να ζήσουμε με έναν άλλο τρόπο, να ζήσουμε με μία διαφορετική προοπτική κοιτάζοντας πάντοτε μπροστά. Είναι πολύ σημαντική γιατί μεταξύ άλλων μας βοηθά να κατανοήσουμε τη στάση της Εκκλησίας και των Αγίων απέναντι στο Θεό και τη σημασία της εορτής του Πάσχα για την καθημερινότητά μας.

Οι πρώτοι χριστιανοί είχαν πολύ βαθιά μέσα τους την πίστη ότι είναι περαστικοί από αυτόν τον κόσμο και προχωρούν με γοργά βήματα προς τη στιγμή που ο κόσμος αυτός θα παρέλθει και να ζήσουν τον Καινούργιο. Για το λόγο αυτό αποκαλούσαν τους εαυτό τους «οἰ τῆς ὁδοῦ», δηλαδή αυτοί που βαδίζουν το δρόμο. Αυτήν την πεποίθηση που έχει λείψει από εμάς σήμερα έρχεται να μας θυμίσει το Πάσχα.

Η εβραϊκή λέξη «πεσάχ», από την οποία προέρχεται η λέξη Πάσχα, έχει μία σαφή σημασία κίνησης. Σημαίνει «περνώ», «προσπερνώ», «κινούμαι». Το πρώτο Πάσχα το γιόρτασαν οι Ισραηλίτες τη νύκτα που μετά από εντολή του Κυρίου θα έπαιρναν το δρόμο για να φύγουν από την Αίγυπτο που ήταν ο τόπος του μαρτυρίου, της κακίας, της καταπίεσης. Αυτή η έξοδος, το πέρασμα με τη βοήθεια, την καθοδήγηση και τη στήριξη του Κυρίου από την ζωή της σκλαβιάς στη ζωή της ελευθερίας, με όσα προβλήματα αυτό συνεπάγεται (η ελευθερία προϋποθέτει ωριμότητα) εκφράζουν την έννοια του Εβραϊκού Πάσχα.

Τούτος ο τρόπος εορτασμού και η σχετική τυπολογία ξεπεράστηκε από την πασχάλια θυσία του Αμνού, δηλαδή του Χριστού που με τη θέλησή Του σήκωσε στους ώμους Του το βάρος της αμαρτίας του κόσμου. Και αυτή η θυσία ξεπεράστηκε με τη σειρά της από το χαρμόσυνο γεγονός της Αναστάσεως, το οποίο ανέτρεψε τα εγκόσμια δεδομένα όπως είχαν διαμορφωθεί από την Πτώση και έπειτα: ο άνθρωπος δεν είναι πλέον θύμα του διαβόλου, αλλά έχει τη δυνατότητα, πατώντας επάνω στην Ανάσταση του Χριστού, να προχωρήσει τη ζωή του δίπλα στο Θεό, ζώντας στην αγκαλιά Του.ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ, ΠΡΩΤΑΤΟ, 1290 ΠΕΡΙΠΟΥ

Όπως κατά την εβραϊκή παράδοση Πάσχα σήμαινε τη διάβαση από τη σκλαβιά στην ελευθερία έτσι κατά την Χριστιανική αντίληψη Πάσχα σημαίνει το πέρασμα από τη σκλαβιά της αμαρτίας στην ελευθερία της εν Χριστῷ αγάπης και ζωής.

«Ἐκ γάρ θανάτου πρός ζωήν ἡμᾶς διεβίβασεν ἐπινίκιον ψάλλοντας» ακούμε στον αναστάσιμο κανόνα.

Για να ζήσουμε Πάσχα είναι αναγκαίο να θυμόμαστε ότι η Ανάσταση του Χριστού μάς βοηθά να προχωρήσουμε ακόμη περισσότερο στην πορεία μας προς τα έσχατα που αποτελεί τον δρόμο μας επάνω στη γη. Να προχωρήσουμε, όμως, όχι γιατί απλώς κάποτε κάπου κάποιος μας γέννησε, αλλά έχοντας συνείδηση αυτής της πορείας και προσπαθώντας να την βαδίσουμε όσο καλύτερα μπορούμε αποβλέποντας πάντοτε προς τον «τῆς πίστεως ἀρχηγόν καί τελειωτήν» τον νικητή του θανάτου, τόν Αναστάντα Κύριο ημών Ιησού Χριστό.

Καλή Ανάσταση!

25η Μαρτίου: Να διατηρήσουμε την ταυτότητά μας

Ετικέτες

, , , , ,

Με την ευκαιρία της μεγάλης εορτής της 25ης Μαρτίου παραθέτουμε τον πανηγυρικό λόγο που εκφώνησε στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Νικολάου Κω κατά την επίσημη Δοξολογία, στην οποία χοροστάτησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κώου και Νισύρου κ. Ναθαναήλ, η θεολόγος καθηγήτρια του Ιπποκρατείου Λυκείου Κω Ελένη Δημ. Ζαρίφη.DSC_1542

Χαρμόσυνη η σημερινή ημέρα! Θεμέλιο της χαράς μας η πίστη στο Θεό και η αγάπη προς την πατρίδα. Αυτή τη χαρά κανείς δεν μπορεί να μας τη στερήσει.

 Σήμερα πανηγυρίζουμε της «σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ΄ αιώνος μυστηρίου την φανέρωσιν». Πανηγυρίζουμε το γεγονός της εκπλήρωσης της υπόσχεσης που ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο για την απαλλαγή του από την αμαρτία και το θάνατο.

Οικονομεί τη σωτηρία μας με τρόπο άμεσο και ταυτόχρονα διακριτικό. Πλησιάζει την ανθρώπινη φύση «όχι μ΄ ολοφάνερη τη θεότητά του, αλλά γίνεται ίδιος μαζί της, επειδή φοβάται μήπως βλέποντάς τον τρομοκρατηθεί, μήπως λαχταρήσει και φύγει», όπως γράφει ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος.

Ο Χριστός συλλαμβάνεται στην κοιλιά της απλής κόρης της Ναζαρέτ για να δώσει στον άνθρωπο την ευκαιρία να αποκαταστήσει τη σχέση του με το Θεό, το συνάνθρωπο και τη φύση. Να αποκτήσει δηλαδή τα προνόμια που είχαν οι Πρωτόπλαστοι πριν την παρακοή.DSC_1546

Αναμένει την ελεύθερη συγκατάθεσή μας, όπως περίμενε και την συγκατάθεση της Παναγίας μας. Ο αρχάγγελος Γαβριήλ δεν ήταν ο μεταφορέας μίας προειλημμένης απόφασης. Περιμένει, διαλέγεται, εξηγεί την υπερφυσική σύλληψη και μόνον όταν ακούει την ταπεινή συμφωνία της Παναγίας αποχωρεί.

Δεν είναι τυχαίο ότι η επίσημη έναρξη της Επανάστασης του 1821 έγινε την ημέρα του Ευαγγελισμού. Οι πρόγονοί μας γνώριζαν ότι ο άνθρωπος πλάστηκε από το Θεό ελεύθερος και ελεύθερος όφειλε να παραμείνει. Και η ελευθερία θέλει κόπους και αγώνες! Θέλει αίμα και θυσίες!

Απαραίτητη προϋπόθεση για να αγωνιστεί κανείς είναι να διαθέτει ταυτότητα, να γνωρίζει ποιος είναι ο προορισμός της ζωής του και ποιες οι συνέπειες των πράξεών του.

Αυτή την ταυτότητα διέθεταν οι αγωνιστές του ΄21 γι΄ αυτό πέτυχαν το στόχο τους, ο οποίος δεν ήταν μια προσωπική επιτυχία αλλά η απελευθέρωση του Γένους.

«…Έλληνες, ποτέ μην ξεχνάτε το χρέος σε Θεό και σε Πατρίδα! Σ’ αυτά τα δύο σας εξορκίζω ή να νικήσουμε ή να πεθάνουμε κάτω από την Σημαία του Χριστού» Με αυτά τα λόγια ξεσήκωνε και συγκινούσε τους συντρόφους του ο Παπαφλέσσας.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δηλώνει την κοινή επιθυμία των Ελλήνων για αντίσταση λέγοντας:

«Ως μία βροχή έπεσεν εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί μας και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτόν τον σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση…».

Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε πως η επιτυχία της επανάστασης είχε τη ρίζα της στην ομοψυχία, που όποτε επιτυγχάνεται, έχει θαυμαστά αποτελέσματα.

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης σημειώνει στα Απομνημονεύματά του, «…Η τυραγνία των Τούρκων –την δοκιμάσαμε τόσα χρόνια– δεν υποφέρονταν πλέον. Και δι’ αυτήνη την τυραγνία, οπού δεν ορίζαμεν ούτε βιόν ούτε τιμή ούτε ζωή ….. (ξέραμεν κι’ ότ’ ήμασταν ολίγοι και χωρίς τ’ αναγκαία του πολέμου) αποφασίσαμεν να σηκώσομεν άρματα εναντίον της τυραγνίας. Είτε θάνατος είτε λευτεριά».

Οι αγωνιστές του 1821 δεν πτοήθηκαν από την έλλειψη στρατιωτικής δύναμης και εφοδίων. Κινητήριος δύναμή τους ήταν η δίψα για ελευθερία και αυτοδιάθεση. Και γι΄ αυτόν το σκοπό διέθεσαν τα πάντα με υπομονή και αυτοθυσία. «Εγώ, η φαμίλια μου, τα’ άρματά μου, ό,τι έχω είναι για την Ελλάδα» λέει χαρακτηριστικά ο γέρος του Μωριά.

Ας μη ξεχνάμε ότι πολλοί από αυτούς που συμμετείχαν στην Επανάσταση πέθαναν άσημοι και πένητες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Νικήτας Σταματελόπουλος, ο επονομαζόμενος Νικηταράς ο Τουρκοφάγος, ο οποίος πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του τυφλός και επαίτης.DSC_1539

Αυτοί ήταν οι αγωνιστές της ελευθερίας μας! Αυτοί που αγωνίζονταν για την ελευθερία του γένους βάζοντας στην άκρη τα δικά τους συμφέροντα. Αυτοί που διέθεσαν χωρίς να λυπηθούν τον χρόνο, τις περιουσίες και την ίδια τους τη ζωή χωρίς να περιμένουν ανταλλάγματα, για την πίστη και την ελευθερία της πατρίδας.

Εμείς που σήμερα απολαμβάνουμε τα αγαθά της Ελευθερίας τι οφείλουμε να πράξουμε για να διατηρήσουμε την ανεξαρτησία μας μέσα σε έναν μεταβαλλόμενο και δύσκολο κόσμο;

Οφείλουμε να διατηρήσουμε την ταυτότητά μας ως Ορθόδοξοι και ως Έλληνες.

Ο λαός που δεν διαθέτει ταυτότητα κινδυνεύει να απορροφηθεί μέσα στην τεράστια χοάνη της παγκοσμιοποίησης και να γίνει θύμα όσων θέλουν να κινήσουν τα νήματα της ιστορίας, μια απλή μαριονέτα στα συμφέροντα των επιτηδείων.

Την ταυτότητά μας θα την διατηρήσουμε συμμετέχοντας στη ζωή της ορθοδοξίας, καλλιεργώντας την έμπρακτη αγάπη προς το συνάνθρωπο και δυναμώνοντας τη διάθεση για κόπους και θυσίες σε όλα τα επίπεδα της ζωής.

Και είναι βέβαιο ότι μπορούμε να παραδώσουμε έναν όμορφο κόσμο στα παιδιά μας γιατί η δική μας αγάπη δεν είναι απρόσωπη έχει σώμα και θρησκεία . . .

Kαι να είστε βέβαιοι, ότι «είτε με τις αρχαιότητες είτε με ορθοδοξία οι κοινότητες των Eλλήνων» πάντοτε προοδεύουν!

Χρόνια σας πολλά!