Το άγαλμα του Αγίου Νικολάου στην Κω: σκέψεις για την αποκατάστασή του

Ετικέτες

, , , , , ,

 

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στις σελίδες 12-14 του 45ου τεύχους του ηλεκτρονικού (πλέον) περιοδικού του Ζαχαρία Κουζούκα (e-Nήσος Κως), ο οποίος με τις ιδέες του πρωτοτυπεί και ανοίγει δρόμους στην ενημέρωση.

Το νησί της Κω με την πλούσια ιστορία, την πληθώρα των αρχαιολογικών χώρων, τους εκατοντάδες χριστιανικούς ναούς και τα διάσπαρτα κλασικά, ελληνιστικά, ρωμαϊκά και βυζαντινά μνημεία αποτελεί ένα παράθυρο στο παρελθόν για το οποίο είμαστε υπερήφανοι.

Αυτό το έντονα χαραγμένο σε κάθε πέτρα ιστορικό παρελθόν θέλησαν να εκμεταλλευτούν κατά την περίοδο της Ιταλοκρατίας (1912-1943) οι Ιταλοί κατακτητές για να αναδείξουν την υποτιθέμενη σύνδεση του φασιστικού καθεστώτος με το μεγαλείο της αρχαίας Ρώμης και να καρπωθούν τα προπαγανδιστικά οφέλη που ήλπιζαν ότι θα προκύψουν από αυτή τη σύνδεση. Βέβαια, τελικά τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως είχαν σχεδιάσει, καθώς ούτε το καθεστώς, στηριγμένο στα μεγαλομανή οράματα ενός ταραγμένου μυαλού, είχε διάρκεια ούτε οι κάτοικοι των Δωδεκανήσων κάμφθηκαν μπροστά στις φασιστικές προσπάθειες να απωλέσουν την πίστη, τη γλώσσα, την εθνική τους συνείδηση και την αγάπη προς τον τόπο τους.

Η μεθοδικότητα με την οποία τα όργανα της ιταλικής διοίκησης αντιμετώπισαν το νησί, ιδιαίτερα μετά τον καταστροφικό σεισμό της 23ης Απριλίου 1933 δείχνει ότι εργάζονταν με προοπτική μονιμότητας και πολυετούς παραμονής σε αυτό και στα υπόλοιπα Δωδεκάνησα.

Σε αυτό το πλαίσιο διερμηνεύοντας ίσως το λαϊκό αίσθημα και την αγάπη των κατοίκων της Κω προς τον Άγιο Νικόλαο, προστάτη των πτωχών, των κατατρεγμένων, των θαλασσινών, αποφάσισαν να συνδέσουν κάποιες από τις θρησκευτικού τύπου παρεμβάσεις τους με αυτόν. Στο όνομα του αγαπημένου Αγίου των Ελλήνων, και ιδιαίτερα των νησιωτών, τιμώνταν —και τιμώνται ακόμη— τουλάχιστον δύο ναοί της πόλης της Κω. Ο ένας απ᾿ αυτούς, ο παλαιός Μητροπολιτικός, είχε ανεγερθεί στα πολύ δύσκολα χρόνια της τουρκικής κατοχής για να καλύψει την ανάγκη των κατοίκων της Κω να εκκλησιάζονται με την ευλάβεια, την άνεση και την επισημότητα που επιθυμούσαν. Ο δεύτερος ναός είναι το παλαιότατο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου των Πτωχών στην περιοχή της Αναβολιάς, νότια το παλιό στάδιο του Ανταγόρα.

Μία από τις παρεμβάσεις, λοιπόν, που σχεδίασαν οι Ιταλοί μετά τον σεισμό, και ενώ οι κάτοικοι δραστηριοποιούνταν, εντός και εκτός του νησιού, εντός και εκτός Ελλάδος, για την ανέγερση νέου Μητροπολιτικού Ναού σε αντικατάσταση του κατεστραμμένου, ήταν και η ανασκαφή και διαμόρφωση του αρχαιολογικού χώρου στη θέση της συνοικίας της Χώρας: τα σπίτια κατεδαφίστηκαν, τα χαλάσματα μεταφέρθηκαν, ανασκαφές και αναστηλώσεις διενεργήθηκαν, ναοί γκρεμίστηκαν, άλλοι μετακινήθηκαν με αλλαγές στο σχέδιο ώστε να θυμίζουν μεσαιωνική αρχιτεκτονική κ.λπ. Επιθυμώντας να περιχαρακωθεί πλήρως ο μεγάλος αυτός χώρος που σχεδόν στο σύνολό του περιβαλλόταν από το μεσαιωνικό τείχος αποφάσισαν να οικοδομήσουν τοιχίο σύνδεσης ανάμεσα στην Ιπποτική Οικία (σήμερα βιβλιοθήκη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας) και στην προς βορράν παρακείμενη νεότευκτη (τότε) οικία. Το έργο σχεδιάστηκε το 1934 και το τοιχίο ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 1935. Παράλληλα, οι Ιταλοί αποφάσισαν να φτιάξουν μία καμάρα αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλαο επάνω από το τοιχίο και παρήγγειλαν στη Νεάπολη της Ιταλίας ορειχάλκινο άγαλμα του Αγίου, το οποίο ετοιμάστηκε και τοποθετήθηκε με αναμόρφωση του τοιχίου τον Νοέμβριο του 1935. Αναμφίβολα, στην επιλογή του Αγίου Νικολάου έπαιξαν ρόλο πολλοί λόγοι: η πύλη στρέφεται προς τη θάλασσα, ο Άγιος Νικόλαος είναι ο προστάτης των θαλασσινών και των ναυτικών, ο ναός του Αγίου που προσεισμικά υπήρχε στην περιοχή είχε καταστραφεί, η αγάπη των κατοίκων προς τον Άγιο Νικόλαο ήταν δεδομένη, ο Άγιος είναι αγαπητός και στην Ιταλία κ.α. Μάλιστα, κάτω από το άγαλμα τοποθέτησαν δίγλωσση επιγραφή (σε Ελληνικά και Λατινικά) που έγραφε τα εξής: «ΑΓΙΕ ΝΙΚΟΛΑΕ, ΕΥΔΟΚΗΣΟΝ ΕΥΛΟΓΕΙΝ ΚΑΙ ΣΚΕΠΕΙΝ ΤΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΠΟΛΙΝ ΔΕΟΜΕΘΑ ΣΟΥ ΕΠΑΚΟΥΣΟΝ ΗΜΩΝ».

Δυστυχώς, μετά την αποχώρηση των Ιταλών το άγαλμα έχασε τη θέση του (ευτυχώς παρέμεινε η επιγραφή) και μεταφέρθηκε στη Ρόδο, όπου σήμερα φυλάσσεται ασφαλές στο παρεκκλήσιο του παλατιού του Μεγάλου Μαγίστρου.

ΑΓΑΛΜΑ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΜΑΓΙΣΤΡΟΥ ΣΤΗ ΡΟΔΟ

Το άγαλμα του Αγίου Νικολάου που βρισκόταν στην Κω και μετά την Ενσωμάτωση μεταφέρθηκε στο Παρεκκλήσιο του Παλατιού του Μεγάλου Μαγίστρου στη Ρόδο.

Στην αρχική του θέση έμεινε ένα χάσμα, ένα κενό, που αλλοιώνει την αρχική κατασκευή και προκαλεί ένα αίσθημα ερήμωσης και εγκατάλειψης του μνημείου. Με αφορμή τις κατά καιρούς εκφρασθείσες προθέσεις για αποκατάστασή του διατυπώθηκε λόγος και αντίλογος γεγονός που παρότρυνε και εμάς να εκθέσουμε κάποιες σκέψεις μας.

Το άγαλμα του Αγίου Νικολάου έξω από το ναό του στο Μπάρι, όπου φυλάσσονται και τα λείψανά του. Η φωτογραφία του αδελφού μου Γιώργου Μουστάκη.

Το πρώτο που πρέπει να σημειώσουμε είναι ότι όπως διαφυλάχθηκαν όλα τα έργα των Ιταλών (εκτός ίσως από το καμπαναριό του Agnus Dei, του σημερινού Μητροπολιτικού Παρεκκλησίου του Ευαγγελισμού) ακέραια μέχρι σήμερα το ίδιο έπρεπε να συμβεί και με το άγαλμα του Αγίου Νικολάου. Με το να χρησιμοποιούμε τα ιταλικά κτήρια και έργα, κατά κάποιον τρόπο αποζημιωνόμαστε για τις θυσίες και τους κόπους των πατέρων μας κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής. Ανάμεσα σε όλα τα σημαντικά και άκρως χρηστικά έργα θα πρέπει να ξεχωρίσουμε τους δύο ιταλικής κατασκευής ναούς, που σε αντίθεση με την ορθόδοξη πρακτική, είναι στραμμένοι προς τη δύση, ή ακριβέστερα προς το Βατικανό. Οι δύο αυτοί ναοί, ο Ναός του Αγίου Παύλου στο Λινοπότι και το Ιερό Μητροπολιτικό Παρεκκλήσιο του Ευαγγελισμού, από τις πρώτες στιγμές μετά την απελευθέρωση αξιοποιήθηκαν —και πολύ σωστά— δίχως κανένα δισταγμό, παρά το ότι ο δεύτερος κυρίως διατηρεί κάποια χαρακτηριστικά της λατινικής λατρευτικής πρακτικής (π.χ. η Αγία Τράπεζα (= Altarium) στο νότιο τμήμα του). Δεν θα ήταν απίθανο κάποιοι να υποστήριζαν ότι έπρεπε να κατεδαφιστούν κάτι που ευτυχώς δεν έγινε. Η τάση να διαγράφουμε οι Έλληνες στοιχεία της ιστορίας μας δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, αλλά παραμένει τραγικά θλιβερό.

Μεγάλη η μορφή του Αγίου Νικολάου, τον οποίο φέρνω στο νου μου να συνομιλεί και να συνεργάζεται κατά τη διάρκεια των εργασιών της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου με τον θεοφόρο Επίσκοπο Κώου Μελίφρονα, τον πρώτο καταγεγραμμένο επίσκοπο της Κω, ο οποίος ήταν και αυτός ένας από τους 318 Πατέρες που το 325 μ.Χ. συγκρότησαν τη Σύνοδο αυτή. Ένας και ο αυτός Άγιος σε ανατολή και δύση. Πράος, ταπεινός, ασκητικός, κανόνας (δηλαδή μέτρο) της πίστης μας, αλλά και δυναμικός χαρακτήρας που δεν ανεχόταν τα παιχνίδια του Αρείου. Άφησε τη σφραγίδα του στη Σύνοδο. Γείτονας κοντινός της Κω, ως Επίσκοπος των Μύρων της Λυκίας, προστάτης και φίλος κάθε θαλασσινού. Τα λείψανά του μεταφέρθηκαν διά της βίας στη δύση, στο Μπάρι της Ιταλίας, όπου έχουν γίνει πόλος έλξεως για Ορθοδόξους και Ρωμαιοκαθολικούς πιστούς, οι οποίοι συνεχώς καταφθάνουν στον ναό του για να προσκυνήσουν.

ΗΡΩΟ ΚΩ ΧΩΡΙΣ ΑΓΑΛΜΑ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ 1935

Η κατασκευή το 1935 πριν τοποθετηθεί το άγαλμα του Αγίου Νικολάου

Η χρήση αγαλμάτων στη χριστιανική λατρεία αποτελεί χαρακτηριστικό της δύσης και στην ανατολή ποτέ δεν έγινε αποδεκτή, καθώς η ορθόδοξη εικονογραφική τέχνη προσφέρει πολλά περισσότερα στον πιστό παρουσιάζοντας την πραγματικότητα όχι εικονιστικά/ρεαλιστικά αλλά χαριτωμένα μεταμορφωμένη, μέσα από το πρίσμα της σαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Αυτή η σημαντικότατη διαφορά όμως ποτέ δεν οδήγησε τους Ορθοδόξους στην ανάγκη να καταστρέψουν και να αφανίσουν τα αγάλματα ή πολύ περισσότερο τις εικόνες που δεν ακολουθούν τις θεολογικές και αισθητικές παραμέτρους της ορθόδοξης παράδοσης. Μάλιστα, δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο τέτοιες εικόνες που σαφώς δεν συνάδουν με την παράδοσή μας να χρησιμοποιούνται από Αγίους (π.χ. η εικόνα της Θεοτόκου που χρησιμοποιούσε στο κελλί του ο Άγιος Νεκτάριος) ή ακόμη και να φιλοτεχνούνται από Αγίους, όπως οι θαυμάσιες αλλά μη σύμφωνες με τα βυζαντινά πρότυπα εικόνες που αγιογραφούσε ο Άγιος Σάββας στην Κάλυμνο και σώζονται στη Μονή των Αγίων Πάντων, αλλά και στο Εκκλησιαστικό Μουσείο της Κω. Ευχής έργο η αποκατάσταση του μνημείου καθώς η παρουσία του αγάλματος θα μας θυμίζει τον Άγιο και θα μας δίνει την ευκαιρία να ψιθυρίσουμε το απολυτίκιό του και να απευθύνουμε μία προσευχή προς αυτόν, καθώς περνάμε από το σημείο.

Δεν νομίζω ότι η ευσέβεια των κατοίκων της Κω θα ζημιωθεί και η σχέση τους με την πίστη μας θα επιδεινωθεί σε περίπτωση που επανέλθει το άγαλμα (ή έστω τοποθετηθεί ένα αντίγραφο) στην αρχική θέση του, η οποία, πιθανότατα χωρίς οι Ιταλοί να προχωρήσουν στον συνδυασμό, είναι πολύ ταιριαστή με τον Άγιο Νικόλαο, καθώς τον δείχνει να κοιτάζει προς τα Μύρα της Λυκίας, την επισκοπή και πατρίδα του, όπου ευχόμαστε να επιστρέψει κάποτε και ως φυσική παρουσία. Μας θυμίζει μάλιστα το ότι κατά το παρελθόν η Κως και τα άλλα Δωδεκάνησα αποτελούσαν μία διοικητική και πολιτιστική ενότητα με τα μικρασιατικά παράλια· την ελληνικότατη, από αιώνων, Ιωνία.

ΑΓΑΛΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΤΟ ΗΡΩΟ

Φωτογραφία που εικονίζει την πύλη όπως ήταν πριν απομακρυνθεί το άγαλμα του Αγίου Νικολάου.

Η απόφαση των Ιταλών να επιλέξουν τον Άγιο Νικόλαο, και όχι κάποιον άλλο Άγιο, για την πύλη αυτή με προβληματίζει εδώ και καιρό. Χωρίς να γνωρίζω το σκεπτικό τους —θα είχε ενδιαφέρον να υπήρχε κάποιο σχετικό έγγραφο— ο νους μου πάει στην επιθυμία (για τους δικούς τους λόγους) να συνδυάσουν τις ενέργειές τους με την πηγαία ευσέβεια του λαού της Κω, ο οποίος σέβεται και τιμά ιδιαίτερα τον Άγιο Νικόλαο ανακηρύσσοντάς τον, μάλιστα, προστάτη και πολιούχο του νησιού. Προς επιβεβαίωση αυτής της δυναμικής παρουσίας του Αγίου στα πράγματα της Κω πρέπει να αναφέρουμε την καταστροφή υδροπλάνων του De Vecchi (Διοικητής Δωδεκανήσου κατά το διάστημα Δεκέμβριος 1936 – 1940) από μπουρίνι στα τείχη του Κάστρου της Νεραντζιάς, γεγονός που σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόφαση του ιταλού αξιωματούχου να επιτρέψει την ανέγερση του Ιερού  Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Νικολάου στη νέα του θέση και να σταματήσει την μέχρι τότε παρελκυστική πολιτική με την οποία προσπαθούσε να αποφύγει την ανοικοδόμηση.

Η αποκατάσταση της πύλης του Αγίου Νικολάου, ενός ιστορικού μνημείου του νησιού μας, ως κομμάτι της ιστορικής μνήμης βοηθά όλους μας να κατανοήσουμε καλύτερα το παρελθόν, να το ερμηνεύσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια και μας στηρίζει στην πορεία προς το μέλλον. Σε καμία περίπτωση η ύπαρξη του αγάλματος δεν ενοχλεί την πίστη μας, η οποία δεν αλλοιώνεται από τη συνύπαρξη με το διαφορετικό ούτε το φοβάται. Ακόμη όμως και εάν κάποιος θεωρεί προβληματική ή επικίνδυνη την αποκατάσταση του αγάλματος ας το προσεγγίζει μόνο ως ιστορικό μνημείο (που πράγματι είναι) και όχι ως λατρευτικό αντικείμενο (που σαφώς δεν είναι).

ΗΡΩΟ ΚΩ ΜΕ ΑΓΑΛΜΑ ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Φωτογραφία που εικονίζει την πύλη όπως ήταν πριν απομακρυνθεί το άγαλμα του Αγίου Νικολάου.

Παρά ταύτα, θα μπορούσε να βρεθεί μία ενδιάμεση λύση, η οποία φρονούμε ότι θα ικανοποιούσε τους πάντες, θα έχει μειωμένο κόστος και θα διαφυλάσσει την εξέχουσα θέση της μορφής του Αγίου Νικολάου στο Ηρώο της πόλεώς μας:

θα ήταν δυνατό να φιλοτεχνηθεί ένα γραμμικό έργο τέχνης, κατά το πρότυπο του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου που δημιουργήθηκε προ ολίγων ετών και τοποθετήθηκε στην πρόσοψη του Μητροπολιτικού Παρεκκλησίου του Ευαγγελισμού. Έτσι, και η τιμή προς τον Άγιο θα διατηρηθεί ζωντανή, και θα θυμόμαστε, ιδιαίτερα οι νεώτεροι, την ιστορία του τόπου μας, μα και θα χρησιμοποιηθεί η ορθόδοξη τεχνοτροπία, η οποία παραμένει περισσότερο αγαπητή και σεβαστή από εμάς.

Ευχή μας είναι, σύντομα και με τη δέουσα προσοχή, να αποκαστασταθεί η ανοικτή πληγή του Ηρώου, που μπορεί να οφείλεται στον παρορμητισμό κάποιων, αλλά πλέον οφείλουμε να την θεραπεύσουμε.

ΟΙ «ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ» ΣΤΑ ΠΡΩΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Ετικέτες

, , , , , , , ,

Στὴν Ἀντιόχεια ὀνομαστήκαμε γιὰ πρώτη φορὰ «χριστιανοὶ» (Δ΄ μέρος)

Στὸ κείμενο τῶν Πράξεων ὡς αἰτία γιὰ τὴν καθιέρωση τοῦ ὀνόματος «χριστιανοὶ» προβάλλεται ἡ μεγάλη αὔξηση τοῦ πλήθους τῶν πιστῶν μετὰ ἀπὸ τὸ ἐπιτυχημένο ἱεραποστολικὸ ἔργο τῶν Ἀποστόλων Παύλου καὶ Βαρνάβα στὴν Ἀντιόχεια καὶ τὴν ἐνίσχυση τῆς αὐτοπεποίθησης καὶ τῆς αὐτοσυνειδησίας τῶν πιστῶν.

Οἱ ἀπόψεις γιὰ τὸ πότε ἀποδόθηκε τὸ ὄνομα ποικίλουν. Ὁ Elias J. Bickermann ἐκτιμᾶ ὅτι συνδέθηκε μὲ τοὺς πιστοὺς γύρω στὸ 46 μ.Χ., ἂν καὶ οἱ ἴδιοι ἄρχισαν νὰ τὸ χρησιμοποιοῦν στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας αὐτῆς, ἐνῶ ἄλλοι τοποθετοῦν τὴ σύνδεση πολὺ νωρίτερα υἱοθετώντας χρονολόγιες ἀπὸ τὸ τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 30 καὶ ἔπειτα.

Κάποιοι ταυτίζουν τὴν ἐμφάνιση τοῦ ὀνόματος «χριστ-iani» μὲ τὴν ἐπίσκεψη τὸ 60 μ.Χ. ἑνὸς στρατηγοῦ τοῦ Νέρωνα στὴν Ἀντιόχεια, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐκτιμοῦν ὅτι πέρασε στὴ Ρώμη, ὅπου τὸ 64 μ.Χ. ἔχουμε τὴν ἀναφορὰ τοῦ Τάκιτου στὸ ἔργο του Annals (15.44) ποὺ ἀναφέρεται στὸ ξέσπασμα ταραχῶν στὴ Ρώμη ἐξαιτίας τῆς δράσεως τῶν «Christianos». Ἡ συσχέτιση ἀνάμεσα στοὺς Augustales καὶ στὴ δημιουργία τοῦ ὀνόματος «χριστιανοὶ» εἶναι ἐνδιαφέρουσα, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἐπαρκὴς καθὼς οἱ μαρτυρίες ὑποδεικνύουν ὅτι ἡ χρήση τοῦ «χριστιανοὶ» προηγεῖται χρονικὰ τουλάχιστον 30 χρόνια ἀπὸ τοὺς «Augustales» τοῦ Νέρωνα.

Ἀρκετὰ διαδεδομένη εἶναι ἡ ἄποψη ὅτι ἡ ἀπόδοση τοῦ ὀνόματος πρέπει νὰ συσχετιστεῖ μὲ τὰ ἐπεισόδια ποὺ ἀναστάτωσαν τὴ Ρώμη τὸ 39-40 μ.Χ. ΚΑῚ στηρίζεται κυρίως σὲ μαρτυρίες τοῦ λόγιου Ἰωάννου Μαλάλα (PG 97.373-375) καὶ τοῦ Ἰωσήπου (Ἰουδ. Ἀρχ. 18.261-309, Ἰουδ. Πόλ. 2.184-7, 192-203) γιὰ ἀναστάτωση τοῦ ἰουδαϊκοῦ στοιχείου τῆς πόλεως καὶ πρόκληση ταραχῶν μετὰ τὴν ἀπόφαση τοῦ αὐτοκράτορα Γαΐου Καλιγούλα νὰ τοποθετήσει ἄγαλμά του στὸν χῶρο τοῦ Ναοῦ τῆς Ἰερουσαλήμ. Τὸ εὐαγγελικὸ κήρυγμα συνδυάστηκε ἀπὸ τὶς ρωμαϊκὲς ἀρχὲς μὲ αὐτὲς τὶς ταραχὲς καὶ θεωρήθηκε ὅτι προτρέπει σὲ ἐξέγερση ἐνάντια στὴ Ρώμη, συνδυασμὸς ποὺ κληροδότησε στὰ μέλη τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ἕνα ὄνομα ποὺ τοὺς ὑποδείκνυε ὡς πιθανοὺς ταραχοποιούς.

Μία ἄλλη ἄποψη εἶναι αὐτὴ ποὺ ὑποδεικνύει ὅτι ἡ μεγάλη αὔξηση τῶν πιστῶν στὴν Ἀντιόχεια προκάλεσε τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἀρχῶν καὶ τὶς ὁδήγησε στὸ νὰ τοὺς ὀνομάσουν «χριστιανούς», δηλαδή, ὀπαδοὺς τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ πορεία σχετίζεται μὲ τὸ δεύτερο κύμα ἱεραποστόλων, ὅπως παρουσιάζεται στὶς Πράξεις καὶ θὰ μποροῦσε νὰ τοποθετηθεῖ στὸ τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 30.

Ὁ Rainer Riesner ἐκτιμᾶ ὅτι εἶναι πιθανὸ ἡ πρώτη χρήση τοῦ προσδιορισμοῦ νὰ σχετίζεται μὲ τὴν ἄφιξη τοῦ στρατηγοῦ Vitellius (ἔγινε αὐτοκράτορας γιὰ ὀκτὼ μῆνες τὸ 69 μ.Χ.) στὴ Συρία, κατὰ τὰ ἔτη 36/37 μ.Χ., καὶ τὴν προσπάθειά του νὰ ἀποκτήσει μία πληρέστερη καὶ σαφέστερη εἰκόνα τῶν ὁμάδων ποὺ ὑπῆρχαν στὴν περιοχὴ εὐθύνης του, μὲ σκοπὸ νὰ εἶναι καλύτερα προετοιμασμένος γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση πιθανῶν προβλημάτων, καθὼς ὁ ἀριθμὸς τῶν πιστῶν, μετὰ τὴ δράση τῶν Ἀπ. Βαρνάβα καὶ Παύλου, εἶχε αὐξηθεῖ τόσο ὥστε ἡ παρουσία τους νὰ τραβήξει τὴν προσοχὴ τῶν ρωμαϊκῶν ἀρχῶν.

antioch-city-map

Τέλος, ὁ Martin Hengel θεωρεῖ ὅτι τὸ ἀντιϊουδαϊκὸ κλίμα τῆς περιόδου 37-41 στὴν πόλη τῆς Ἀντιόχειας ἐπιτάχυνε τὴν ἀνεξαρτητοποίηση τῆς νεόφυτης Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμό. Οἱ συγκεκριμένες ἐντάσεις ἔκαναν ἰδιαίτερα ἐπιτακτικὴ τὴν ἀνάγκη γιὰ προβολὴ τῆς ἰδιοπροσωπίας τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας ἔναντι τοῦ ἰουδαϊσμοῦ, κατὰ τέτοιον τρόπο ὥστε νὰ μὴν ἀποτελεῖ καὶ αὐτὴ στόχο τῶν ἐχθρῶν του. Ἡ θρησκεία τῶν Ἰουδαίων ἦταν μία ἀπὸ τὶς παλαιὲς λατρεῖες τῆς αὐτοκρατορίας καὶ ὡς τέτοια ἀπολάμβανε ξεχωριστὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα συχνὰ ἐπιβεβαίωναν οἱ ἴδιοι οἱ αὐτοκράτορες. Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία, ὅσο θεωροῦνταν ἐνδοϊουδαϊκὴ ὁμάδα, δὲν εἶχε προβλήματα μὲ τὶς ρωμαϊκὲς ἀρχές. Ἀπὸ τὴ στιγμή, ὅμως, ποὺ οἱ τελευταῖες ἀντελήφθησαν ὅτι πρόκειται γιὰ διακεκριμένη ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμὸ πραγματικότητα ἔπρεπε νὰ τὴν ἀντιμετωπίζουν ὡς πιθανὸ κίνδυνο γιὰ τὴν αὐτοκρατορία, καθὼς τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶχαν κάποιου εἴδους ἐπίσημη ἀναγνώριση ἀπὸ τὸ ρωμαϊκὸ κράτος. Μία τέτοια ἀναγνώριση θὰ σήμαινε ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἦταν religio licita (=νόμιμη θρησκεία) καὶ θὰ ἐπιτρεπόταν ἡ ἐλεύθερη λειτουργία της. Ἀπὸ τὴ στιγμή, ὅμως, ποὺ ξεκίνησαν οἱ διώξεις ἐνάντια στὸν ἰουδαϊσμὸ καὶ κορυφώθηκε ἡ ἐχθρότητα πρὸς τοὺς Ἰουδαίους τὸ νὰ συνδυάζεται ἡ Ἐκκλησία μὲ τὸν ἰουδαϊσμὸ ἦταν ἕνα σοβαρότατο πρόβλημα.

Οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ δὲν μποροῦσαν νὰ λάβουν ἐπίσημη ἀναγνώριση ἀπὸ τὸ ρωμαϊκὸ κράτος, καθὼς δὲν ἀποδεχόταν τὴ θεοποίηση καὶ τὴ λατρεία τοῦ αὐτοκράτορα. Βέβαια, εἶναι πιθανὸ σὲ κάποιες περιπτώσεις νὰ πῆραν ἄδεια λειτουργίας ὡς collegia funeraticia (= δηλαδὴ σύλλογοι ποὺ συγκροτοῦνταν γιὰ νὰ μποροῦν νὰ θάπτονται ἀξιοπρεπῶς οἱ πτωχοί), ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἄλλαξε τὴ συνολικὴ ἐχθρικὴ στάση τῆς ρωμαϊκῆς ἐξουσίας ἀπέναντί τους.

Τὸ κείμενο τῶν Πράξεων, γραμμένο ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ μὲ προσοχὴ καὶ σεβασμὸ στὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα, μᾶς προσφέρει πολλὲς πληροφορίες γιὰ τὰ πρῶτα στάδια ἀνάπτυξης τῆς Ἐκκλησίας. Ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ σύνδεση τῆς χρήσεως τοῦ ὀνόματος μὲ τὴν Ἀντιόχεια, κάτι ποὺ ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὴν λοιπὴ πρώιμη χριστιανικὴ γραμματεία.

Ἀναπαράσταση τῆς Ἀντιόχειας

Ψηφιακή ἀναπαράσταση τῆς Ἀντιόχειας. Τή διασχίζει ὁ ποταμός Ὀρόντης. Στό νησάκι διακρίνονται τά ἀνάκτορα καί ὁ Ἱππόδρομος. Στό βάθος τό Σίλπιον Ὄρος.

Ξεχωριστὴ προσοχὴ ἀπαιτεῖ ἡ μελέτη τῶν σχέσεων τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιόχειας μὲ τὴν ἰουδαϊκὴ συναγωγή. Ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες ἡμέρες συγκεκριμένες πρακτικὲς λατρείας καὶ ζωῆς τῶν πιστῶν τοὺς διαφοροποιοῦσαν ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμὸ καὶ τὴ συναγωγή. Τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἔκαναν ξεχωριστὰ δεῖπνα, δὲν ἐφήρμοζαν τὴν περιτομή, προτιμοῦσαν τὸ βάπτισμα, δὲν ἀναγνώριζαν τὴν ἐξουσία τῶν ἰουδαϊκῶν ἀρχῶν τῆς Ἰερουσαλήμ, δὲν ἀπέδιδαν τὸν φόρο τοῦ Ναοῦ, δὲν τηροῦσαν τὶς νομικὲς ἀπαγορεύσεις γιὰ τὴν κοινωνικὴ ἐπαφὴ καὶ τὰ γεύματα κ.ἄ.. Στὴν Ἀντιόχεια ἔχουμε οὐσιαστικὰ τὴν πρώτη χριστιανικὴ κοινότητα σὲ ἀστικὸ περιβάλλον πέρα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἰερουσαλήμ. Στὴν Ἀντιόχεια οἱ πιστοὶ ἀντιμετωπίσθηκαν γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὶς ρωμαϊκὲς ἀρχὲς ὡς μία άνεξάρτητη ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμὸ ὁμάδα. Ἡ ἀπουσία τοῦ Ναοῦ, ὡς κέντρου ἰουδαϊκῆς λατρείας, ὑποχρέωσε τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας νὰ διαφοροποιηθοῦν πλήρως ἀπὸ τὸν ἰουδαϊκὸ πνευματικὸ χῶρο.

Μέχρι νὰ καταστεῖ σαφὴς ἡ διαφοροποίηση τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴ συναγωγή, χαρακτηρισμοί, ὅπως «Ναζωραῖοι» ἢ «Ναζιραῖοι», «μαθητὲς» καὶ «κλητοί», ἦταν ἀρκετοὶ γιὰ νὰ μποροῦν τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας νὰ συνεννοοῦνται μεταξύ τους. Ὁ προσδιορισμὸς «χριστιανοὶ» ἔγινε ἀναγκαῖος ὅταν κατέστη σαφὲς ὅτι οἱ πιστοὶ εἶχαν ἀφήσει τὸν τρόπο ζωῆς τῶν ἐθνικῶν ἀλλὰ δὲν εἶχαν ἐνταχθεῖ στὴν ὁμάδα τῶν Ἰουδαίων, ὅπως ἔπρατταν οἱ μέχρι τότε προσήλυτοι. Ἄνθρωποι ποὺ πρὶν ἦταν ἐθνικοὶ καὶ Ἰουδαῖοι ἑνώθηκαν στὴν Ἐκκλησία ἀποτελώντας μία νέα θρησκευτικὴ μονάδα μὲ δική της λατρεία, κοινὴ πίστη καὶ μὲ δική της ταυτότητα καὶ αὐτονομία δράσεως. Στὴν Ἀντιόχεια ἡ ὁμάδα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἀρκετὰ μεγάλη, ὥστε νὰ καταδείξει στοὺς ἄλλους κατοίκους τῆς πόλεως ὅτι διέφεραν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, ἀκόμη καὶ στὶς περιπτώσεις ποὺ ἡ φυλετικὴ καταγωγή τους ἦταν κοινή. Στὴν πόλη αὐτή, λοιπόν, οἱ πιστοὶ διακρίθηκαν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι ἤδη ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 2ου π.Χ. αἰῶνα ἦταν ἀναγνωρισμένοι ὡς ξεχωριστὴ ἐθνολογικὴ καὶ θρησκευτικὴ ὁμάδα μὲ τὴ δυνατότητα νὰ τηροῦν τὰ ἔθιμά τους καὶ νὰ λατρεύουν τὸν Θεὸ κατὰ τὴν πίστη τους.

greco-romain-antiochae-antioche-vue-generale

Ἂν καὶ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἤδη ἀπὸ τὰ πρῶτα βήματά τους στὴν Ἰερουσαλὴμ εἶχαν σαφὴ συνείδηση τῆς διαφορᾶς τους ἀπὸ τὴ συναγωγή, στὴν πρωτεύουσα τῆς Συρίας αὐτὸ ἔγινε ἐμφανὲς καὶ πρὸς τοὺς ἐκτός. Οἱ Πράξεις μᾶς πληροφοροῦν ὅτι οἱ πιστοὶ τῆς Ἰερουσαλήμ, ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες μέρες μετὰ τὴν Πεντηκοστή, πήγαιναν στὸν Ναὸ γιὰ νὰ προσευχηθοῦν, ὅπως ἔκανε καὶ ὁ Χριστός, ἀλλὰ μὲ μία σαφὴ διαφορὰ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους: τὸ ἔκαναν ὡς ἕνα ἑνιαῖο σῶμα, «προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν ἐν τῷ ἱερῷ» (Πρ. 2:46). Ταυτόχρονα, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἴδιος στίχος, προχωροῦσαν στὴν ὑπέρβαση τῶν ὁρίων τοῦ Νόμου, σύμφωνα μὲ τὴν κυριακὴ διδαχή, καὶ «κλῶντές τε κατ᾿ οἶκον ἄρτον μετελάμβανον τροφῆς ἐν ἀγαλλιάσει καὶ ἀφελότητι καρδίας». Μὲ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις ποὺ θέτουν οἱ Πράξεις εἶναι σαφὲς ὅτι οἱ χριστιανοὶ ἐξ ἀρχῆς εἶδαν τὴν ὑπέρβαση καὶ ὁλοκλήρωση τοῦ Νόμου στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας ποὺ εἶναι τὸ ζωντανὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ («ὁμοθυμαδὸν») καὶ στὴ χάρη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (τὴν κλάση τοῦ Ἄρτου τῆς Ζωῆς: «κλῶντές τε κατ᾿ οἶκον ἄρτον»).

Τὸ ὄνομα «χριστιανοὶ» ἀρχικὰ χρησιμοποιήθηκε μὲ χλευαστικὴ χροιὰ ποὺ εἶναι ἰδιαίτερα ἐμφανὴς μετὰ τὴν περίοδο τοῦ Νέρωνα. Θετικὴ χροιὰ πῆρε ἀφότου ἄρχισε νὰ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τοὺς πιστούς.

πρώτη χρήση του στὶς Πράξεις (Πράξεων 11:26 «χρηματίσαι τε πρῶτον ἐν Ἀντιοχείᾳ τοὺς μαθητὰς Χριστιανούς») εἶναι μετὰ τὴν ἀναφορὰ στὸ ἀπολύτως ἐπιτυχὲς ἱεραποστολικὸ ἔργο τῶν Ἀποστόλων Βαρνάβα καὶ Παύλου στὴν Ἀντιόχεια καὶ παρουσιάζεται μὲ ὑπερηφάνεια ἀπὸ τὸν συγγραφέα.

Τὴ δεύτερη φορὰ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν βασιλέα Ἀγρίππα Β´ μετὰ τὴ συζήτηση ποὺ εἶχε μὲ τὸν ἀπ. Παῦλο (Πρ. 26:28 «ὁ δὲ Ἀγρίππας πρὸς τὸν Παῦλον ἔφη· Ἐν ὀλίγῳ με πείθεις Χριστιανὸν γενέσθαι») καὶ φαίνεται νὰ ἐμπεριέχει, ὄχι χλευαστικὴ διάθεση, ἀλλά, ἴσως, κάποια εἰρωνικὴ χροιά, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ὑποδηλώνει τὴ διστακτικότητα τοῦ Ἀγρίππα νὰ ἀποδεχθεῖ τὸν Χριστό. Πάντως, δὲν δηλώνει ἀσέβεια. Ὁ εὐαγγ. Λουκᾶς τὸ χρησιμοποιεῖ ὡς ἕναν θετικὸ προσδιορισμό. Στὸ 26ο κεφάλαιο τῶν Πράξεων διαπιστώνουμε, ἀπὸ τὰ λεγόμενα τοῦ ἀπ. Παύλου, ὅτι ἡ διάθεση τῶν ἡγεμόνων ἦταν θετικὴ πρὸς τὸ πρόσωπό του. Ἡ σκηνὴ ξεκίνησε ἀπὸ τὸ στίχο Πρ. 25:23 μὲ τὴν προκαταρκτικὴ συζήτηση τοῦ Φήστου καὶ τοῦ Ἀγρίππα, ἡ ὁποία ὁδήγησε τὸν ἀπ. Παῦλο σὲ μία ἀρκετὰ μακρὰ ἀπολογία, στὴν ὁποία παραθέτει κυρίως τὰ περιστατικὰ τῆς μεταστροφῆς καὶ τῆς ζωῆς του πρὶν ἀπὸ αὐτή. Ὁ Ἀγρίππας ἀκούει προσεκτικὰ τὴν ἀπολογία τοῦ ἀποστόλου, ἡ ὁποία κορυφώνεται μὲ θαρραλέα ὁμολογία τῆς πίστεώς του στὸν Χριστὸ καὶ ἀντιδρᾶ λέγοντας ὅτι ὁ Παῦλος ἔχει χάσει τὸ μυαλό του. Κατηγορία τὴν ὁποία ὁ ἀπολογούμενος ἀπορρίπτει ἀμέσως.

Τὸ ὅτι ἡ χρήση τοῦ ὅρου «χριστιανός» δὲν ἦταν χλευαστική, ἀλλὰ εἰλικρινὴς καὶ ἀποδεκτὴ διαπιστώνεται καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ ἀπόστολος τονίζει σὲ δύο σημεῖα (Πρ. 25:3 καὶ 26:27) ὅτι ὁ Ἀγρίππας εἶχε εὐσέβεια καὶ ἐπαρκὴ γνώση τοῦ ἰουδαϊκοῦ Νόμου καὶ πίστευε στὸ κήρυγμα τῶν προφητῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν προαναγγείλει τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία. Αὐτὸ δείχνει ὅτι περιμένει ἀπὸ αὐτὸν νὰ διακρίνει τὴ σημασία τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸν Ἰσραήλ, καί, βάσει τῶν γεγονότων τῆς ζωῆς, τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀναστάσεώς του, νὰ τὸν ταυτίσει μὲ τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία. Ἡ ἀπολογία τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν ἔχει ὡς κέντρο της τὸ πρόσωπο καὶ τὴ θυσία τοῦ Κυρίου. Πράγματι, ἡ ἀνταπόκριση τοῦ Ἀγρίππα εἶναι ἡ ἐπιθυμητὴ γιὰ τὸν ἀπόστολο. Μόλις ἀναφέρθηκε στὴν ἀνάσταση, ὁ βασιλιᾶς ἀντέδρασε, μᾶλλον ἔντονα, ἀλλὰ ὁ ἀπολογούμενος ἐκμεταλλεύθηκε τὴν εὐκαιρία γιὰ νὰ συσχετίσει τὸν Χριστὸ μὲ τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία.

Στὸ στίχο Πρ. 26:9 ὁ ἀπόστολος τονίζει ὅτι ὅταν ἐδίωκε τὴν Ἐκκλησία, οὐσιαστικὰ στρεφόταν ἐνάντια στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἂν καὶ πουθενὰ δὲν ἀναφέρεται ἄμεσα σὲ αὐτὸν τὸν χριστολογικὸ τίτλο τὸ συμπέρασμα ἀπὸ τὴν ἀπολογία του εἶναι ὅτι ὁ Ναζωραῖος εἶναι ὁ Χριστός. Ἐντυπωσιασμένος ὁ Ἀγρίππας Β´ ἀπὸ αὐτὲς τὶς θέσεις τοῦ Παύλου, μὲ ἔκπληξη, ἐκφραζόμενος παρορμητικά, ἀναφωνεῖ «ἐν ὀλίγῳ μὲ πείθεις Χριστιανὸν ποιῆσαι». Ὁ ἀπόστολος, αὐτὴ τὴ στάση τὴν ἐκλαμβάνει ὡς αὐθεντικὴ διάθεση γιὰ μεταστροφή του στὸν χριστιανισμὸ καὶ διατυπώνει τὴν εὐχὴ νὰ στρέφονταν στὴν ἀληθινὴ πίστη «πάντες οἱ ἀκούοντες» δίχως κάτι στὴ στάση του νὰ δηλώνει ἢ νὰ ὑπονοεῖ ὅτι αἰσθάνεται προσβεβλημένος. Ἀντιθέτως, θεωρεῖ ὅτι πρόκειται γιὰ θετικὴ ἔκφραση, ἡ ὁποία ἴσως νὰ ὑποκρύπτει καὶ κάποιου βαθμοῦ φιλικὴ στάση ἀπέναντι στὴν πίστη.

Στὴν τρίτη ἀναφορὰ τοῦ ὅρου στὴν Καινὴ Διαθήκη, στὸ χωρίο Α´ Πέτρου 4:16, ἡ χρήση εἶναι παρόμοια «εἰ δὲ ὡς Χριστιανός, μὴ αἰσχυνέσθω, δοξαζέτω δὲ τὸν Θεὸν ἐν τῷ μέρει τούτῳ»: «ἐὰν κάποιος ὀνειδίζεται ὡς χριστιανὸς νὰ μὴν νιώθει ντροπὴ γι᾿ αὐτό, ἀλλὰ νὰ δοξάζει τὸν Θεό». Ὁ ὀνειδισμός, ἀπὸ τοὺς ἐθνικοὺς καὶ τοὺς Ἰουδαίους, στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ τίτλο τιμῆς καὶ ἀφορμὴ κατὰ Θεὸν καυχήσεως γιὰ τὸν ἀπόστολο καὶ γιὰ κάθε μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπὸ τὸν στίχο 14 τοῦ ἰδίου κεφαλαίου ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἀποτελοῦσε αἰτία ὀνειδισμοῦ τῶν πιστῶν καὶ γινόταν μὲ ὑβριστικὴ καὶ χλευαστικὴ διάθεση, ὅπως φαίνεται καὶ στὶς ἐξωχριστιανικὲς πηγὲς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. [1]

Alexamenos1st

Τό χλευαστικό σχέδιο τοῦ Παλατινοῦ Λόφου στή Ρώμη (ἐκτιμᾶται ὅτι χαράχθηκε γύρω στό 200 μ.Χ.). Διαβάζουμε: «Ἀλεξάμενος σέβετε Θεόν». Παρουσιάζει τόν Ἀλεξάμενο νά λατρεύει μία σταυρωμένη μορφή (προφανῶς τόν Ἰησοῦ Χριστό), ἡ ὁποία ἔχει κεφάλι ὄνου.

Ὅπως διαπιστώνουμε ἐκεῖνα τὰ πρῶτα χρόνια μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας θεωροῦν ὅτι εἶναι μεγάλη τιμὴ γι᾿ αὐτοὺς νὰ φέρουν ὡς προσηγορία τους τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ κάτι ποὺ ἐπεκράτησε, ἂν καὶ πάντοτε θὰ ὑπάρχουν αὐτοὶ ποὺ δὲν σέβονται τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ χρησιμοποιοῦν γιὰ νὰ χλευάσουν αὐτοὺς ποὺ μὲ ὑπερηφάνεια καὶ τιμὴ τὸ φέρουν.

[1] Αὐτὸ φαίνεται καὶ στὸ σκαρίφημα ποὺ ἀποκαλύφθηκε στὸν Παλατινὸ λόφο, στὴ Ρώμη, ὅπου χλευάζεται κάποιος χριστιανός, ὁ Ἀλεξάμενος, ἐπειδή, σύμφωνα μὲ τὴν ἔμπνευση τοῦ σχεδιαστῆ, λάτρευε κάποιον θεὸ μὲ κεφάλι ὄνου.

Ἡ ἐτυμολογία τοῦ ὀνόματος «χριστιανοί».

Ετικέτες

, , , , , ,

Στὴν Ἀντιόχεια ὀνομαστήκαμε γιὰ πρώτη φορὰ «χριστιανοὶ» (Γ΄ μέρος)

Ἡ λέξη «χριστιανοὶ» ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀπὸ δύο διαφορετικὰ μεταξύ τους μέρη:

(α) τὸ θέμα «χριστ-», ποὺ προφανῶς προέρχεται ἀπὸ τὸν πολὺ γνωστὸ τίτλο «Χριστός», ὁ ὁποῖος ἀποδόθηκε στὸν Ἰησοῦ καὶ προέρχεται ἀπὸ τὴ μετοχὴ παρακειμένου, «κεχρισμένος», τοῦ ρήματος «χρίω» καὶ ὑποδηλώνει αὐτὸν ποὺ ἔχει λάβει εἰδικὴ χρίση γιὰ νὰ ἐπιτελέσει κάποιο ἔργο. Ἐν προκειμένῳ ὁ τίτλος ὑποδεικνύει αὐτὸν ποὺ ἔχει χρισθεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ νὰ ἐπιτελέσει τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Ὁ τίτλος μαρτυρεῖται περισσότερες ἀπὸ 530 φορὲς στὴν Καινὴ Διαθήκη. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἐντοπίζεται σὲ ὅλα τὰ κείμενά της, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τρίτη ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, ποὺ εἶναι ἰδιαίτερα σύντομο κείμενο καὶ δὲν περιλαμβάνει καμμία ἀναφορὰ στὸν Ἰησοῦ. Ἤδη ἀπὸ τὴν περίοδο αὐτὴ ὁ ἐπιθετικὸς προσδιορισμὸς ἔχει μετατραπεῖ σὲ ὄνομα τὸ ὁποῖο, συνήθως, συνδυάζεται μὲ τὸ ἑβραϊκὸ «Ἰησοῦς», ποὺ ἀποτελεῖ τὸ κύριο ὄνομα τοῦ Σωτήρα.

(β) ἀπὸ τὴν κατάληξη «-ιανοι» ποὺ εἶναι λατινικὸ ἐπίθεμα (ianus/-iani) ποὺ δημιουργεῖ ἐπίθετο καὶ φανερώνει μὴ χριστιανικὴ προέλευση. Ἡ ἀντίστοιχη ἑλληνικὴ κατάληξη θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ «Χρισταῖοι» ἢ τὸ «Χριστηνοί». Ἡ προσθήκη της σὲ ὀνόματα ἐξέφραζε οἰκογενειακὴ σχέση, γεωγραφικὴ προέλευση, πελατειακή, ἀλλὰ καὶ εὐρύτερη πολιτικὴ ἢ κοινωνικὴ σχέση. Γνωστὸ παράδειγμα οἱ Caesariani, οἱ ὁποῖοι θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι εἴτε ἀπελεύθεροι εἴτε πελάτες[1] εἴτε πολιτικοὶ ὀπαδοὶ τοῦ Καίσαρα εἴτε καὶ τὰ τρία ταυτόχρονα. Ἄλλα γνωστὰ ὀνόματα μὲ αὐτὴ τὴν κατάληξη εἶναι τὰ Galbiani (ὀπαδοὶ τοῦ Γάλβα), Pompeiani (ὀπαδοὶ τοῦ Πομπήιου), Augustiani (ὀπαδοὶ τοῦ Ὀκταβιανοῦ Αὐγούστου) ἀλλὰ καὶ Ciceroniani (ὀπαδοὶ τοῦ Κικέρωνα).

Στὴν Καινὴ Διαθήκη συναντᾶμε τοὺς «Ἡρωδιανούς». Ἐμφανίζονται μία φορὰ στὸ εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου (22:16) καὶ δύο φορὲς στὸ εὐαγγέλιο τοῦ Μάρκου (3:6 καὶ 12:13). Πιθανότατα, ἦταν ὀπαδοὶ τοῦ οἴκου τῶν Ἡρωδῶν (κυρίως τοῦ Ἡρώδη Ἀντίπα καὶ ἴσως τοῦ Ἡρώδη Ἀγρίππα Α´). Ἴσως νὰ ἦταν πελᾶτες, μὲ τὴ ρωμαϊκὴ ἔννοια, τῶν δύο βασιλέων. Ἐπίσης, εἶναι πιθανὸ νὰ ἦταν παλαιοὶ ἀπελεύθεροι ἢ ἀξιωματοῦχοι τοῦ βασιλικοῦ οἴκου τοῦ Ἡρώδη. Θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι οἱ ἄνθρωποι τοῦ Ἀντύπα στὴν Ἰερουσαλήμ, καθὼς ἡ πόλη αὐτὴ ἦταν ὑπὸ ρωμαϊκὴ κατοχὴ καὶ ὁ ἴδιος περιορισμένος στὴ Γαλιλαία καὶ τὴν Περαία. Μάλιστα, ὑπάρχουν μαρτυρίες γιὰ παρουσία τους στὴ Ρώμη καὶ στὴν Ἀντιόχεια.

Ἦταν μία πολιτικὴ ὁμάδα μὲ συμφέροντα ποὺ φαίνεται ὅτι σὲ κάποιες περιπτώσεις συνδυάζονταν μὲ αὐτὰ τῶν Φαρισαίων. Ὁ Ἡρώδης Ἀγρίππας Α΄ ἔζησε γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα στὴ Ρώμη, ὅπου δέθηκε μὲ στενὴ φιλία μὲ τοὺς μετέπειτα αὐτοκράτορες Γάιο Καλιγούλα καὶ Κλαύδιο. Εἶναι πιθανό, λοιπόν, μὲ τὴν ἐπιστροφή του στὴν πατρίδα νὰ δημιούργησε ἕναν κύκλο πολιτικῶν ὑποστηρικτῶν, κατὰ τὰ πρότυπα τοῦ συστήματος τῆς ρωμαϊκῆς πελατείας, οἱ ὁποῖοι ὀνομάστηκαν ἀπὸ τὸ οἰκογενειακό, καὶ ὄχι τὸ προσωπικό του, ὄνομα.

Σύμφωνα μὲ τὸν Ὠριγένη αὐτοὶ ποὺ ἦταν νομιμόφρονες πρὸς τὴ ρωμαϊκὴ ἐξουσία καὶ προέτρεπαν τοὺς Ἰουδαίους νὰ ἀποδίδουν φόρο στὸν Καίσαρα «ἐκαλοῦντο Ἡρωδιανοὶ ὑπὸ τῶν μὴ θελόντων τοῦτο γίνεσθαι». Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος τοὺς προσδιορίζει ὡς «Ἡρώδου στρατιώτας», ἐνῶ ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας ἐκτιμᾶ ὅτι εἴτε ἐννοεῖ «τοὺς Ἡρώδου στρατιώτας» εἴτε «τοὺς ἀπαιτητὰς τῶν τελῶν τῶν ἐπιβληθέντων τοῖς Ἰουδαίοις ὑπὸ Ῥωμαίων». Πρὸς τὴ δεύτερη ἐκτίμηση κλίνει καὶ ὁ Ἅγ. Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ὁ ὁποῖος τοὺς χαρακτηρίζει ὡς δασμολόγους («δασμολόγοι δὲ οὗτοι»), ἐνῶ στὸ ὑπόμνημά του στὸν προφήτη Ἠσαΐα τοὺς χαρακτηρίζει «πράκτορες … τελωνῶν». Ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀναφορὲς διαπιστώνουμε ὅτι οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας θεωροῦσαν βέβαιο ὅτι εἶχαν στενὴ σχέση μὲ τὸν Ἡρώδη καὶ τὴ διοικητική του μηχανή. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ ὁμοιάζει μὲ τὴν εἰκόνα ποὺ ἔχουμε σήμερα γιὰ τοὺς ὀπαδοὺς/ἀκολούθους διαφόρων προσώπων, ἀλλὰ περιλαμβάνει περισσότερες δραστηριότητες, ὅπως τὴ συλλογὴ φόρων ἢ τὴ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία.

Πολὺ καλὰ μὲ αὐτὴ τὴν εἰκόνα ταιριάζει ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ἀπ. Παύλου στοὺς «ἐκ τῆς Καίσαρος οἰκίας» (Φιλ. 4:22) ποὺ περιλαμβάνει μία μεγάλη ὁμάδα πιστῶν ποὺ διέμεναν καὶ δραστηριοποιοῦνταν στὸ παλάτι, διατηρώντας ποικίλες σχέσεις μὲ τὴν αὐτοκρατορικὴ οἰκογένεια, συμμετέχοντας στὴ λειτουργία τοῦ παλατιοῦ καὶ τὴ διοίκηση τῆς αὐτοκρατορίας (π.χ. παλαιοὶ ἀπελεύθεροι τοῦ αὐτοκράτορα ἢ πελάτες τῆς οἰκογένειάς του).

Συνεπῶς, τὸ ὄνομα Ἡρωδιανοί, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ ὄνομα «χριστιανοί», ἀποκαλύπτει πολιτικὲς σχέσεις. Μία ἀκόμη διαφορά εἶναι ὅτι στὶς περιπτώσεις τῶν προσδιορισμῶν ὀνομάτων ὅπως Caesariani, Pompeiani καὶ Ἡρωδιανοὶ τὸ ὄνομα γίνεται προσηγορικό, ἐνῶ στὴν περίπτωση τῶν χριστιανῶν, ὁ τίτλος καὶ ὄχι τὸ ὄνομα μετατρέπεται σὲ προσηγορικό.

Μιὰ ἰδιαίτερη πτυχὴ τῆς χρήσεως τοῦ ἐπιθέματος –iani ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν προηγούμενη εἶναι ὁ προσδιορισμὸς μὲ αὐτὸ τῶν δούλων καὶ ἄλλων μελῶν τοῦ οἴκου κάποιου, ὅπως ἀκριβῶς ἐντοπίζεται στὸ 4:22 τῆς πρὸς Φιλιππησίους ἐπιστολῆς. Αὐτὴ ἡ ἐπιμέρους χρήση εἶναι πολὺ πιὸ ταιριαστὴ στὴ σχέση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μὲ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλοι οἱ βαπτισμένοι ἀποκτοῦν τὴν ἐλευθερία τους, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὰ κοινωνικὰ δεδομένα (ἐλεύθεροι, ἀπελεύθεροι, δοῦλοι), μόνο ἐφ᾿ ὅσον τὴν δεσμεύσουν ἐν Χριστῷ. Θυσιάζοντας τὴν κατὰ κόσμον ἐλευθερία λαμβάνουμε τὴ δυνατότητα νὰ ἀποκτήσουμε τὴν πραγματικὴ ἐλευθερία ποὺ μᾶς ἀπελευθερώνει ἀπὸ τὴ φθορὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Οἱ κατ’ ἐξοχὴν ἐλεύθεροι ἄνθρωποι εἶναι οἱ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ συμβαίνει διότι δεσμεύονται μόνο ἀπὸ τὴ σχέση τους μὲ τὴν πηγὴ τῆς ἐλευθερίας, τὸν Θεό, καὶ ὄχι ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς ἀδυναμίες τους. Στὴν Καινὴ Διαθήκη ὁ προσδιορισμὸς τοῦ πιστοῦ ὡς «δούλου Θεοῦ» ἐμφανίζεται ἀρκετὲς φορές. Στὴν πρὸς Ρωμαίους ἔρχεται σὲ ἀντιπαραβολὴ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ δούλου τῆς ἁμαρτίας (Ρωμαίους 6:6, 16, 17, 19, 20), ὁ ὁποῖος σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν δοῦλο τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει καμμία ἐλευθερία, ἀκόμη καὶ ἂν ὁ ἴδιος φρονεῖ τὸ ἀντίθετο. Καθὼς ἡ κατάληξη –iani φανερώνει τὸν δοῦλο κάποιου, τὸ ὄνομα χριστιανοί δηλώνει ὅτι πρόκειται γιὰ τοὺς δούλους τοῦ Χριστοῦ ποὺ ζοῦν τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία.

Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1ου μ.Χ. αἰῶνα οἱ στρατιῶτες στὴν Ἀντιόχεια ἦταν χωρισμένοι σὲ Caesariani (ὀπαδοὶ τοῦ Γερμανικοῦ) καὶ Pisoniani (ὀπαδοὶ τοῦ Πίσωνα). Ἀπὸ αὐτὴ τὴ μαρτυρία διαπιστώνουμε ὅτι ἡ κατάληξη iani ἦταν σὲ χρήση καὶ στὴν Ἀνατολή· πάντως, ἐντὸς τῶν ρωμαϊκῶν πολιτικῶν πλαισίων.

Μία συναφὴς περίπτωση εἶναι ἡ ὕπαρξη κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Αὐγούστου τοῦ θεσμοῦ τῶν «Seviri Augustales» ἢ «Augustales», τὸν ὁποῖο ἐνεθάρρυνε ὁ Αὔγουστος. Ἐπρόκειτο γιὰ συλλόγους κατωτέρων ἀξιωματικῶν, συχνὰ ἀπελευθέρων, οἱ ὁποῖοι ἐπέβλεπαν τὴν σωστὴ διεκπεραίωση θεμάτων ποὺ σχετίζονταν μὲ τὴ λατρεία. Συχνά, ἔπρεπε νὰ συνεισφέρουν ἀπὸ τὴν προσωπική τους περιουσία γιὰ τὴ διεξαγωγὴ αὐτῶν τῶν τελετῶν. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο κέρδιζαν τὴν ἀναγκαία, γιὰ τὴν ἄνοδό τους στὴν κοινωνικὴ κλίμακα, κοινωνικὴ ἀναγνώριση. Ἰδιαίτερη ἀκμὴ γνώρισαν κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Νέρωνα ὡς στελέχη τῆς ὀργανωμένης προπαγάνδας τοῦ αὐτοκράτορα, ὑποστηρίζοντας τὶς ἀθλητικὲς καὶ καλλιτεχνικές του ἐπιτυχίες καὶ ἐκφράζοντας τὸ θαυμασμό τους γιὰ τὸν «θεῖο» ἄνδρα.

Ὁ Ρωμαῖος ἱστορικὸς Τάκιτος

Ὁ Ρωμαῖος ἱστορικὸς Τάκιτος

Ἡ σύνθεση τοῦ ὀνόματος, ἀπὸ ἑλληνικὸ θέμα καὶ λατινικὸ ἐπίθεμα, ἴσως μᾶς δείχνει ὅτι προέρχεται ἀπὸ λαϊκὴ καὶ καθομιλουμένη γλῶσσα. Παρόμοιοι συνδυασμοὶ ἐμφανίζονται καὶ στὶς μέρες μας σὲ περιοχὲς ποὺ συνυπάρχουν ἄνθρωποι διαφορετικῆς ἐθνικῆς καὶ πολιτιστικῆς προέλευσης. Μάλιστα, ἡ τάση αὐτὴ εἶναι ἐντονότερη ὅταν πρόκειται γιὰ γλῶσσες ποὺ εἶναι διαδεδομένες σὲ ἄλλους λαούς, οἱ ὁποῖοι δὲν τὶς μιλοῦν ὡς μητρικές.

Κλείνοντας νὰ σημειώσουμε ὅτι ὁ σημιτικὸς καὶ ὁ ἀραβικὸς κόσμος διατήρησε ὡς γενικὸ προσδιορισμὸ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας «Ναζωραῖοι» ἢ «Ναζαρινοί», ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἂν πρὶν ἀπὸ τὴν ἔνταξή τους σὲ αὐτὴ ἦταν Ἰουδαῖοι ἢ ἐθνικοί. Στὸ Κοράνι ὀνομάζονται «Nasrāni» ἀπὸ τὴ λέξη «ansar» ποὺ σημαίνει «βοηθοὶ» καὶ ἔχει τὴν ἔννοια τῶν ἀκολούθων.

Ὁ Νέρων

Ὁ Νέρων

Μία ἀπὸ τὶς πρῶτες περιπτώσεις ποὺ χρησιμοποιεῖται ἡ λέξη «Χριστιανοὶ» εἶναι στὸ ἔργο τοῦ Ρωμαίου ἱστορικοῦ Σουετώνιου «Βίοι τῶν Καισάρων: Nέρων». Στὴν ὑποτιμητικὴ αὐτὴ ἀναφορὰ«Afflicti suppliciis, Christiani, genus hominum superstitionis nove et maleficae» (= ἐπιβλήθηκε τιμωρία στοὺς Χριστιανούς, γένος ἀνθρώπων δεισιδαιμόνων καὶ πονηρῶν) ποὺ συμπληρώνεται ἀπὸ μία ἄλλη ἐξίζου ὑποτιμητικὴ ἀναφορὰ ἀπὸ τὸν Βίο τοῦ Κλαυδίου ἀναφέρεται τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ὡς ἐξῆς: «Iudaeos impulsore Chresto assidue tumultuantis Roma expulit» (= οἱ Ἰουδαῖοι ἐπειδὴ μὲ τὴν παρακίνηση κάποιου Χριστοῦ προκαλοῦσαν συνεχῶς ταραχὲς ἐκδιώχθηκαν ἀπὸ τὴ Ρώμη). Ἀπὸ τὸν συνδυασμὸ αὐτῶν τῶν δύο χωρίων διαπιστώνουμε ὅτι οἱ Χριστιανοί, ὡς ὀπαδοὶ τοῦ Χριστοῦ θεωροῦνται ὑπαίτιοι γιὰ ἀναστατώσεις ποὺ ἐμφανίζονταν στὴν ἰουδαϊκὴ κοινότητα τῆς Ρώμης καὶ γιὰ τὴν τελικὴ ἀπομάκρυνση τῶν μελῶν της ἀπὸ τὴν πόλη ἐπὶ αὐτοκράτορα Κλαυδίου τὸ 49 μ.Χ.

Παρόμοια χρήση γιὰ τὸ «Χριστός», ὑπάρχει στὸν Τάκιτο, στὸ ἔργο του, Annales «ergo abolendo rumori Nero subdidit reos et quaesitissimis poenis adfecit, quos per flagitia invisos vulgus Chrestianos appellabat. auctor nominis eius Christus», δηλαδὴ «ὁ Νέρων ὑπέδειξε ἄλλους ὡς ἐνόχους καὶ ὑπέβαλε σὲ ἰδιαίτερες τιμωρίες ἐκείνους τοὺς ὁποίους ὁ λαός, νιώθοντας μίσος γιὰ τὶς παρανομίες τους, ὀνόμαζε χριστιανούς. Ἐκεῖνος ἀπὸ τὸν ὁποῖο προῆλθε τὸ ὄνομα εἶναι ὁ Χριστός» (15.44). Οἱ Χριστιανοί, στὸ κείμενο αὐτὸ τοῦ Τακίτου[2] μνημονεύονται ὡς δράστες τοῦ ἐμπρησμοῦ τῆς Ρώμης, ἐνῶ στὴ συνέχεια τοῦ συγκεκριμένου χωρίου ὁ Χριστὸς προσδιορίζεται ὡς κάποιος ποὺ ἐκτελέσθηκε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Τιβερίου. Ὁ μεσσιανικὸς τίτλος Χριστὸς φαίνεται ὅτι κυριαρχοῦσε καὶ ξεχώριζε στὶς ἐκφράσεις τῶν πιστῶν, ἰδιαίτερα ὅσων εἶχαν σχέση μὲ τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα καὶ τὸν ἀντίστοιχο πολιτισμό.

Ὁ Κλαύδιος

Ὁ Κλαύδιος

Κατ᾿ ἀντίστοιχο τρόπο ὁ Φλάβιος Ἰώσηπος (Ἰουδ. Ἀρχ. 20.199.200, γύρω στὸ 93-94 μ.Χ.) ἀναφερόμενος στὸν λιθοβολισμὸ τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου τὸν προσδιορίζει ὡς ἀδελφὸ τοῦ Ἰησοῦ, τὸν ὁποῖο πάλι προσδιορίζει ὡς τὸν «καλούμενον Χριστόν» διότι προφανῶς, ὁ Χριστὸς ἦταν τόσο πολὺ γνωστὸς ποὺ ἀκόμη καὶ ἕνας μὴ χριστιανός, ὅπως ὁ Ἰώσηπος, μποροῦσε νὰ ἀντιληφθεῖ τὴ σημασία Του γιὰ τοὺς πιστούς.

Θὰ ἀκολουθήσει τὸ τέταρτο μέρος μὲ προσπάθεια χρονικοῦ προσδιορισμοῦ τῆς δημιουργίας τοῦ ὀνόματος «Χριστιανοί».

[1] Ἡ «πελατεία» ἀποτελοῦσε ἕναν ἰδιότυπο θεσμὸ τῆς ρωμαϊκῆς πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς. Μὲ πυραμιδωτὴ διάταξη ὅλοι οἱ Ρωμαῖοι ἦταν προσκολλημένοι σὲ κάποια ἄλλη ἰσχυρότερη οἰκογένεια, τὴν ὁποία ὑποστήριζαν στὶς πολιτικές της φιλοδοξίες καὶ ἡ ὁποία, μὲ τὴ σειρά της, τοὺς παρεῖχε ἀντίστοιχη στήριξη. Οἱ ἀσθενέστερες οἰκογένειες δέχονταν τοὺς πελάτες τους πολὺ νωρὶς τὸ πρωὶ καὶ στὴ συνέχεια πήγαιναν ὅλοι μαζὶ νὰ ἐπισκεφθοῦν τοὺς δικούς τους πάτρωνες. Ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ἡ καθημερινὴ αὐτὴ πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ ἐπαφὴ ἀποτελοῦσε τὴν ἀποτελεσματικότερη μέθοδο, ὄχι μόνο γιὰ ἐπίδειξη, ἀλλὰ καὶ γιὰ καταμέτρηση τῆς δύναμης κάποιου. Οἱ ἀσθενέστεροι πολίτες ἔβρισκαν σὲ αὐτὸ τὸ πλέγμα τῶν σχέσεων τὴ δυνατότητα νὰ λύσουν κάποια προσωπικὰ ἢ οἰκογενειακὰ προβλήματα, νὰ ἔχουν προστασία ἀπὸ τοὺς πολιτικούς τους ἀντιπάλους καὶ νὰ προωθήσουν τὶς φιλοδοξίες τους.

[2] Πολλοὶ θεωροῦν ὅτι εἶναι μεταγενέστερη χριστιανικὴ παρεμβολή, ἀλλὰ καὶ σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση διατηρεῖ ἕνα μέρος τῆς ἀξίας του, καθὼς σὲ μιὰ πρώιμη ἐποχὴ χρησιμοποιεῖ τὴν λέξη «Χριστιανοί».

Τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας «Οἱ ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομα»

Ετικέτες

, , , , , ,

Στὴν Ἀντιόχεια ὀνομαστήκαμε γιὰ πρώτη φορὰ «χριστιανοὶ» (Β΄ μέρος)

Σὲ προηγούμενη ἀνάρτησή μας μὲ τίτλο «Πῶς ἀποκαλοῦνται τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας στὴν Καινὴ Διαθήκη. Στὴν Ἀντιόχεια ὀνομαστήκαμε γιὰ πρώτη φορὰ «χριστιανοὶ» (Α΄ μέρος)» ἀναφερθήκαμε σὲ διάφορους προσδιορισμοὺς μὲ τοὺς ὁποίους ἀποκαλοῦσαν τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας στὴν Καινὴ Διαθήκη.

Ἀφήσαμε τελευταῖο τὸν προσδιορισμὸ οἱ «ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομα» ποὺ χρησιμοποιεῖται στὶς Πράξεις (Πρ. 9:14, 21), στὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολὴ (Ρωμ. 10:12), στὴν Α´ Κορινθίους (Α´ Κορ. 1:2) καὶ στὴ Β´ πρὸς Τιμόθεον (Β´ Τιμ. 2:22), διότι φρονοῦμε ὅτι ἀποτελεῖ ἕναν συνδετικὸ κρίκο ἀνάμεσα στοὺς διαφόρους ἄλλους καὶ σὲ αὐτὸν ποὺ τελικὰ ἐπεκράτησε καὶ καθιερώθηκε.

Ὅπως θα δοῦμε στὴ συνέχεια καὶ στὶς τέσσερεις περιπτώσεις ποὺ ἐμφανίζεται στὴν Καινὴ Διαθήκη τὸ ὄνομα ποὺ ἐπικαλοῦνται οἱ «ἐπικαλούμενοι» εἶναι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἐπίκληση αὐτὴ ἀποκαλύπτει ὅτι, ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες στιγμὲς τῆς Ἐκκλησίας, οἱ πιστοὶ εἶχαν σαφὴ συνείδηση τῆς διαφορετικότητάς τους ἀπὸ τὴ συναγωγὴ καὶ ὅτι εἶχαν ἀποκοπεῖ ἀπὸ αὐτή, καθὼς ἐὰν παρέμεναν μέλη της δὲν θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ ἐπικαλοῦνται αὐτὸν ποὺ οἱ ἡγέτες τῆς συναγωγῆς θανάτωσαν ἀτιμωτικά. Αὐτὴ ἡ σαφὴς ἀντίθεση καὶ ἀποκοπή τους ἀπὸ τὴν Συναγωγὴ τοὺς δημιούργησε πολλὰ προβλήματα και προκάλεσε τὸ μένος τῶν ἀρχῶν τοῦ ἰουδαϊσμοῦ, οἱ ὁποῖες μὲ διάφορους ἄμεσους καὶ ἔμμεσους προσπάθησαν νὰ ἀλλοιώσουν τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Ὅσο καὶ ἂν σήμερα μᾶς φαίνεται αὐτονόητο, εἶναι ἰδιαιτέρως σημαντικὸ ὅτι οἱ πιστοὶ δὲν ἐπικαλοῦνταν γενικῶς καὶ ἀορίστως κάποια θεία δύναμη ἀλλὰ τὸν κεχρισμένο καὶ σαρκωμένο Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ἔλευσή Του στὸν κόσμο καὶ τὴν εἴσοδό Του στὴν ἱστορία μεταμόρφωσε τὰ δεδομένα τῆς φθαρτῆς φύσεώς μας, ἀποκαθιστώντας τὴν στὸ ἀρχαῖο κάλλος της καὶ ὁδηγώντας την στὴν ἁγιότητα καὶ στὴ σωτηρία.

Ἡ ἔκφραση αὐτὴ ἀποτελεῖ τὴν πρώτη ἔνδειξη γιὰ χρήση ἑνὸς ὀνόματος, ἐν προκειμένῳ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ὡς προσδιορισμοῦ τῶν πιστῶν καὶ συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν κυριαρχία τοῦ Χριστοῦ στὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, στὴ διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων καὶ στὴν καθημερινὴ λατρευτικὴ πρακτικὴ τῶν πιστῶν. Ὁ Χριστὸς ἀποτελοῦσε τὴ ζωογόνο δύναμη, τὸ κέντρο τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας ποὺ μεταμόρφωσε τὰ πάντα καὶ ἄλλαξε τὴ ροὴ τῆς ἱστορίας καὶ τὴν πορεία τοῦ κόσμου.

Ἡ βεβαιότητα αὐτὴ τῶν πιστῶν (κάθε ἐποχῆς) διαπιστώνεται ἀπὸ τὴ συχνὴ χρήση τοῦ ὀνόματός του στὴ λατρεία καὶ τὴ διδαχή, καθὼς οἱ πρῶτοι χριστιανοί, ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς σήμερα, ἐπικαλούμαστε τὸ ὄνομά Του σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς μας, καλὴ ἢ κακή, ἰδιαιτέρως δὲ κατὰ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ συμμετοχή μας στὴν κοινὴ λατρεία.

Ἀπὸ τὶς τέσσερεις αὐτὲς ἀναφορὲς δὲν μποροῦμε νὰ προσδιορίσουμε ποιὰ ἀκριβῶς μορφὴ τοῦ ὀνόματος χρησιμοποιοῦσαν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ γραμματεία τὴν περιόδου καὶ ὅπως ὑπονοεῖται ἀπὸ τὴν τέταρτη ἀναφορά, πιθανότατα κυριαρχοῦσαν οἱ ἐκφράσεις «κύριος», «Χριστός», «Ἰησοῦς» καὶ συνδυασμοί τους, ὅπως γίνεται καὶ σήμερα.

Οἱ δύο χρήσεις τῆς φράσης αὐτῆς στὸ ἔνατο κεφάλαιο τῶν Πράξεων συνδυάζονται μὲ τὴν πρώτη διήγηση γιὰ τὴ μεταστροφὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Αὐτὸ μᾶς δείχνει ὅτι πρόκειται γιὰ πολὺ πρώιμη ἐπίκληση ποὺ ἦταν σὲ χρήση ἤδη ἀπὸ τὸν πρῶτο-δεύτερο χρόνο τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.

αγ+Παυλος+1

Τὴν πρώτη φορὰ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Ἀνανία γιὰ νὰ διαμαρτυρηθεῖ πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἐντολή Του νὰ ἀναλάβει τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος μόλις εἶχε δεχθεῖ τὴν κλήση ἀπὸ τὸν Χριστό.

Τὴ δεύτερη φορὰ χρησιμοποιεῖται λίγο παρακάτω, μὲ τὴν ἴδια ἔννοια, ἀπὸ τὰ ἄλλα μέλη τῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα μὲ τρόμο καὶ ἔκπληξη ἄκουγαν τὸν ἀπόστολο Παῦλο νὰ κηρύττει τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ μὲ παρρησία στὶς συναγωγὲς τῆς Δαμασκοῦ καὶ ἔλεγαν: «οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ πορθήσας εἰς Ἰερουσαλὴμ τοὺς ἐπικαλουμένους τὸ ὄνομα τοῦτο, καὶ ὧδε εἰς τοῦτο ἐληλύθει ἵνα δεδεμένους αὐτοὺς ἀγάγῃ ἐπὶ τοὺς ἀρχιερεῖς;»

sghfg

Ἡ τρίτη χρήση εἶναι στὸ προοίμιο τῆς Α΄ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολῆς ὅπου τὴν ἔκφραση χρησιμοποιεῖ, κατὰ τὸν χαιρετισμό του, ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γιὰ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου.

Ἡ τελευταία φορὰ ποὺ χρησιμοποιεῖται ἡ ἔκφραση διαφέρει λίγο. Στὴν Β΄ Ἐπιστολὴ πρὸς τὸν μαθητή του τὸν Τιμόθεο ὁ ἀπόστολος Παῦλος χρησιμοποιεῖ τὴ φράση «μετὰ τῶν ἐπικαλουμένων τὸν Κύριον ἐκ καθαρᾶς καρδίας». Σὲ αὐτὴ φαίνεται ξεκάθαρα ὅτι «οἱ ἐπικαλούμενοι» ἐπικαλοῦνται τὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Ἡ ἐπίκληση αὐτὴ προσδιορίζει τὸν χαρακτῆρα τους καὶ ἀποτελεῖ τὸ κύριο καὶ μοναδικὸ διακριτικό τους.

Ἡ ἔκφραση «οἱ ἐπικαλούμενοι τὸν Κύριον» εἶναι πολὺ παλαιά. Πιθανότατα προηγεῖται κατὰ πολλὰ ἔτη τοῦ ὀνόματος «χριστιανοὶ» ποὺ ὄπως θὰ δοῦμε ἀποδόθηκε στὴν Ἀντιόχεια. Οἱ χρήσεις της ἀποκαλύπτουν ἕνα χρονικὸ εὖρος τουλάχιστον 30-35 ἐτῶν: ἡ πρώτη πρέπει νὰ τοποθετηθεῖ γύρω στὸ 32-34 μ.Χ. καὶ ἡ τελευταία (Β΄ Τιμόθεον) στὸ τέλος τοῦ 66 ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 67 μ.Χ., λίγο πρὶν τὸ μαρτύριο τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν. Αὐτὸ μᾶς πείθει ὅτι εἶχε μακρὰ χρονικὴ χρήση, καθὼς ἐξέφραζε μὲ τὸν καλύτερο τρόπο τὴ σχέση τῶν πιστῶν μὲ τὸν Χριστό.

Συνοψίζοντας, μποροῦμε νὰ ἐντοπίσουμε κάποια κοινὰ χαρακτηριστικὰ τῶν διαφόρων προσδιορισμῶν τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, κάποιους ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἴδαμε σὲ προηγούμενη ἀνάρτησή μας, πρὶν ἀπὸ τὴν καθιέρωση τοῦ ὀνόματος «Χριστιανοί»:

1) Σχετίζονται στενὰ μὲ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ ὑπάρχουν σὲ αὐτὴ παράλληλα χωρία, κάποια ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐξαιρετικὰ ἀκριβῆ (ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ τὸν προσδιορισμὸ «μαθηταί»).

2) Ὅπως εἶναι φυσιολογικὸ καὶ ἀναμενόμενο προέρχονται ἀπὸ τὸν εὐρύτερο πνευματικὸ χῶρο τοῦ ἰουδαϊσμοῦ, μέσα στὸν ὁποῖο εἶχαν ἀνδρωθεῖ πνευματικὰ οἱ πρῶτοι πιστοὶ καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖο προέρχονταν ἐθνικὰ καὶ θρησκευτικά.

3) Εἶναι σημαντικὸ ὅτι αὐτοὶ οἱ προσδιορισμοὶ ποὺ μᾶλλον ἀποτελοῦν αὐτοχαρακτηρισμοὺς δὲν ἔχουν συγκρουσιακὸ περιεχόμενο καὶ χαρακτῆρα καὶ δὲν ὑποδηλώνουν ρήξη μὲ τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο, ἀλλὰ ὑπέρβασή του.

4) Χωρὶς νὰ ἀναφέρονται ἄμεσα στὸν Χριστὸ (ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ τὸν τελευταῖο) σαφῶς παραπέμπουν σὲ Αὐτὸν καὶ δείχνουν ὅτι Αὐτὸς εἶναι τὸ κέντρο τῆς πίστεώς τους ὑποδηλώνοντας ταυτόχρονα καὶ τὴ στενὴ σχέση του μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα.

5) Ἡ στενὴ σύνδεση τῶν χαρακτηρισμῶν αὐτῶν μὲ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ οἱ ἄμεσες ἢ ἔμμεσες ἀναφορὲς σὲ αὐτὴ συσχετίζουν τοὺς πιστοὺς μὲ τὸν Θεὸ ὅπως ἀποκαλύφθηκε σὲ αὐτή.

6) Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν χαρακτηρισμὸ «αἵρεση τῶν Ναζωραίων» (ποὺ ἀποδόθηκε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους) προέρχονται ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς πιστούς, οἱ ὁποῖοι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο δείχνουν ὅτι ἀντιλαμβάνονται τὸν ἑαυτό τους ὡς συνέχεια τοῦ παλαιοῦ Ἰσραήλ, ἀλλὰ μὲ ἐντελῶς διαφορετικὲς προϋποθέσεις καὶ μέσα σὲ πλήρως ἀνακαινισμένο καὶ ἀνανεωμένο πλαίσιο.

7) Ἰδιαίτερα συχνοὶ εἶναι κάποιοι χαρακτηρισμοὶ ποὺ τονίζουν τὴν αἴσθηση τῆς ἑνότητας ἀνάμεσα στοὺς πιστοὺς («ἀδελφοί»), τῆς ἁγιότητας τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας («ἅγιοι») καὶ τῆς πορείας ὅλων τῶν πιστῶν πρὸς τὰ ἔσχατα («οἱ τῆς ὁδοῦ»).

Παρόλα αὐτὰ φαίνεται ὅτι αὐτοὶ οἱ τόσο ὄμορφοι καὶ θεολογικὰ θεμελιωμένοι προσδιορισμοὶ δὲν κάλυπταν τοὺς πιστοὺς καὶ τοὺς ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τελικὰ κυριάρχησε ἕνας ἄλλος προσδιορισμὸς γιὰ τὸν ὁποῖο θὰ μιλήσουμε σὲ ἑπόμενη ἀνάρτησή μας μὲ τίτλο «Ἡ ἐτυμολογία τοῦ ὀνόματος Χριστιανοί».

Πῶς ἀποκαλοῦνται τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας στὴν Καινὴ Διαθήκη

Ετικέτες

, , , , ,

Στὴν Ἀντιόχεια ὀνομαστήκαμε γιὰ πρώτη φορὰ «χριστιανοὶ» (Α΄ μέρος)

Μία πολὺ ἐνδιαφέρουσα στιγμὴ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς τῆς Ἀντιόχειας εἶναι ἡ μαρτυρία τοῦ Πράξεων 11:26 ὅτι ἐκεῖ ἀποδόθηκε γιὰ πρώτη φορὰ στοὺς πιστοὺς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁ χαρακτηρισμὸς «χριστιανοί». Ἐπιπλέον, στὴν πόλη αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία ὀνομάσθηκε γιὰ πρώτη φορὰ «χριστιανισμός», ὅπως μαθαίνουμε ἀπὸ τὴν Ἐπιστολὴ ποὺ ἔστειλε ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος στὴν ἐκκλησία τῆς Μαγνησίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.

Πρὶν ἐξετάσουμε τὸ πῶς δόθηκε αὐτὸς ὁ προσδιορισμὸς στὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας θὰ δοῦμε μὲ συντομία πῶς ἀποκαλοῦνταν τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας μέχρι τότε.

Τὰ πρῶτα χρόνια ὁ πιὸ διαδεδομένος χαρακτηρισμὸς ποὺ ἐμφανίζεται στὰ περισσότερα βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης εἶναι «ἅγιοι». Στὰ ἑβραϊκά, μάλιστα, ἡ λέξη ἅγιος συνοδεύεται ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ Ἀδωνάι ὡς μία ἔκφραση «Ἅγιος τῷ Θεῷ». Παραλλαγές της εἶναι τὸ «κλητοὶ ἅγιοι» (Ρωμ. 1:7, Α´ Κορ. 1:2) καὶ τὸ «Θεοῦ ἅγιοι καὶ ἠγαπημένοι» (Κολ. 3:12).

Ἕνας ἄλλος ἰδιαίτερα συχνὸς χαρακτηρισμὸς εἶναι τὸ «ἀδελφοί», τὸ ὁποῖο ἀπαντᾶται πάρα πολλὲς φορὲς στὰ περισσότερα βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης. Χρησιμοποιεῖται ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀποστόλους ὡς προσφώνηση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ὑποδηλώνοντας τὴν ἑνότητά τους. Ἐτυμολογεῖται ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ λέξη γιὰ τὴ μήτρα, «δελφύς», καὶ ἐννοεῖ αὐτοὺς ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν ἴδια μήτρα. Κατ’ ἐπέκταση ἀναφέρεται στοὺς πιστούς, οἱ ὁποῖοι ἀναγεννήθηκαν ἀπὸ τὸ κοινὸ ποτήριο ἐν Χριστῷ καί, πλέον, εἶναι μέλη μίας οἰκογένειας. Ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτὸς ἀποτελεῖ μία διαχρονικὴ προσφώνηση τῶν χριστιανῶν καθὼς τονίζει περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο τὴν αἴσθηση τῆς ἑνότητας τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας μεταξύ τους καὶ μὲ τὸν Χριστό.

codsin4

Ἀποκλειστικὰ στὶς Πράξεις ἐμφανίζεται σὲ τριάντα περιπτώσεις ὁ χαρακτηρισμὸς «μαθηταὶ» ποὺ τονίζει τὴ σχέση τῶν πιστῶν μὲ τὸν Χριστό. Μπορεῖ οἱ ἀπόστολοι νὰ εἶχαν κατηχήσει τὰ περισσότερα μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ὅλοι εἶχαν τὴ συνείδηση ὅτι ἦταν μαθητὲς τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ὁ ὅρος αὐτὸς χρησιμοποιεῖται στὸ συγκεκριμένο βιβλίο, τὸ ὁποῖο ἀναφέρεται συχνὰ στὴν κοινότητα τῶν μαθητῶν-μελῶν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Πρόκειται γιὰ ἔκφραση ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς.

Ἄλλοι ὅροι ποὺ χρησιμοποιοῦνται στὴν Καινὴ Διαθήκη γιὰ νὰ προσδιορίσουν τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι «κλητοὶ» (Ἐπιστολὴ Ἰούδα 1:1), «υἱοὶ Θεοῦ ζῶντος» (Πρὸς Ρωμαίους 9:26), «οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ» (Πρὸς Ἐφεσίους 2:19), «ἠγαπημένοι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ» (Α´ Θεσσαλονικεῖς 1:4) καὶ «ἠγαπημένοι ὑπὸ τοῦ Κυρίου» (Β´ Θεσσαλονικεῖς 2:13) ποὺ δείχνουν τὴν σαφὴ πεποίθηση τῶν πιστῶν ὅτι τοὺς εἶχε ἐκλέξει ὁ Θεός. Οἱ χαρακτηρισμοὶ αὐτοὶ φανερώνουν τὴ βεβαιότητά τους γιὰ τὴν ἀμεσότητα τῆς σχέσης τους μὲ Αὐτὸν καὶ τὴ δυνατότητα νὰ κληρονομήσουν τὴ βασιλεία Του. Ἡ χρήση τους ἀποκαλύπτει ὅτι τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὶς πρῶτες στιγμὲς τῆς ἐπὶ γῆς πορείας της εἶχαν συνείδηση τῆς διακρίσεώς τους ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμό. Αὐτὸ δείχνει καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς «αἵρεση τῶν Ναζωραίων» (Πράξεις 24:5) ποὺ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ Ἰουδαίους γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς καὶ φανερώνει ὅτι ἡ διάκριση τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμὸ ἦταν ἀντιληπτὴ καὶ ἀπὸ τοὺς ἐκτὸς τοῦ σώματός της. Ἐπίσης δείχνει ὅτι τὰ μέλη της ἀποτελοῦσαν ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ μία ἑνιαία ὁμάδα, ἡ ὁποία ἂν καὶ ἀρχικὰ ξεπήδησε ἀπὸ τὸν ἰουδαϊκὸ θρησκευτικὸ χῶρο σύντομα διαφοροποιήθηκε ἀπὸ αὐτόν. Ὁ προσδιορισμὸς αὐτὸς θὰ μποροῦσε νὰ χρησιμοποιηθεῖ καὶ ἀπὸ Ἰουδαίους, καθὼς ἡ παρουσία διαφορετικῶν ὁμάδων στὸν ἰουδαϊκὸ χῶρο ἦταν θεμιτὴ καὶ ἀποδεκτή. Παράλληλα δὲν προσβάλλει τὸ ἰουδαϊκὸ αἴσθημα μὲ τὴ χρήση τοῦ ὅρου «Χριστὸς» ποὺ θὰ ἀποτελοῦσε «κόκκινο πανὶ» γιὰ κάθε πιστὸ Ἰουδαῖο.

Ἐνδιαφέρον ἔχει ἡ φράση τοῦ Ἀπ. Παύλου στὸ χωρίο Ἐφεσίους 3:8, στὴν ὁποία χαρακτηρίζει τὸν ἑαυτό του ὡς τὸν «ἐλαχιστότερο πάντων τῶν ἁγίων». Μία παρόμοια χρήση δὲ θὰ μποροῦσε νὰ γίνει στὶς μέρες μας, καθὼς κανεὶς δὲ θὰ κατέτασσε τὸν ἑαυτό του στὴν χορεία τῶν ἁγίων, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Καινῆς Διαθήκης ὁλόκληρη ἡ πιστεύουσα κοινότητα εἶχε τὴ συνείδηση τῆς συλλογικῆς ἁγιότητας, ἡ ὁποία πήγαζε ἀπὸ τὴ συμμετοχὴ στὸν ἅγιο λαὸ τοῦ Θεοῦ, στὸ ἱερὸ λῆμμα, τὸ ὁποῖο ἦταν φορέας τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ἁγιότητα δὲν ἦταν καρπὸς προσωπικῆς εὐσέβειας οὔτε ἀτομικῆς ἠθικῆς τελείωσης, ἀλλὰ καρπὸς τῆς συμμετοχῆς στὸν χῶρο τῆς χάριτος, στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σῶμα Χριστοῦ καὶ σὲ ὅ,τι αὐτὴ ἀντιπροσώπευε.

Ἕνας σημαντικὸς γιὰ τὰ χρόνια τῆς Καινῆς Διαθήκης χαρακτηρισμὸς ποὺ δὲν χρησιμοποιεῖται πλέον, καὶ γι᾿ αὐτὸ εἶναι ἴσως λίγο δυσνόητος γιὰ ἐμᾶς, εἶναι «οἱ τῆς ὁδοῦ» ποὺ τὸν συναντᾶμε στὶς Πράξεις (9:2, 19:9, 23, 22:4, 24:14, 22) καὶ στὴν Α´ Θεσσαλονικεῖς (3:11). Ἡ προσφώνηση αὐτὴ συνδέεται μὲ τὴν πίστη τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ὅτι πορεύονται ἀπὸ τὴν ἐπίγεια καὶ φθαρτὴ πραγματικότητα σὲ μία ἀνακαινισμένη καὶ ἐξαγιασμένη ζωὴ (Πρ. 16:17, ὅπου χαρακτηρίζεται ὡς «ὁδὸς σωτηρίας»). Ἡ συγκεκριμένη ἔκφραση τονίζει τὴν ἑνότητα τῶν μαθητῶν μεταξύ τους καὶ μὲ τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ὁδοδείκτης καὶ ὁ ὁδηγός τους καὶ προϋποθέτει μία δυναμικὴ κατανόηση τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, καθὼς τονίζει τὴ διαρκὴ πορεία τοῦ χριστιανισμοῦ πρὸς τὴν τελείωση διὰ τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Χριστό. Ἡ κατανόηση αὐτὴ ἦταν ἰδιαίτερα ἔντονη κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες τῆς Ἐκκλησίας ὅταν ἡ ἀναμονὴ τῶν ἐσχάτων ἀποτελοῦσε ἄμεση προσδοκία τῶν πιστῶν. Οἱ μαθητὲς εἶχαν τὴν πεποίθηση ὅτι διαρκῶς βρίσκονται σὲ μία πορεία, ἡ ὁποία τέλος καὶ ὁλοκλήρωση θὰ ἔχει τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Τὸ χωρίο Πράξεων 24:14 ἀποκαλύπτει τὴ διαφορετικὴ προσέγγιση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Ἰουδαίων πρὸς τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Οἱ πιστοὶ αὐτοχαρακτηρίζονταν ὡς «οἱ τῆς ὁδοῦ», ἐνῶ οἱ ἀντίπαλοί τους, στὴ συγκεκριμένη περίπτωση οἱ Ἰουδαῖοι, ἀποκαλοῦσαν τὴν πίστη τους «αἵρεση»: «κατὰ τὴν ὁδὸν ἣν λέγουσιν αἵρεσιν, οὕτως λατρεύω τῷ πατρώῳ Θεῷ πιστεύων πᾶσι τοὶς κατὰ τὸν νόμον καὶ τοῖς ἐν τοῖς προφήταις γεγραμμένοις» λέει ὁ Ἀπ. Παῦλος πρὸς τὸν Ρωμαῖο Ἐπίτροπο τῆς Ἰουδαίας Φήλικα (52-59 μ.Χ.).

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς γιὰ νὰ περιγράψει τὴ χριστιανικὴ κοινότητα τῆς Δαμασκοῦ υἱοθετεῖ τὴν ἔκφραση «οἱ τῆς ὁδοῦ» (Πρ. 9:2).  Ἡ χρήση τῆς ἔννοιας «ὁδὸς» γιὰ τοὺς Ἰουδαίους ἦταν ἰδιαίτερα οἰκεία καὶ σαφής, καθὼς εἶναι πολὺ συνηθισμένη ἤδη ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Δεκάδες φορὲς συσχετίζεται μὲ τὸν Θεό, ὡς «οἱ ὁδοὶ Κυρίου» (Γεν. 18:19), ἐνῶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις ἀναφέρεται στὶς «ὁδοὺς τῶν ἀσεβῶν» (Ἰερ. 12:1), οἱ ὁποῖες πρέπει νὰ ἀποφεύγονται. Σχετικὴ εἶναι ἡ ἔκφραση «ὁδοὶ ἐθνῶν» (Ἰερ. 10:2) ποὺ ὁ προφήτης Ἰερεμίας ταυτίζει μὲ τὴν ἀσέβεια καὶ τὴν παραθεώρηση τοῦ Νόμου. Σὲ ἄλλο σημεῖο (Ἰερ. 25:5) ὁ Θεὸς διὰ τοῦ στόματος τοῦ ἴδιου προφήτη προτρέπει τοὺς Ἰσραηλίτες νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὶς «πονηρὲς ὁδοὺς» καὶ νὰ ἐπιστρέψουν στὴ γῆ ποὺ παραχώρησε στοὺς πατέρες τους.

Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη συναντοῦμε ἐκφράσεις ποὺ ἐντοπίσαμε καὶ στὴν Καινή, ὅπως ὁδὸς «ἀληθείας» (Ψλμ. 118:30) καὶ «δικαιοσύνης» (Παρ. 16:17). Παράλληλα ἐμφανίζονται καὶ ἄλλες, ὅπως «ὁδοὶ ἀμώμων» (Ψλμ. 36:18), «ὁδοὶ εὐθεῖαι» (Δαν. 3:27). Στὴν ἀρχὴ τοῦ 127ου Ψαλμοῦ μακαρίζονται «οἱ πορευόμενοι ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ» μὲ τρόπο ποὺ προσεγγίζει πολὺ τὴ χρήση τῆς ἔκφρασης στὴν Καινὴ Διαθήκη. Ὅπως οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου χαρακτηρίζονται ὡς «οἱ τῆς ὁδοῦ» ἔτσι καὶ ὅσοι τηροῦν τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, ἀκόμη καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, θεωρεῖται ὅτι πορεύονται τὴν ὁδό Του. Μὲ αὐτὴ τὴν προετοιμασία, ἤδη ἀπὸ τὴν προχριστιανικὴ ἐποχή, δὲ θὰ ἦταν παράδοξο γιὰ τοὺς ἐξ Ἰουδαίων πιστοὺς νὰ ἀποδεχθοῦν εὔκολα αὐτὸν τὸν χαρακτηρισμό, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ συνδεόταν εὐθέως μὲ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἔδειχνε τὴν ὑπακοὴ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας στὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτὸς διαμορφώθηκε ἀπὸ τὴ Σάρκωση καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

(Θὰ ἀκολουθήσει Β΄ μέρος μὲ τίτλο

«Τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας «Οἱ ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομα»«)

Οἱ Μυροφόρες φθάνουν στὸν κενὸ τάφο

Ετικέτες

, , , , , ,

Χριστὸς ἀνέστη!

Σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατοῦσα στὸν ἰουδαϊσμὸ συνήθεια κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ ἕνα νεκρὸ σῶμα ἔπρεπε νὰ ἀλειφθεῖ μὲ πολύτιμα μύρα ὥστε νὰ εἶναι ἕτοιμο γιὰ νὰ παραδοθεῖ στὴ φθορὰ τοῦ θανάτου. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν πρακτικὴ δὲν ἐξαιρέθηκε οὔτε τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ὁμάδα μυροφόρων γυναικῶν ἐπισκέφθηκε τὸν τάφο γιὰ νὰ πράξει τὸ καθῆκον κάθε εὐσεβοῦς Ἰουδαίου ἀπέναντι σὲ ἕναν νεκρό.

Κανονικὰ οἱ τιμὲς αὐτὲς ἀποδιδόταν κατὰ τὴ στιγμὴ τῆς ταφῆς καὶ ἔπειτα ὁ τάφος σφραγιζόταν. Στὴν περίπτωση τοῦ Κυρίου δὲν ἔγινε ἡ ἐπάλειψη κατὰ τὴ στιγμὴ τῆς ταφῆς, καθὼς ἡ ὥρα εἶχε παρέλθει καὶ λόγῳ τῆς αὐστηρῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου, ποὺ εἶχε ξεκινήσει κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἀποκαθηλώσεως (ἡ ὁποία προφανῶς ἔγινε νωρὶς τὰ ξημερώματα τοῦ Σαββάτου), δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ἀγοράσουν τὰ ἀπαραίτητα οὔτε νὰ παραμείνουν στὴν περιοχὴ τῆς ταφῆς ποὺ ἦταν ἔξω ἀπὸ τὶς πύλες τῆς Ἰερουσαλήμ.

Ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς καὶ αὐστηροὺς περιορισμοὺς ποὺ ἴσχυαν κατὰ τὸ Σάββατο ἦταν ἡ ἀπαγόρευση νὰ βαδίσουν περισσότερο ἀπὸ «Σαββάτου ὁδὸν» ποὺ σύμφωνα μὲ τὴ μία σχολὴ ἑρμηνευτῶν τοῦ νόμου ἦταν χίλια (περίπου 500 μέτρα) καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἄλλη δύο χιλιάδες βήματα (περίπου 1.000 μέτρα). Γι᾿ αὐτὸ οἱ μυροφόρες κατόρθωσαν νὰ ἀγοράσουν τὰ μύρα, ἀλλὰ δὲν εἶχαν τὴ δυνατότητα νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν τάφο καί, φυσικά, δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ κυλίσουν τὸν λίθο ποὺ κάλυπτε τὴ θύρα τοῦ μνημείου.

Ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν τὰ βιβλικὰ χωρία, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦν τὸ ρωμαϊκὸ σύστημα χρονολόγησης καὶ δέχονται ὅτι τὸ Σάββατο ἔληγε τὰ ξημερώματα τῆς ἑπομένης ἡμέρας: τῆς μίας τῶν Σαββάτων, δηλαδὴ τῆς πρώτης μετὰ τὸ Σάββατο. Στὸ χωρίο Ματθαίου 28:1 παραδείγματος χάριν διαβάζουμε «ὀψὲ δὲ σαββάτων, τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν σαββάτων». Αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποδοθεῖ «πολὺ ἀργὰ τὸ Σάββατο, ἐνῶ χάραζε ἡ πρώτη ἡμέρα μετὰ τὸ Σάββατο», δηλώνοντας ὅτι μέχρι τὰ ξημερώματα τοῦ Σαββάτου ἴσχυε τὸ Σάββατο καὶ ἡ ἑπόμενη ἡμέρα ξεκινοῦσε μὲ τὴν πρώτη ὑποψία τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου.

Ὁ μόνος ποὺ φαίνεται νὰ μένει πιστὸς στὸ ἰουδαϊκὸ σύστημα χρονολόγησης τῶν τμημάτων τῆς ἡμέρας εἶναι ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος. Τὸ χωρίο Μάρκου 16:1 δηλώνει ὅτι ἀγόρασαν ἀρώματα μόλις πέρασε ἡ ἀργία τοῦ Σαββάτου (ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου) καὶ τὸ πρωῒ τῆς μίας τῶν σαββάτων, τῆς ἑπομένης ἡμέρας μετὰ τὸ Σάββατο, ὅταν εἶχε λήξει ἡ ἀργία τοῦ Σαββάτου ἐπισκέφθηκαν τὸ μνῆμα τοῦ Κυρίου: «καὶ διαγενομένου τοῦ Σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. καὶ λίαν πρωῒ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖο ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου». Προφανῶς ξεκίνησαν ἀξημέρωτα ἀπὸ τὶς κατοικίες τους καὶ μόλις βγῆκαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη ἄρχιζε νὰ ἀχνοφαίνεται ἡ αὐγή. Πιθανότατα αὐτὸ συμβαίνει διότι εἶναι ὁ μόνος ποὺ περιγράφει μία πράξη ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὶς Μυροφόρες ἐντὸς τῆς πόλεως. Ἡ ἐνέργεια αὐτή, ἡ ἀγορὰ ἀρωμάτων, πραγματοποιήθηκε σύμφωνα μὲ τὸ ἰουδαϊκὸ τυπικὸ τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου.

Βέβαια, μὲ μία λίγο διαφορετικὴ ἑρμηνεία θὰ μποροῦσε καὶ αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ τοῦ εὐαγγελιστοῦ Μάρκου νὰ ταιριάζει μὲ τὸ ρωμαϊκὸ σύστημα χρονολόγησης ἐὰν δεχθοῦμε ὅτι τὸ «διαγενομένου τοῦ Σαββάτου» ἀναφέρεται στὸ πρωὶ τοῦ Σαββάτου (ὅπως στοὺς ἄλλους εὐαγγελιστὲς) καὶ κατὰ συνέπεια οἱ Μυροφόρες ἀγόρασαν τὰ ἀρώματα λίγο πρὶν τὰ ξημερώματα (προφανῶς τὰ καταστήματα ἦταν ἀπὸ πολὺ νωρὶς ἀνοικτὰ στὴν Ἰερουσαλὴμ γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν τὶς δεκάδες χιλιάδες τῶν ἐπισκεπτῶν τοῦ Πάσχα) καὶ μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου ἔφτασαν στὸ μνημεῖο.

Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς σημειώνει ὅτι ἡ ἀποκαθήλωση ἔγινε πολὺ ἀργὰ τὴν Παρασκευή, ἐνῶ ξημέρωνε τὸ Σάββατο, ὅμως πρὶν ἀνατείλει ὁ ἥλιος, ὁ ὁποῖος θὰ δήλωνε τὴν ἔναρξη τοῦ Σαββάτου (Λκ. 23:54) «καὶ ἡμέρα ἦν παρασκευῆς καὶ σάββατον ἐπέφωσκεν». Συνεπῶς, ὁ εὐαγγελιστὴς δὲν θεωρεῖ ὅτι ἡ ἀργία τοῦ Σαββάτου εἶχε ξεκινήσει τὸ ἀπόγευμα τῆς Παρασκευῆς, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνατολὴ τὸ πρωὶ τοῦ Σαββάτου.

Οἱ μυροφόρες γυναῖκες ἑτοίμασαν τὰ ἀρώματα γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουν τὴ νεκρικὴ φροντίδα τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου καὶ ἐπισκέφθηκαν τὸ μνῆμα ἀμέσως μόλις τελείωσε ἡ ἀργία του Σαββάτου, πολὺ νωρὶς τὸ πρωὶ τὴν ὥρα ποὺ χάραζε ἡ ἑπόμενη ἡμέρα ἀπὸ τὸ Σάββατο (ἡ Κυριακὴ): «τὸ μὲν σάββατον ἡσύχασαν κατὰ τὴν ἐντολήν, τῇ δὲ μιᾷ τῶν σαββάτων ὄρθρου βαθέως ἐπὶ τὸ μνῆμα ἦλθον» (Λκ. 23:56-24:1).

Ἀντιστοίχως, ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης τονίζει καὶ αὐτὸς ὅτι ἡ Ἁγία Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ «ἔρχεται πρωῒ σκοτίας ἔτι οὔσης εἰς τὸ μνημεῖον καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ μνημείου» (Ἰωάννου 20:1) ἔφθασε στὸν τάφο πολὺ πρωΐ. Μάλιστα, σημειώνει ὅτι ἦταν ἀκόμη σκοτάδι.

Ἀπὸ τὴ μελέτη αὐτῶν τῶν χωρίων διαπιστώνουμε ὅτι οἱ μυροφόρες ἔφθασαν στὸν τάφο πολὺ νωρὶς τὸ πρωὶ τῆς Κυριακῆς, μόλις ἡ μετακίνησή τους ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη ἦταν ἐπιτρεπτή. Τὸ σύστημα αὐτὸ ἦταν σύμφωνο μὲ τὸ ρωμαϊκὸ ἡμερήσιο πρόγραμμα ποὺ δεχόταν ὅτι ἡ 1η ὥρα τῆς ἡμέρας ξεκινοῦσε μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου. Σύμφωνα μὲ αὐτὸ τὸ σύστημα ἡ κάθε ἡμέρα χωριζόταν σὲ 12 ὧρες τῆς ἡμέρας καὶ 12 ὧρες τῆς νύκτας. Ἀνάλογα μὲ τὴν ἐποχὴ τοῦ χρόνου καὶ τὴν περιοχὴ τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ποὺ γινόταν ἡ μέτρηση ὑπῆρχαν σημαντικὲς διαφορές.

Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁρίζουν τὸν χρόνο οἱ εὐαγγελιστὲς στὶς διηγήσεις τοῦ πάθους καὶ τῆς σταυρώσεως:

α) «ἀπὸ δὲ ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης. περὶ δὲ τὴν ἐνάτην ὥραν ἀνεβόησεν ο Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων …». Σὲ μετάφραση τὸ χωρίο αὐτὸ ἔχει ὡς ἐξῆς: «ἀπὸ τὶς 12 τὸ μεσημέρι μέχρι τὶς 3.00 μ.μ. ἔγινε σκοτάδι σὲ ὁλόκληρη τὴ γῆ. Γύρω στὶς 3.00 μ.μ. ὁ Ἰησοῦς κραύγασε μὲ δυνατὴ φωνὴ …» (Ματθαίου 27:45-46).

β) ἀκριβῶς τὸ ἴδιο εἶναι τὸ χωρίο 15:33-34 τοῦ εὐαγγελιστοῦ Μάρκου

γ) καὶ τὸ χωρίο 23:44 τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, τὸ ὁποῖο ὅμως δὲν ἀναφέρει τὴν ὥρα ποὺ ἐξέπνευσε ὁ Κύριος.

δ) Ἀνάλογο προσδιορισμὸ ἔχει καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «ἦν δὲ παρασκευὴ τοῦ πάσχα, ὥρα ἦν ὡς ἕκτη. καὶ λέγει [ὁ Πιλᾶτος] τοῖς Ἰουδαίοις…» (Ἰωάννου 19:14) μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι δίνει μόνο τὸ ἀρχικὸ χρονικὸ ὅριο καὶ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τελείωσε ἡ δίκη τοῦ Ἰησοῦ ἐνώπιον τοῦ Πιλάτου, γύρω στὶς 12.00 τὸ μεσημέρι.

Σύμφωνα μὲ αὐτὸ τὸ σύστημα προσδιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς ἡμέρας, ποὺ σημειωτέον ἦταν σὲ χρήση καὶ στὸ Βυζάντιο, φαίνεται ὅτι οἱ μυροφόρες ξεκίνησαν ἀπὸ τὶς κατοικίες τους μετὰ τὴν 11η ὥρα τῆς νυκτὸς καὶ ἔφτασαν στὸ μνημεῖο κατὰ τὴν 1η ὥρα τῆς ἡμέρας ἢ πρὸς τὸ τέλος τῆς 11ης ὥρας τῆς νυκτός, δηλαδὴ ὅσο νωρίτερα τοὺς ἐπιτρεπόταν νὰ πᾶνε στὸν τάφο.

Καθοριστικὸ ρόλο στὴν ἀπόφαση τῶν Μυροφόρων νὰ ἐπισκεφθοῦν νωρὶς τὸ πρωί, καὶ ὄχι τὸ ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου, τὸν τάφο τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ στὴν χρήση ἀπὸ τοὺς εὐαγγελιστὲς τοῦ ρωμαϊκοῦ ἡμερησίου προγράμματος ἔπαιξε προφανῶς τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ τόπος τῆς Σταυρώσεως καὶ τὸ μνημεῖο τοῦ Κυρίου ἦταν ἔξω ἀπὸ τὶς πύλες τῆς Ἰερουσαλήμ. Τὸ βράδυ, μὲ τὴ δύση τοῦ ἡλίου, ὅπως σὲ ὅλες τὶς πόλεις τοῦ ἀρχαίου κόσμου, οἱ πύλες ἔκλειναν καὶ ἄνοιγαν καὶ πάλι μὲ τὴν ἀνατολή. Μάλιστα, ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες ποὺ χιλιάδες προσκυνητὲς καὶ ὁ ρωμαῖος ἐπίτροπος Πόντιος Πιλᾶτος ἦταν στὴν πόλη τὰ μέτρα ἀσφαλείας θὰ ἦταν αὐστηρότερα καὶ οἱ φρουροὶ πιὸ προσεκτικοί. Ἐπειδὴ ἡ Ἀποκαθήλωση καὶ ἡ γρήγορη ταφὴ ἔγιναν μὲ ἄδεια τοῦ Πιλάτου κατέστη δυνατὸ ὅσοι συμμετεῖχαν σὲ αὐτὲς τὶς ἐνέργειες νὰ παραμείνουν ἔξω ἀπὸ τὶς πύλες μετὰ τὴ δύση. Ἔτσι, τὸ πρόγραμμα μετακινήσεων τῶν μαθητῶν καὶ τῶν Μυροφόρων, ὅπως τὸ καταγράφουν οἱ εὐαγγελιστές, ἔπρεπε νὰ καθοριστεῖ βάσει τῶν ρωμαϊκῶν καὶ ὄχι βάσει τῶν ἰουδαϊκῶν μεθόδων μέτρησης τοῦ χρόνου.anastas570

«Μεῖνον μεθ᾿ ἡμῶν, ὅτι πρός ἑσπέραν ἤδη ἡ ἡμέρα …»

Ετικέτες

, , , ,

Πολλά σημεῖα γύρω ἀπό τό μεγάλο γεγονός τῆς Ἀναστάσεως μένουν ἄγνωστα καί ἀκατανόητα ἀπό τούς ἀνθρώπους, πιστούς καί μη. Πρῶτα καί κύρια τό γεγονός καθ᾿ ἑαυτό. Ὁ φιλοπερίεργος νοῦς μας συχνά ἀνατρέχει σέ αὐτές τίς μοναδικές στιγμές καί ἐρευνώντας προσπαθεῖ νά ἀποκαλύψει τόν μυστικό τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἐξελίχθηκαν τά πράγματα.Στήν πραγματικότητα πολύ λίγα γνωρίζουμε γιά τό πότε ἀκριβῶς ἔγινε, πῶς ἔγινε, τί εἶδαν ἤ τί ἔνιωσαν οἱ φυλάσσοντες τόν τάφο στρατιῶτες, ποιά ἦταν ἡ πρώτη ἀντίδραση τῶν μυροφόρων καί τῶν μαθητῶν μπροστά στόν κενό τάφο καί ἄλλα παρόμοια.

Λίγα γνωρίζουμε γιά τίς ἐμφανίσεις τοῦ Κυρίου, τήν ψηλάφιση τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ, τίς συζητήσεις μέ τόν Ἀναστημένο Χριστό, τή συναναστροφή μέ Αὐτόν γιά σαράντα ἡμέρες.

Πολλά τά ἐρωτήματα λίγες οἱ ἀπαντήσεις καί βέβαια ὄχι κατ᾿ ἀνάγκην ἀναγκαῖες …

Ἀπό ὅλα αὐτά τό ἐνδιαφέρον μου τραβᾶ —ὡς μία προσωπική περιέργεια, ἀδυναμία καλύτερα πεῖτε τη— τό ἐρώτημα πῶς αἰσθάνονταν οἱ μαθητές ἐκεῖνες τίς ἡμέρες.

Ἀρχικά ἀμέσως μετά τήν Ἀποκαθήλωση καί τήν Ταφή τοῦ Διδασκάλου. Παρά τό ὅτι ὁ Χριστός τούς εἶχε μιλήσει κατά τήν περίοδο πού ἦταν μαζί τους γιά τά ὅσα θά συνέβαιναν μετά τό θάνατό Του ἦταν πολύ δύσκολο νά προετοιμαστοῦν γιά τά ὅσα συνέβαιναν καί γιά τά ὅσα θά ἀκολουθοῦσαν. Καλύτερα ἀπό κάθε δική μας προσπάθεια νά περιγράψουμε τά συναισθήματα τῶν μαθητῶν τά ἀποδίδει ἡ φράση τοῦ Εὑαγγελιστοῦ Μάρκου πού ἀναφέρεται στόν Ἰωσήφ ἀπό τήν Ἁριμαθαία, τόν εὐσχήμονα βουλευτή καί μέλος τοῦ Μεγάλου Συνεδρίου. Αὐτός, παρά τήν ἡγετική του θέση στήν ἰουδαϊκή κοινωνία, γιά νά πλησιάσει τόν Πιλᾶτο καί νά ζητήσει τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ χρειάστηκε τόσο θᾶρρος πού τό καταγράφει ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος στόν 43 στίχο τοῦ 15ου κεφαλαίου τοῦ Εὐαγγελίου του: «τολμήσας εἰσῆλθεν πρός τόν Πιλᾶτον καί ᾐττήσατο τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ». Προφανῶς, γιά νά προχωρᾶ σέ αὐτήν τήν παρατήρηση, θά γνώριζε ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι μαθητές θά εἶχαν καταληφθεῖ ἀπό τρόμο καί κανείς δέν θά τολμοῦσε νά πάει στόν Πιλᾶτο καί νά ζητήσει τό σῶμα τοῦ κεκοιμημένου.

Ἡ στάση αὐτή τῶν ἀποστόλων νομίζω ὅτι εἶναι ἀπολύτως κατανοητή καί, δεδομένων τῶν συνθηκῶν, ἀναπόφευκτη…

Αὐτές οἱ τρεῖς πρῶτες ἡμέρες θά πρέπει νά ἦταν πολύ δύσκολες, ὄχι μόνο λόγῳ τῆς βαθειᾶς θλίψεώς τους γιά τήν ἀπώλεια τοῦ ἀγαπημένου τους δασκάλου, ἀλλά καί τῆς συνοχῆς καί τοῦ φόβου γιά ὅσα θά ἀκολουθοῦσαν καί τά ὁποῖα, ἐκεῖνες τίς πρῶτες ἡμέρες, ἦταν παντελῶς ἄγνωστα.

Ἡ πρώτη ἀλλαγή συναισθημάτων καί διαθέσεως καταγράφεται ἀπό τή στιγμή πού οἱ μυροφόρες μετέφεραν τό μήνυμα τοῦ κενοῦ τάφου στούς μαθητές. Αὐτή ἡ συναισθηματική μετάπτωση περιγράφεται ἐξαιρετικά στό κατά Μᾶρκον Εὐαγγέλιο: «καί ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπό τοῦ μνημείου, εἶχεν γάρ αὐτάς τρόμος καί ἔκστασις· καί οὐδενί οὐδέν εἶπαν ἐφοβοῦντο γάρ» (Μάρκου 16:8).

Ὁ καθαρός τρόμος τῶν πρώτων ἡμερῶν ἔδωσε τή θέση του σέ ἕνα ἄλλο μεικτό συναίσθημα: τρόμος, γιά τά ὅσα εἶχαν γίνει πρίν ἀπό τρεῖς ἡμέρες, ἀλλά καί ἔκστασις, γιά ὅσα ἀντίκρισαν τά μάτια τῶν ἐπισκεπτῶν τοῦ κενοῦ τάφου μά καί γιά ὅσα ἐπρόκειτο νά συμβοῦν στό μέλλον.

Τό «ἐφοβοῦντο γάρ» δέν δείχνει μόνο φόβο, ὅπως συμβαίνει σήμερα. Γιά νά κατανοήσουμε ὀρθά τήν ἔννοιά του θά πρέπει νά ἀναμείξουμε τίς ἔννοιες τοῦ σεβασμοῦ μπροστά στό ἄγνωστο, τῆς συνοχῆς τῆς καρδιᾶς μπροστά στό μυστήριο, τῆς συστολῆς ἀπέναντι στό ἄγνωστο, μπροστά στά ἐπερχόμενα…

Νομίζω ὅτι ἡ λέξη «φόβος», μία πολύ δυνατή λέξη, χρησιμοποιεῖται περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη γιά νά περιγράψει τήν ψυχική κατάσταση τῶν μαθητῶν ἀμέσως μετά τήν διαπίστωση ὅτι κάτι περίεργο, ἀναμενόμενο μέν ἀπίστευτο δέ, εἶχε συμβεῖ.

Αὐτόν τόν φόβο διέρρηξε ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή Του. Χαρακτηριστική εἶναι ἡ περιγραφή τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου ὅταν οἱ μαθητές εἶναι συγκεντρωμένοι «διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων» καί «ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καί ἔστη εἰς τό μέσον καί λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν» (Ἰωάννου 20:19). Ἡ παρουσία καί ἡ εὐλογία τοῦ Χριστοῦ προσφέρει τήν Εἰρήνη πού ξεπερνᾶ κάθε χωρισμό καί διαλύει κάθε διάκριση. Εἶναι τό ἀντίδοτο στό φόβο, στό μίσος, στή μοναξιά.

Στήν ἀπορία μου πῶς νά ἔνιωθαν οἱ μαθητές ἀπαντᾶ ἄριστα ἡ φράση τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ πού προέρχεται ἀπό τή διήγηση τῆς πορείας πρός Ἐμμαούς: «μεῖνον μεθ᾿ ἡμῶν, ὅτι πρός ἑσπέραν ἤδη ἡ ἡμέρα…».

Ἀποδίδει τή χαρά καί τήν προσδοκία τῆς συναναστροφῆς τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Κύριο, ἀκόμη καί ὅταν, ὅπως ἀκριβῶς οἱ μαθητές, δέν ἔχει σαφή συνείδηση ὅτι δίπλα του εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ πρόσκληση αὐτή περιγράφει τή συναισθηματική κατάσταση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ἐκεῖνες τίς δύσκολες πρῶτες ἡμέρες. Θά ἔνιωθαν μία γλυκειά μοναξιά πού θά τήν θεράπευε ἡ ἐν ἀπουσίᾳ παρουσία τοῦ Κυρίου καί ἡ ἔντονη προσμονή τῶν ἐσχάτων. Ὁ Χριστός ἦταν δίπλα τους, τόν εἶχαν ζήσει καί τόν ἀγαποῦσαν. Ἤθελαν νά μείνει κοντά τους, ὄχι μόνο γιατί ἔνιωθαν φόβο, ἀλλά νομίζω κυρίως διότι ἡ παρουσία Του γέμιζε τίς καρδιές τους μέ τή χαρά τῆς Ἀναστάσεως καί τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας. Ἔκεῖνες τίς πρῶτες ἡμέρες οἱ πιστοί περισσότερο ζοῦσαν καί λιγότερο ἐπεξεργάζονταν νοητικά τήν παρουσία του Κυρίου.Ἡ πορεία πρός Ἐμμαούς μᾶς προσφέρει μία πραγματικά ἐντυπωσιακή σκηνή. Φανταστεῖτε τούς δύο Ἰουδαίους νά περπατοῦν καί νά συνομιλοῦν μέ τόν Κύριο. Ἐκεῖνος νά τούς ἐξηγεῖ τίς Γραφές καί νά ἀναλύει θεολογικά τά γεγονότα πού μόλις πρίν ἀπό λίγο οἱ μαθητές εἶχαν ζήσει καί αὐτοί νά ἀρχίζουν νά νιώθουν τή ζεστασία πού τούς κάνει νά τόν παρακαλέσουν νά μείνει μαζί τους.

Ἡ πρώτη μας σκέψη νομίζω ὅτι εἶναι «ἄχ καί νά ἤμουν καί ἐγώ ἐκεῖ…». Μια σκέψη περιττή, μάταιη θά ἔλεγα, γιατί ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς εἶναι μαζί Του καί Ἐκεῖνος μένει μαζί μας «ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος», ὅπως ἀκριβῶς μᾶς τό ὑποσχέθηκε. Δέν μᾶς ἄφησε, δέν μᾶς ἀφήνει καί δέν πρόκειται νά μᾶς ἀφήσει ποτέ μόνους μας.

Εἶναι ὁ Λυτρωτής μας, ὁ συμπαραστάτης, τό στήριγμα καί ἡ ἐλπίδα μας!

Καί ὅλα αὐτά εἶναι πραγματικότητα γιά κάθε ἄνθρωπο ἀφοῦ ὁ Χριστός Ἀνέστη!

Ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης: Λίγες σκέψεις

Ετικέτες

, , ,

Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ δημοσιεύθηκε στὶς σελίδες 32-34 τοῦ 44ου τεύχους τοῦ ἠλεκτρονικοῦ (πλέον) περιοδικοῦ τοῦ Ζαχαρία Κουζούκα (e-Nῆσος Κῶς), ὁ ὁποῖος ἀνήσυχο πνεῦμα προσπαθεῖ πάντα νὰ πρωτοτυπεῖ καὶ νὰ ἀνοίγει δρόμους στὴν ἐνημέρωση. Σᾶς τὸ προσφέρουμε καὶ ἀπὸ ἐδῶ μὲ τὶς εὐχές μας γιὰ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα.

«Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς συμπληρώσεως εἰκοσιπέντε ἐτῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου στὴν Καθέδρα τῆς Πρωτόθρονης Ἐκκλησίας θυμήθηκα ἕνα κείμενο ποὺ μὲ προτροπὴ καὶ καθοδήγηση τοῦ Καθηγητοῦ μας στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ κ. Γεωργίου Ἀντ. Γαλίτη εἶχα γράψει στὸ περιοδικὸ «Ἀνάπλασις» (ἀρ. φύλλου 339 Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 1991, σελ. 152) τὶς ἡμέρες τῆς ἐκλογῆς του.

Σὲ ἐκεῖνο τὸ ἄρθρο ἀνέφερα τὰ ἑξῆς:

«Μὲ τὴν ἐκλογὴ τοῦ νέου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, κοντὰ στὰ ἄλλα ἀνακινήθηκε καὶ τὸ θέμα τῆς ἐπαναλειτουργίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης.

Ἡ Σχολὴ αὐτή, ποὺ βρίσκεται στὴ νῆσο Χάλκη, ἕνα ἀπὸ τὰ Πριγκιπόννησα, ἱδρύθηκε τὸ 1843 ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Γερμανὸ τὸν Δ΄ στὴν ἀνακαινισθεῖσα ἀπὸ τὸν ἴδιο Μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τὰ ἐγκαίνιά της ἔγιναν τὸ 1844 καὶ ἡ διεύθυνσή της ἀνατέθηκε στὸν Κεφαλλονίτη λόγιο θεολόγο Κωνσταντῖνο Τυπάλδο-Ἰακωβάτο. Ἀρχικὰ ὁ κύκλος σπουδῶν ἦταν τριετής, ἀργότερα ὅμως (1853) ἔγινε ἑπταετής. Περιελάμβανε ἕνα πλῆρες γυμνάσιο καὶ σχεδὸν πλήρη κύκλο θεολογικῶν μαθημάτων. Τὸ πτυχίο τῆς Σχολῆς θεωρεῖται ἰσότιμο τοῦ Πανεπιστημίου. … Τὸ 1971 ἡ Τουρκικὴ κυβέρνηση διέκοψε τὴ λειτουργία της.Ἡ Σχολὴ κατέχει ἀξιόλογη Βιβλιοθήκη μὲ 40.000 περίπου τόμους, καθὼς καὶ μεγάλο ἀριθμὸ χειρογράφων κωδίκων. Σπουδαία εἶναι ἡ συλλογὴ ἐκκλησιαστικῶν κειμηλίων, ποὺ περιλαμβάνει ἀρχιερατικά, ἱερατικὰ καὶ διακονικὰ ἄμφια, χειρόγραφα καὶ παλαιὰ ἔντυπα Εὐαγγέλια, Ἱερὰ Σκεύη, Σταυροὺς εὐλογίας καὶ πολλὰ ἀξιόλογα προϊόντα τῆς χρυσοκεντητικῆς.

Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀποφοίτους της ἔγιναν Πατριάρχες, κατέλαβαν ἄλλα ἀνώτερα καὶ ἀνώτατα Ἐκκλησιαστικὰ διακονήματα καὶ λάμπρυναν Πανεπιστημιακὲς ἕδρες.

Μέρος τῆς ἱστορίας τῆς Σχολῆς εἶναι καὶ ὁ τελευταῖος Σχολάρχης της, ὁ προσφάτως μεταστὰς [4 Ἰανουαρίου 1991] Μητροπολίτης Σταυρουπόλεως κυρὸς Μάξιμος [Ρεπανέλλης], ὁ ὁποῖος γιὰ τέσσερις περίπου δεκαετίες βρισκόταν στὸ πηδάλιό της. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του διεκόπη ἡ λειτουργία της καὶ τότε ἄρχισε μὲ ἐλάχιστα μέσα τὸ ἔργο τῆς συντηρήσεως τῶν ἐγκαταστάσεων μέχρι νὰ ἐπαναλειτουργήσει. Εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικὸ τὸ ὅτι μετὰ ἀπὸ δύο δεκαετίες «κλεισίματος» [1971-1991] βρίσκεται σὲ ἄριστη κατάσταση, ὥστε σήμερα κάθε στιγμὴ νὰ μπορεῖ νὰ δεχθεῖ πάλι σπουδαστὲς καὶ νὰ διακονήσει τὴν Ἐκκλησία.

Τὸ περιβάλλον τῆς Σχολῆς, τὸ ἐπιβλητικὸ καὶ καλόγουστο κτήριό της, τὸ πολὺ πράσινο τοῦ λόφου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ ἠρεμία τοῦ γύρω χώρου καὶ τὸ ὑποβλητικὸ περιβάλλον βοηθοῦν τὸν μελετητὴ νὰ ἐπιδοθεῖ μὲ ὄρεξη στὴν ἔρευνα καὶ στὴν σπουδὴ σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλες Σχολὲς ποὺ ὡς κτήρια καὶ ὡς περιβάλλον ἀπωθοῦν καθηγητὲς καὶ φοιτητές.

Ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, πτυχιοῦχος τῆς Χάλκης καὶ γιὰ λίγα χρόνια βοηθὸς Σχολάρχης της, δείχνει ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον του θὰ εἶναι ἔντονο γι᾿ αὐτὸ τὸ κεφάλαιο τῆς παιδείας τοῦ Γένους.

Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνηση θὰ πρέπει νὰ συνεπικουρήσει, ὥστε σύντομα νὰ δοῦμε νὰ ἀξιοποιοῦνται οἱ χῶροι, ἡ βιβλιοθήκη, ὁ περιβάλλων χῶρος καὶ ἡ παράδοσή της. Θὰ μποροῦσε νὰ λειτουργήσει ὡς καλὰ ὀργανωμένο Πατριαρχικὸ Μεταπτυχιακὸ Θεολογικὸ Σεμινάριο, ὥστε νὰ ἀποφεύγονται οἱ μετακινήσεις τῶν ἐνδιαφερομένων στὴ Δύση. Θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελέσει πόλο ἕλξης γιὰ ἀλλοδαποὺς ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ σπουδάσουν Ὀρθόδοξη Θεολογία. Τὸ μεγαλύτερο πλεονέκτημα ἑνὸς τέτοιου Σεμιναρίου θὰ εἶναι ὅτι οἱ σπουδαστές του, «κοινοβιάζοντας» στὸν ἱερὸ χῶρο τῆς Μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος, θὰ ἔχουν στενὴ ἐπαφὴ μὲ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἀποφεύγοντας ἔτσι τὴν καλλιέργεια Ἀκαδημαϊκῆς μόνο Θεολογίας.

Ὁλοκληρώνοντας τὴ σύντομη αναφορά μας στὴν ἰστορικὴ αὐτὴ Θεολογικὴ Σχολή, μαζὶ μὲ τὶς εὐχές μας γιὰ ὀρθή, σύντομη, δυναμικὴ καὶ ἀποδοτικὴ ἐπαναλειτουργία της, συνάπτουμε καὶ τὶς εὐχές μας γιὰ μακροημέρευση τοῦ νέου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἀπ᾿ τὸν ὁποῖο ὅλοι περιμένουν πολλά.»

Διαβάζοντας αὐτὸ τὸ κείμενο μετὰ ἀπὸ 25 χρόνια μὲ χαρὰ διαπιστώνω ὅτι οἱ βασικὲς γραμμές του εἴτε παραμένουν ἐπίκαιρες εἴτε δικαιώθηκαν ἀπὸ τὰ μέχρι τοῦδε γεγονότα.

Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα πράγματι τὸ ἔργο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου εἶναι μεγάλο τόσο σὲ ἔκταση ὅσο καὶ σὲ ποιότητα. Μὲ τὶς προσπάθειές του ἔχει κατορθώσει νὰ φέρει τὴν Ὀρθοδοξία στὸ ἐπίκεντρο. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του διακηρύχθηκε ἡ ἁγιότητα πολλῶν ἁγίων, συνεκλήθη μὲ ἐπιτυχία ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἱδρύθηκαν πολλὲς νέες μητροπόλεις γιὰ τὴν εὐχερέστερη λειτουργία τῆς ἱεραποστολῆς καὶ τὴν ἀρτιότερη διαποίμανση τῶν ὅπου γῆς Ὀρθοδόξων, χειροτονήθηκαν ἄξιοι καὶ δυναμικοὶ ἱεράρχες, διοργανώθηκαν συνέδρια παγκοσμίου κύρους, προστατεύονται καλύτερα τὰ δίκαια τῶν ὀρθοδόξων τῆς Τουρκίας, ἀνοίγουν ναοὶ καὶ σχολεῖα σὲ περιοχὲς ποὺ ἦταν κλειστὰ γιὰ δεκαετίες καὶ ἄλλα πολλά.

Ἡ ἐπαναλειτουργία τῆς Χάλκης, πράγματι, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ βρέθηκε στὸ ἐπίκεντρο τῶν προσπαθειῶν του. Δημοσιοποίησε τὸ πρόβλημα προβάλλοντας τὴν ἀνάγκη καταρτίσεως στελεχῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ σὲ κάθε εὐκαιρία θέτει τὸ αἴτημα τῆς ἐπαναλειτουργίας της, στὸ ὁποῖο πλέον ἔχει συμπαραστάτες τὴ διεθνὴ κοινὴ γνώμη, ἡγέτες κρατῶν, πολιτικοὺς καὶ προσωπικότητες ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Τουρκίας. Ἀπὸ τὸν Αὔγουστο τοῦ 2011, μὲ τὴ φροντίδα τοῦ Πατριάρχου, ἡ Σχολὴ ζεῖ μία ἔντυπωσιακὴ ἄνθιση μὲ Ἡγούμενο τὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Προύσης κ. Ἐλπιδοφόρο, Καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης: ἐπανδρώνεται μὲ νέους μοναχούς, τελοῦνται οἱ ἡμερήσιες ἀκολουθίες, πραγματοποιοῦνται διεθνῆ συνέδρια, ἐμπλουτίζεται συντηρεῖται καὶ ψηφιοποιεῖται μὲ ἐπιστημονικὸ τρόπο ἡ πολύτιμη βιβλιοθήκη της, σχεδιάζεται ἀνανέωση τῶν ἐγκαταστάσεών της μὲ προσθήκη νέων χώρων, δέχεται πλῆθος ἐπισκεπτῶν μέσα σὲ ἕνα κλίμα ἔντονης ἐξωστρέφειας.Ἄν καὶ οἱ Τουρκικὲς Κυβερνήσεις ἀναζητοῦν καὶ βρίσκουν διάφορα προσκόμματα γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὴν ἐπαναλειτουργία της μὲ ὅσα συμβαίνουν ἐκεῖ ἕνα σημαντικὸ μέρος αὐτοῦ τοῦ στόχου ἔχει ἤδη ἐπιτευχθεῖ.

Εἶχα τὴ χαρὰ νὰ ἐπισκεφθῶ μὲ ὅμιλο συσπουδαστῶν μου ἀπὸ τὴν (τότε) Ἀνωτέρα Ἐκκλησιαστικὴ Σχολὴ Ἀθηνῶν τὴ νῆσο Χάλκη καὶ τὴν ἱστορικὴ Σχολὴ τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1988. Στὴν ἐπίσκεψη, μεταξὺ ἄλλων καθηγητῶν, μᾶς συνόδευε καὶ ὁ ἀπόφοιτος τῆς Σχολῆς Καθηγητὴς Κωνσταντῖνος Δεληκωνσταντὴς καὶ μᾶς ὑποδέχθηκε ὁ τότε Σχολάρχης της Μητρ. Σταυρουπόλεως Μάξιμος Ρεπανέλλης, μία ἀρχοντικὴ μορφή. Ἤδη ἡ Σχολὴ ἦταν «κλειστὴ» γιὰ 17 χρόνια. Τίποτα ὅμως δὲν ἔδειχνε παρακμὴ ἢ ἐγκατάλειψη. Ὁ ναὸς τῆς Ἁγίας Τριάδος ἦταν σὲ συνεχῆ χρήση, οἱ αἴθουσες διδασκαλίας διατηροῦνταν καθαρὲς καὶ τακτοποιημένες, τὰ θρανία στὴ θέση τους, οἱ κοιτῶνες περίμεναν τοὺς μαθητὲς μὲ τὰ κρεβάτια στρωμένα, οἱ τραπεζαρίες, σὲ ἄριστη κατάσταση, μᾶς φιλοξένησαν μὲ ζεστασιά, οἱ κῆποι φροντισμένοι καὶ θαλεροί, ἡ βιβλιοθήκη ἐντυπωσιακή. Ὅλα σοῦ ἔδιναν τὴν εἰκόνα τοῦ «κολλεγίου» ποὺ ἦταν ἥσυχο καὶ ἄδειο ἀπὸ μαθητὲς γιὰ τὴν περίοδο τῶν καλοκαιρινῶν διακοπῶν καὶ σὲ λίγες ἡμέρες θὰ ἔσφυζε καὶ πάλι ἀπὸ ζωὴ καὶ νεανικὲς φωνές.

Οἱ προσπάθειες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τοῦ Σχολάρχου Μαξίμου κατόρθωσαν νὰ νικήσουν τὸν χρόνο. Ἡ ἐμπειρία τῆς ἐπισκέψεως στὴ Χάλκη εἶναι ἀξέχαστη. Τὸ ὅλο κλίμα, ὅπως σημείωνα καὶ στὸ κείμενο τοῦ 1991, σὲ ὠθεῖ νὰ ἐργαστεῖς πνευματικά: νὰ διαβάσεις, νὰ μελετήσεις, νὰ ἐρευνήσεις, ἀλλὰ καὶ νὰ συμμετάσχεις στὶς ἀκολουθίες τῆς Μονῆς, νὰ προσευχηθεῖς, νὰ «δουλέψεις» τὸν ἑαυτό σου πνευματικά. Κάθε φορὰ ποὺ βλέπω πανεπιστημιακὰ ἱδρύματα στὸ ἐξωτερικὸ μὲ ὄμορφους κήπους, μὲ ζωντανὲς φοιτητικὲς κοινότητες, μὲ ἀνοιχτὲς καὶ φιλικὲς βιβλιοθῆκες καὶ πολλὰ ἄλλα ποὺ λείπουν σὲ ἐμᾶς τοὺς ἀποφοίτους τῶν Ἑλληνικῶν Πανεπιστημίων ὁ νοῦς μου τρέχει στὴ Χάλκη καὶ σὲ αὐτὰ ποὺ ἀπήλαυσαν κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ θὰ ἀπολαύσουν στὸ μέλλον ὅσοι φοιτήσουν σὲ αὐτή.

Εὐχή μας εἶναι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριάρχου, κ. κ. Βαρθολομαίου, ὁ ὁποῖος ὡς φοιτητὴς ὠφελήθηκε ἀπὸ τὴ Σχολὴ μὰ ὡς στέλεχός της καὶ ὡς Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης τόσα προσέφερε σὲ αὐτὴ καὶ τόσο τὴν ἀγάπησε, νὰ δοθεῖ ἐπιτέλους ἡ ἄδεια νὰ λειτουργήσει καὶ πάλι γιὰ νὰ λάμψει ὅπως ἔλαμψε κατὰ τὸ παρελθόν στὸν Ὀρθόδοξο καὶ ὄχι μόνο κόσμο.

Καλή Μεγάλη Ἑβδομάδα!

25η Μαρτίου: Ημέρα γιορτής στο 7ο Δημοτικό Σχολείο Κω!

Ετικέτες

, ,

Παραμονή 25ης Μαρτίου σήμερα και στα σχολεία μας έγιναν οι καθιερωμένες γιορτές για να τιμήσουμε τους ήρωες, να αναφερθούμε στο μήνυμα του Ευαγγελισμού, να μάθουμε τι περίπου έγινε, να θυμηθούμε τα χρόνια της σκλαβιάς …

Παρακολουθήσαμε την γιορτή που ετοίμασαν τα παιδιά των δύο τμημάτων της Δ΄ τάξης του 7ου Δημοτικού Σχολείου Κω με την καθοδήγηση των δύο διδασκαλισσών της κ. Εύας Κουτσουδάκη (Δ1) και της κ. Κατερίνας Πάστρα (Δ2).

Η γιορτή διήρκεσε περισσότερο από 40 λεπτά που πέρασαν δίχως να το καταλάβουμε. Άρχισε με μία περιεκτική παρουσίαση του διπλού μηνύματος της ημέρας από την κ. Πάστρα, συνεχίστηκε με τη δουλειά των παιδιών και ευχαριστίες από την κ. Κουτσουδάκη και την κ. Ειρήνη Κουτσούτη, Διευθύντρια του σχολείου, ενώ έκλεισε με συγχαρητήρια και ευχές από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας κ. Ναθαναήλ καί τον Δήμαρχο Κω κ. Γιώργο Κυρίτση.

Η προετοιμασία των παιδιών ξεκίνησε αρκετά νωρίς, ώστε τα παιδιά να μάθουν τα λόγια τους με άνεση. Τα σκετσάκια ήταν μικρά και συγκρότησαν μία σπονδυλωτή γιορτή που ως συνδετικούς κρίκους είχε τραγούδια, που απέδωσαν με απλότητα και ψυχή τα παιδιά (αλλά συνοδεύαμε και εμείς …), και στιγμιότυπα από διάφορες πτυχές της σκλαβιάς και του αγώνα για την ελευθερία προσφέροντας μία πολύπλευρη προσέγγιση. Παρόντες ήταν: η μάνα που έχανε το παιδί της στο παιδομάζωμα, ο καλόγερος που μάθαινε γράμματα στα παιδιά, οι Φιλικοί, οι ήρωες του ξεσηκωμού, οι μανάδες του Ζαλόγγου, ο Αθανάσιος Διάκος, ο όρκος των Φιλικών και άλλα.

Απλή, περιεκτική, με νεύρο και ρυθμό, χωρίς να χαλαρώνει, αν και σε μία σχολική γιορτή δεν ζητά κανείς υποκριτικές ικανότητες … Είναι αρκετό οι συμμετέχοντες να στείλουν και να λάβουν τα κατάλληλα μηνύματα. Όμως, η γιορτή της Δ΄ τάξης του 7ου Δημοτικού Σχολείου Κω είχε πολλά περισσότερα: είχε ενδιαφέρον, όρεξη από τα παιδιά, ψυχή από τα δύο κοριτσάκια που την παρουσίασαν, έκρυβε κόπο και υπομονή από τις δύο δασκάλες, προετοιμασία από το σχολείο, απαιτούσε συμμετοχή και των γονέων, μελέτη των ρόλων, εμπέδωση των τραγουδιών και του τροπαρίου «Τῇ Ὑπερμάχῳ» και πολλά άλλα.

Θα μου επιτρέψετε να σχολιάσω τη συγκίνηση που η σημερινή γιορτή σκόρπισε σε εμάς τους θεατές. Πέρα από το να δούμε τα παιδιά μας ή να παρακολουθήσουμε τη δουλειά του σχολείου νιώσαμε και κάτι άλλο. Κάτι πιο βαθύ, πιο ουσιαστικό. Πίσω από τα λόγια των παιδιών κρυβόταν μια πίστη. Δεν τα έλεγαν άτονα και άχρωμα. Φαινόταν να τα πιστεύουν και να μιλάνε στην καρδιά τους. Δεν ήταν λίγες οι στιγμές που τα μάτια μας υγράνθηκαν και μάλιστα, στο τέλος, ο ένας με τον άλλο το σχολιάσαμε και λίγο λίγο διαπιστώναμε ότι και ο διπλανός, ο μπροστινός μας, ο παππούς, η γιαγιά, η συνάδελφος, ο δεσπότης μας, ο δήμαρχος είχαν νιώσει το ίδιο.

Να είναι σύμπτωση; Δεν το νομίζω!

Κάτι ξεχωριστό ενέπνευσαν η κ. Κατερίνα και η κ. Εύα στους μικρούς μαθητές τους, οι οποίοι όπως εύστοχα παρατήρησε ο Σεβασμιώτατος έμοιαζαν μεγαλύτεροι, πιο ώριμοι, πιο αντρειωμένοι, πιο δυνατοί.

Και πώς να μην συμβεί κάτι τέτοιο όταν τα παιδιά δούλεψαν για τη γιορτή κοντά στις δασκάλες, έμαθαν, αναζήτησαν, ρώτησαν, δυσκολεύτηκαν, προσπάθησαν, αντιμετώπισαν εμπόδια, επιτυχίες και αποτυχίες.

Και στο σπίτι ρωτήσαμε, διαβάσαμε, είδαμε φωτογραφίες και βίντεο σχετικά με την Επανάσταση, τους ήρωες, τα μεγάλα γεγονότα του Αγώνα. Ωφεληθήκαμε όλοι.

Έχουμε τις καλύτερες αναμνήσεις από τις γιορτές -και όχι μόνο- του 7ου Δημοτικού Σχολείου Κω, το οποίο με την καθοδήγηση της κ. Ειρήνης Κουτσούτη και των άλλων εκπαιδευτικών δίνει όραμα στα παιδιά και τα οδηγεί στον δρόμο της προσπάθειας για τη γνώση και την πραγματική μόρφωση!

Καμαρώνουμε που το σχολείο εμφυσά ιδανικά, πίστη στον Θεό και αγάπη -αυθεντική- στην πατρίδα!

Συγχαίρουμε τους δασκάλους και ευχαριστούμε τους μαθητές για όσα μας πρόσφεραν!

Και του χρόνου!

DSC_5270

DSC_5279

DSC_5292

DSC_5298

DSC_5314DSC_5317DSC_5324DSC_5349DSC_5359DSC_5361DSC_5369DSC_5375DSC_5378DSC_5386

Παραμονή Πρωτοχρονιᾶς τοῦ 2017 στό ξωκκλήσι τοῦ Ἁγίου Βασιλείου στήν Κῶ

Ετικέτες

, , , , , ,

Ἐφέτος ζήσαμε ἕνα ἀλλιώτικο ἀπόγευμα παραμονῆς πρωτοχρονιᾶς. Μία ὁμάδα δραστήριων πιστῶν τῆς Κῶ μέ τή στήριξη καί τή βοήθεια τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κώου καί Νισύρου Ναθαναήλ ὀργάνωσε τήν τέλεση τοῦ Ἑσπερινοῦ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου στό Παλαιό Πυλί τῆς Κῶ.

Τό Παλιό Πυλί, γιά όσους δέν γνωρίζουν, εἶναι μία ἐντυπωσιακή καστροπολιτεία ἀπό τή βυζαντινή ἐποχή. Τό 1080 μ.Χ. ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος ἔκτισε σέ αὐτή τήν Ἱερά Μονή τῆς Παναγίας Καστριανῶν, πού ἦταν καί τό πρῶτο μοναστήρι του στή Δωδεκάνησο. Ἀργότερα, ἀναζητώντας περισσότερη ἡσυχία, κατέφυγε στήν ἔρημη τότε Πάτμο τήν ὁποία τοῦ παρεχώρησε ὁ Αὐτοκράτορας Ἀλέξιος Α΄ Κομνηνός (1081-1118 μ.Χ.) ὡς ἀντάλλαγμα γιά τήν ἀπόδοση στό δημόσιο ταμεῖο τῆς περιουσίας πού κατεῖχε ἡ Παναγία Καστριανῶν στήν Κῶ καί σέ ἄλλα νησιά. Νά σημειώσουμε ὅτι τήν περιουσία αὐτή τοῦ εἶχε παραχωρήσει ὁ Κῶος μοναχός Ἀρσένιος Σκηνούριος ὅταν προσκάλεσε τόν Ὅσιο Χριστόδουλο στήν Κῶ.

Δέν γνωρίζαμε τό ξωκκλήσι, τό ὁποῖο βρίσκεται στούς βορεινούς πρόποδες τοῦ λόφου τοῦ Παλαιοῦ Πυλίου, λίγο μετά τό δάσος τοῦ Κονιαριοῦ. Τό παλαιότατο ἐκκλησάκι στό πέρασμα των αἰώνων εἶχε προσχωθεῖ ἀπό χώματα πού κατέβαζε ἡ βροχή ἀπό τούς παρακείμενους λόφους καί σχεδόν εἶχε χαθεῖ. Εὐτυχῶς, τό 1990 ὁ Ἰάκωβος Δ. Χατζηδαυίδ ἀνέλαβε τήν ἀποκατάστασή του μέ ἀποτέλεσμα σήμερα, πού ἀπόγονοί του, μαζί μέ τήν Ἱερά Μητρόπολη καί ἄλλους κατοίκους τῆς περιοχῆς ἔχουν ἀναλάβει τή φροντίδα του, ὁ ἐπισκέπτηςνά ἀντικρύζει ἕνα ὡραιότατο, ταπεινό, ἀλλά καί ὑποβλητικό συνάμα μονόχωρο ξωκκλήσι πού τόν ὁδηγεῖ σέ ἄλλους χρόνους …

Ὁ Ἑσπερινός ξεκίνησε νωρίς τό ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου. Χοροστάτησε, μέ τή χαρακτηριστική του ἁπλότητα, ὁ Σεβασμιώτατος καί οἱ ἱεροψάλτες ἀπέδωσαν κατανυκτικότατα καί μέ γοργό ρυθμό τούς ὕμνους τῆς διπλῆς ἑορτῆς τῆς 1ης Ἰανουαρίου. Στήν ἀκολουθία συμμετεῖχαν ὁ π. Ἰωάννης Διακοπαναγιώτης, Γενικός Ἀρχιερατικός Ἐπίτροπος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, ὁ π. Μιχαήλ Τσακίρης, ἐφημέριος τῆς ἐνορίας τοῦ Ἀμανιοῦ, ὁ π. Ἀναστάσιος Τσουκνιᾶς καί ὁ διάκονος π. Ἀμβρόσιος Καμπούρογλου.

Παρά τό πολύ ἔντονο κρύο, τό ὁποῖο αὐξανόταν ὅσο ἔπεφτε ἡ νύκτα, πολλοί ἦταν αὐτοί πού εἶχαν συγκεντρωθεῖ γιά νά προσευχηθοῦν καί νά τιμήσουν τή μνήμη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ἀνάμεσά τους ὁ Ταξίαρχος κ. Στυλιανός Σεργεντάνης, Διοικητής τῆς 80 ΑΔΤΕ, καί ἡ Δημοτική Σύμβουλος κ. Ἰωάννα Ρούφα.

Τό τοπίο καί οἱ μνῆμες τῶν ἀσκητῶν πού ἔζησαν καί ἀσκήθηκαν στήν περιοχή ὑποβάλουν, κατά κυριολεξία, τόν προσκυνητή στήν αἴσθηση ὅτι βρίσκεται σέ ἄλλο χρόνο, στήν ἀκμάζουσα βυζαντινή Κῶ τοῦ 11ου αἰῶνα. Οἱ γύρω ἀπόκρημνοι βράχοι πού σκεπάζουν τό πλάτωμα πού βρίσκεται τό ἐξωκκλήσι μοιάζουν νά στεφανώνουν τό χῶρο. Τό ἀπόγευμα πού βρεθήκαμε ἐκεῖ σύννεφα κάλυπταν τόν οὐρανό κάνοντας ἀκόμη πιό κατανυκτικό τό περιβάλλον.

Γύρω ἀπό τό ἐκκλησάκι διατηροῦνται λείψανα παλαιοτέρων οἰκοδομημάτων, τά ὁποῖα προέρχονται ἀπό τόν παλαιό οἰκισμό πού ὑπῆρχε γύρω ἀπό τό βυζαντινό κάστρο τοῦ Παλαιοῦ Πυλίου. Μέ λιθόστρωτο μονοπάτι ὁ ἐπισκέπτης μπορεῖ νά ὁδηγηθεῖ στά σκαλοπάτια πού θά τόν ἀνεβάσουν στήν καστροπολιτεία καί στούς ναούς πού σώζονται ἐκεῖ.

Παλαιότερα σωζόταν τοιχογραφίες πού οἱ ἀρχαιολόγοι τίς τοποθετοῦν στόν 14ο καί στόν 17ο αἰῶνα. Μέσα εἶναι πολύ μικρό, μέ λευκούς τοίχους, καί γιά τό λόγο αὐτό οἱ περισσότεροι προσκυνητές παραμείναμε ἔξω ὑπομένοντας τό κρύο. Κάποιοι πῆραν τό μονοπάτι γιά τό Παλαιό Πυλί, ἐνῶ μέ τήν ὁλοκλήρωση τῆς Ἀκολουθίας προσφέρθηκε καρδιακό κέρασμα, πού ζέστανε τήν ὁμήγυρη.

Ὁμολογῶ ὅτι, παρά τό κρύο, δέν μᾶς ἔκανε καρδιά νά φύγουμε θέλοντας νά παρατείνουμε τήν ἐμπειρία νά ζήσουμε γιά λίγο σέ μια ἄλλη ἐποχή, σέ συνθῆκες ζεστές, πρωτόγνωρες.

Ὁ χῶρος εἶναι πολύ ὄμορφος γιά νά τόν ἐπισκεφθεῖ κάποιος μέ τήν οἰκογένειά του καί νά περάσει κάποιες ὧρες ἀνάπαυλας καί χαρᾶς, ἀλλά πραγματικά, δέν ξέρω ἄν μία ἡλιόλουστη μέρα μπορεῖ νά προσφέρει στόν ἐπισκέπτη τήν κατάνυξη καί τή ζεστασιά πού μᾶς προσέφερε τό παγωμένο ἀπόγευμα τῆς παραμονῆς τῆς Πρωτοχρονιᾶς τοῦ 2017!

Τά ἀναμμένα κεριά πού φώτιζαν διακριτικά τόν ναό, τό θυμίαμα πού ξεχυνόταν μέχρι ἔξω, οἱ φωνές τῶν ἱεροψαλτῶν, οἱ κατανυκτικοί ὕμνοι, οἱ νουθεσίες τοῦ δεσπότη μας, ἡ ζεστασιά αὐτῶν πού προετοίμασαν τό χῶρο καί τό κέρασμα, ὅλα δημιουργοῦσαν μία ἀτμόσφαιρα κατάλληλη γιά προσευχή … Καί αὐτό δέν τό λέω μέ διάθεση μιᾶς γλυκερῆς κατάνυξης πού συχνά θεωρεῖται προσόν στήν καλλιέργεια τῆς σχέσης μας μέ τόν Θεό καί τούς Ἁγίους, ἀλλά μέ τήν ἔννοια τῆς δημιουργίας τῶν προϋποθέσεων ἀπαγκίστρωσης ἀπό τίς πολλές βιοτικές μέριμνες, οἱ ὁποῖες μᾶς παρασύρουν, μᾶς κρατοῦν δέσμιους καί δέν μᾶς ἐπιτρέπουν νά δοῦμε τά πράγματα μέσα ἀπό μία ἄλλη προοπτική. Μέσα ἀπό μία προοπτική πού μᾶς ἐλευθερώνει ἀπό τά δεσμά καί τίς ἔγνοιες τῆς καθημερινότητας πού δυναμώνει τή διάθεσή μας γιά ἀγῶνα, γιά καλλιέργεια τῶν χαρισμάτων μας, γιά προσφορά ἀγάπης καί γιά μία διαφορετική στάση μας ἀπέναντι στά προβλήματα πού πολλές φορές μᾶς κάνουν νά λυγίζουμε, νά σκύβουμε ἐξουθενωμένοι.

Μέ αὐτές τίς σκέψεις ἄς ξεκινήσουμε τή νέα χρονιά καί ἄς προσπαθήσουμε, μέ πίστη καί ἔλπίδα, νά μην ἐπιτρέψουμε στίς δυσκολίες νά μᾶς λυγίσουν.

Ἄς προσβλέπουμε, ἀκόμη καί τή στιγμή πού τό φῶς μοιάζει νά χάνεται, νά σβήνει, στήν Ἀνατολή πού πάντοτε ἀκολουθεῖ τή νύχτα καί φωτίζει τά βήματά μας.

Ἐλπιδοφόρες οἱ σκέψεις καί μέ πίστη οἱ ἐπιλογές μας καί γιά τό 2017!

Καλή χρονιά!

dsc_4034dsc_4035dsc_4036dsc_4039

dsc_4040dsc_4041dsc_4042dsc_4043dsc_4044dsc_4045dsc_4046dsc_4048dsc_4049dsc_4051dsc_4055dsc_4057dsc_4058dsc_4059dsc_4063dsc_4064dsc_4066dsc_4071dsc_4072dsc_4076dsc_4077dsc_4078