Μητροπολίτης Ναθαναήλ: δέκα χρόνια ὑπηρετώντας τήν κατήχηση στήν Κῶ καί στή Νίσυρο

Ετικέτες

, ,

Συμπληρώθηκαν ἤδη δέκα χρόνια ἀπό τήν ἐνθρόνιση τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ. Ναθαναήλ στήν Καθέδρα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κώου καί Νισύρου.

Πολλά εἶναι τά χαρακτηριστικά τοῦ ἔργου καί τῆς παρουσίας του πού θά μποροῦσαν νά γίνουν ἀντικείμενο σχολιασμοῦ καί παρουσίασης μέ αὐτή τήν εὐκαιρία καί, ὁμολογουμένως, πολλά πέρασαν ἀπό τή σκέψη μας: ἀνακαινίσεις Ναῶν καί πολλῶν κτηρίων, δημιουργία καί λειτουργία τοῦ συσσιτίου, ριζική ἀναμόρφωση τοῦ Οἴκου εὐγηρίας «Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος», ἀνασύσταση τῆς Ἀγαθοεργοῦ Ἀδελφότητος, ἐνίσχυση μέ κάθε μέσο τῆς φιλανθρωπίας, σύσταση τοῦ Μουσείου, ποικίλες ἐκδόσεις, ἀναζωογόνηση τῆς λατρείας, ξαναζωντάνεμα τῶν πανηγυριῶν καί πολλά ἄλλα.

Ἀπ᾿ ὅλα αὐτά θά θέλαμε νά ἑστιάσουμε τήν προσοχή μας σέ ἕνα μόνο πού θεωροῦμε ἰδιαιτέρως σημαντικό καί καθοριστικό γιά τήν πορεία τῆς Ἐκκλησίας: τήν κατήχηση.

Ὅταν λέμε κατήχηση ἀναφερόμαστε σέ μία καίρια καί πρωταρχικῆς σημασίας λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας ἤδη ἀπό τίς πρῶτες στιγμές της. Γιά νά καταλάβουμε τή σημασία της ἀρκεῖ νά θυμηθοῦμε ὅτι στίς Πράξεις Ἀποστόλων τονίζεται ὅτι τήν κατήχηση ἀσκοῦσαν κυρίως οἱ Δώδεκα Ἀπόστολοι. Συνεργάτες τους σέ αὐτό τό ἔργο ἦταν οἱ «προφῆτες καί διδάσκαλοι» τῆς Ἐκκλησίας, εἰδική τάξη χαρισματούχων, οἱ ὁποῖοι διακονοῦσαν τό κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί τήν ἱεραποστολή. Κορυφαῖες μορφές αὐτῆς τῆς ὁμάδας ἦταν ὁ ἀπ. Παῦλος καί ὁ ἀπ. Βαρνάβας (Πρ. 13:1).

Ἡ κατήχηση συνεχίστηκε σέ ὅλη τήν ἱστορική πορεία τῆς Ἐκκλησίας, μέχρι καί σήμερα, καί εἶναι ἀπαραίτητη γιά κάθε μέλος της. Μέ τήν κατήχηση μαθαίνουμε τήν πίστη μας, τά ὁποῖα μέσῳ τῆς λατρείας, τῆς μελέτης τοῦ εὐαγγελίου καί τῆς ἐπαφῆς μας μέ τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, διαμορφώνουν τή σχέση μας μέ τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο καί, τελικά, μᾶς ὁδηγοῦν στή σωτηρία.

Ἡ προσπάθεια κατήχησης στήν Κῶ καί στή Νίσυρο ἀπό τόν Μητροπολίτη Ναθαναήλ ξεκίνησε ἀπό τήν πρώτη ἡμέρα πού ἔφτασε στό νησί: τό Σάββατο 28 Μαρτίου 2009. Τό βράδυ ἐκείνου τοῦ Σαββάτου ἑορταζόταν ἡ «Ὥρα τῆς Γῆς» κατά τήν ὁποία ἔσβησαν τά φῶτα καί πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση στήν Πλατεία Ἐλευθερίας μέ κεριά γιά νά σταλεῖ μήνυμα σεβασμοῦ πρός τόν πλανήτη μας καί τόν Κόσμο πού μᾶς προσέφερε ὁ Θεός γιά νά ζοῦμε σέ αὐτόν καί νά τόν προστατεύουμε.

Ὁ νεοαφιχθείς Μητροπολίτης ἦταν παρών!

Μέ τήν κίνησή του αὐτή ὁ νέος Ἐπίσκοπος ἔδωσε τό πρῶτο καί πολύ σημαντικό μάθημα κατήχησης: ὀφείλουμε νά προστατεύουμε τόν κόσμο μας. Ἡ οἰκολογική στάση ζωῆς καί ὁ σεβασμός πρός τή Δημιουργία εἶναι σαφής διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, καίριος στόχος τοῦ Οἱκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριάρχου καί ἀποτελεῖ ὑποχρέωσή μας νά τήν ἐφαρμόζουμε.

Εὔκολα ἀντιλαμβανόμαστε τήν ὑψηλή σημειολογικά σημασία αὐτοῦ τοῦ πρώτου «κατηχητικοῦ μαθήματος» καί τήν αὐξημένη παιδαγωγική του διεισδυτικότητα καθώς γιά νά γίνει δέν χρειάστηκε νά εἰπωθεῖ οὔτε ἕνας λόγος.

Ἡ συνέχεια ἦταν ἀνάλογη. Ὁ νέος ποιμένας τῆς Κῶ καί τῆς Νισύρου ἀπό τότε διδάσκει καί κατηχεῖ μέ κάθε τρόπο στέλνοντας μέ τήν παρουσία του, τόν τρόπο τῆς βιοτῆς του, τίς διάφορες ἐπιλογές του κ.λπ. συνεχῶς κατηχητικά μηνύματα πρός ὅλες τίς κατευθύνσεις.

Βέβαια, δέν ἀρκέστηκε μόνο σέ αὐτούς τούς ἔμμεσους τρόπους, ἀλλά προχώρησε καί σέ ἄμεση κατήχηση. Μέ σύντομο –καί τό τονίζω αὐτό– ἀλλά οὐσιαστικό, δίχως ἐπαναλήψεις καί ἀνούσια ἠθικολογία, κήρυγμα στή Θεία Λειτουργία, καί μάλιστα, ἀμέσως μετά τό Εὐαγγέλιο ὅπως ἡ τάξη τῆς Ἐκκλησίας ἀπαιτεῖ νά γίνεται, ἑρμήνευε καί ἑρμηνεύει τά βιβλικά ἀναγνώσματα, παρουσιάζει τό νόημα τῆς ἑορτῆς καί μᾶς προσφέρει διδακτικές ἱστορίες, διαλεγμένες μέ τέχνη, ἀπό τά γεροντικά, τά συναξάρια καί τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε σιγά σιγά, βῆμα βῆμα νά οἰκοδομεῖται μέσα μας ἡ συνείδηση ὅτι εἴμαστε μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί ὅτι εἶναι ζωτική ἀνάγκη νά γνωρίζουμε τή διδασκαλία της.

Τό ἴδιο πράττει καί σέ κάθε ἀκολουθία πού τελεῖ, καί δέν εἶναι λίγες, διδάσκοντας μέ τόν λόγο του δίχως νά ἀπωθεῖ. Ποτέ δέν ξεπέρασε τά πέντε λεπτά. Ὁμιλεῖ μέ ἁπλότητα καί ἀμεσότητα. Δέν ἐπαναλαμβάνει τά ἴδια καί τά ἴδια. Σέβεται τόν ἀκροατή του, τόν ἀντιμετωπίζει στοργικά, ὡς πατέρας.

Ἀπό τόν Σεπτέμβριο τῆς πρώτης χρονιᾶς ξεκίνησε καί τήν, ἐάν ἐπιτρέπεται νά τήν ποῦμε ἔτσι, κύρια δράση τῆς κατήχησης: δύο κατηχητικές συναντήσεις γιά ἐνήλικες καί πολλά κατηχητικά γιά παιδιά κάθε ἡλικίας.

Στήν κατήχηση ἐνηλίκων, πού σταθερά πραγματοποιεῖται κάθε Τετάρτη ἀπόγευμα (5.00-6.00 καί 6.00-7.00) στήν Αἴθουσα τῆς Πνευματικῆς Ἑστίας, ἀναλύονται κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης μέ μεθοδικό τρόπο, στίχο στίχο. Ἐπειδή ὅμως ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι δυνατό νά περιοριστεῖ στά πλαίσια ἑνός κειμένου, ἡ συζήτηση πάντοτε ἐπεκτείνεται καί σέ ἄλλα θέματα, καθώς τό κείμενο ἤ ἡ καθημερινότητα λειτουργοῦν ὡς ἀφετηρία καί ἔναυσμα. Οἱ συναντήσεις αὐτές πού δίνουν σέ πολλούς ἀπό μᾶς τή δυνατότητα νά ἐκφράσουμε τίς ἀπορίες καί τίς ἀπόψεις μας, νά σχολιάσουμε τήν ἐπικαιρότητα, νά πληροφορηθοῦμε τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιά τό ἕνα ἤ τό ἄλλο θέμα ἀποτελοῦν μία συστηματική προσπάθεια κατηχήσεως καί ὠφελοῦν ὅλους μας, κληρικούς καί λαϊκούς, ἐγγράμματους ἤ ὄχι, εὐσεβεῖς ἤ μή.

Ἡ κατήχηση ἐξελίσσεται σέ ἕνα στίβο γνώσης, ἀνταλλαγῆς ἀπόψεων καί κυριαρχεῖ ἡ ἔγκυρη προσφορά τῆς πίστεώς μας μέ ὑπευθυνότητα καί σοβαρότητα, κάτι πού εἶναι ἰδιαιτέρως σημαντικό στήν ἐποχή μας, καθώς κατηχητικό ὑλικό ὑπάρχει σέ πολλές καί ποικίλες πηγές ἄφθονο, ἀλλά, δυστυχῶς, ὄχι πάντοτε ἀξιόπιστο καί ὀρθό.

Οἱ συναντήσεις ξεκινοῦν μέσα Ὀκτωβρίου (μέ τήν παραβολή τοῦ Σπορέως) καί ὁλοκληρώνονται πρίν ἀπό τήν Πεντηκοστή. Πραγματοποιοῦνται περίπου 35 διπλές συναντήσεις, στίς ὁποῖες ἔχουν ἤδη ἀναλυθεῖ πολλές ἐπιστολές τοῦ ἀποστόλου Παύλου (μεταξύ ἄλλων ἡ πρός Γαλάτας, ἡ πρός Ρωμαίους, οἱ πρός Κορινθίους).

Βέβαια, ἡ κατήχηση δέν περιορίζεται σέ αὐτές τίς δράσεις μόνο. Σημαντικό εἶναι τό κήρυγμα πού ἐδῶ καί χρόνια ἀποστέλλεται ἀπό τόν Σεβασμιώτατο κάθε Κυριακή σέ ὅλες τίς ἐνορίες ὥστε κάθε πιστός νά μπορεῖ νά καταλάβει τά βιβλικά ἀναγνώσματα καί νά ἀποκομίσει χρήσιμα διδάγματα γιά τήν καθημερινότητά του.

Ταυτόχρονα διανέμονται ἔντυπα πού παρουσιάζουν κομμάτια τῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας καί διδάσκουν τούς πιστούς μέ ἁπλό, κατανοητό καί σύντομο τρόπο.

Τό κήρυγμα ἔχει ἐπαναπροσδιοριστεῖ στή ζωή τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας καί λειτουργεῖ εὐεργετικά ὀργανικά συνδεδεμένο μέ τή λατρεία, ἀλλά καί τόν σύγχρονο κόσμο στόν ὁποῖο ζοῦμε. Δέν εἶναι μία θεωρητική ἀνάλυση, ἀλλά προσφέρεται ἔτσι ὥστε ὁ καθένας νά κάνει τίς κατάλληλες προεκτάσεις καί τίς ἀναγωγές στή ζωή καί τήν καθημερινότητά του.

Ἡ κατήχηση εἶναι ἕνα συναρπαστικό, μά ταυτόχρονα δύσκολο ἔργο. Ἀπαιτεῖ ἑτοιμότητα, εὐελιξία, ἐνημέρωση. Ὁ κατηχητής πρέπει νά γνωρίζει τό ἀντικείμενό του, ἀλλά καί τόν κατηχούμενο (εἴτε αὐτός δέν ἔχει βαπτιστεῖ ἀκόμη εἴτε εἶναι ἤδη χριστιανός). Πρέπει νά μπορεῖ νά μεταφέρει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ μέ σύγχρονο τρόπο, χωρίς νά τόν ἀλλοιώνει. Νά νιώθει τό ἀκροατήριό του καί τίς ἀνάγκες του, ἀλλά νά τοῦ προσφέρει μέ εἰλικρίνεια τήν ἀλήθεια τοῦ εὐαγγελίου.

Ἡ κατήχηση δέν δίνει σύντομα καρπούς. Ὁ Ἐπίσκοπος πού ἐπενδύει σέ αὐτή θά δυσκολευτεῖ νά ἀξιολογήσει τά ἀποτελέσματα τοῦ ἔργου του, καθώς αὐτά δέν εἶναι εὔκολα μετρήσιμα. Μπορεῖ νά ἀγωνίζεται δεκαετίες καί νά μήν δεῖ τούς πιστούς του νά ἀλλάζουν ἀπόψεις καί συνήθειες στή ζωή τους. Εἶναι βέβαιο, ὅμως, ὅτι ὁ σπόρος πού μέ ἀγάπη φυτεύεται στίς δεκτικές καρδιές ἀργά ἤ γρήγορα θά ἀποδώσει καρπό ἑκατονταπλασίονα.

Γι᾿ αὐτό εὐχαριστώντας τόν Μητροπολίτη μας γιά ὅσα μᾶς προσφέρει, τοῦ εὐχόμαστε νά μπορέσει γιά πολλά πολλά χρόνια νά συνεχίσει νά μᾶς προσφέρει τά ἀγαθά τῆς κατηχήσεως καί νά μᾶς εὐλογεῖ καί νά μᾶς ἁγιάζει μέ τήν παρουσία του.

Ἄξιος!

                                                                                      Ἑλένη Ζαρίφη καί Ἀθανάσιος Μουστάκης

Advertisements

Νηστεία: τί ἀκριβῶς ἐπιδιώκουμε μέ αὐτή;

Ετικέτες

, ,

Προσφάτως διαβάσαμε στό διαδίκτυο κείμενο τοῦ κ. Νικολάου Παπαχαρτοφύλη, φιλολόγου καθηγητοῦ, μέ τίτλο «Ἐκ τοῦ στόματος τῶν νηστευόντων εἰς τόν ἀφεδρῶνα», στό ὁποῖο ἀσχολεῖται μέ τό θέμα τῆς νηστείας. Παρά τήν θετική, πιθανολογῶ, πρόθεσή του, δυστυχῶς προχωρᾶ σέ ἀπευκταῖες γενικεύσεις καί συνδέσεις καί ἐν τέλει, φρονῶ ὅτι, καταλήγει σέ ἀσαφές συμπέρασμα πού δέν βοηθᾶ τόν ἀναγνώστη νά σχηματίσει ἄποψη σχετικά μέ τό νόημα τῆς νηστείας.

Τό κείμενο ξεκινᾶ μέ τήν ὀρθή παραδοχή ὅτι ἡ νηστεία ὡς πρακτική ὑπάρχει ἀπό τήν ἀρχαιότητα καί συναντᾶται σέ πολλές θρησκεῖες. Πράγματι, σέ πολλές θρησκεῖες ἦταν πρόσφορο μέσο καθαρμοῦ καί ἐξαγνισμοῦ. Γιά τήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική παράδοση, ὅμως, δέν ἰσχύει κάτι τέτοιο. Ἡ νηστεία δέν εἶναι μία ἀφηρημένη, θεωρητική, πρακτική. Δέν σχετίζεται μέ τήν κάθαρση, τόν ἐξαγνισμό, τήν ἀποτοξίνωση ἤ ὅ,τι ἄλλο συναφές μπορεῖ ἀκούσουμε ἤ νά διαβάσουμε. Εἶναι ἕνας τρόπος νά νιώσουμε τόν πλησίον πού στερεῖται, νά παλέψουμε μέ τόν ἑαυτό μας, νά ἀντιπαρατεθοῦμε μέ τίς ἀδυναμίες μας καί, ἐν τέλει, νά μετανοήσουμε. Μόνο ἐάν πεινάσουμε θά καταλάβουμε αὐτόν πού πεινᾶ. Μόνο ἐάν στερηθοῦμε θά ἀντιληφθοῦμε τί σημαίνει ἡ στέρηση.

Τό πλαίσιο τῆς νηστείας διαγράφει πολύ ὄμορφα ἡ εὐαγγελική περικοπή πού διαβάζεται στούς ναούς μας τήν Κυριακή τῆς Τυρινῆς (Ματθαίου 6:14-21). Σέ αὐτή, ἡ νηστεία δέν προσεγγίζεται ὡς ἕνα ἀτομικό κατόρθωμα πού μπορεῖ νά πετύχει ὁ πιό ἱκανός, ὁ πιό εὐφυής ἤ ὁ πιό ἰσχυρός, ἀλλά εἶναι ἕνας ἀγῶνας πού γιά νά πετύχει πρέπει νά προσεγγίζεται σέ σχέση μέ τόν ἕτερο. Γιά νά ἔχει νόημα ἡ νηστεία, ὅπως διδάσκει ὁ Χριστός στήν περικοπή αὐτή, πρέπει νά γίνεται μέ ταπείνωση, προσοχή καί διάκριση, ὥστε νά μήν προκαλεῖ τόν διπλανό μας, νά μήν λειτουργεῖ ὡς μία πράξη αὐτοεπιβεβαίωσης καί αὐτοθαυμασμοῦ. Δέν ἔχει ὡς σκοπό νά πετύχουμε τόν ἔπαινο τῶν ἄλλων, ἀλλά εἶναι μία ἄριστη εὐκαιρία νά ἐξετάσουμε τόν ἐαυτό μας καί νά δοῦμε ποῦ βρισκόμαστε. Ἡ νηστεία δέν γίνεται γιά νά μᾶς τιμήσουν οἱ ἄλλοι, ἀλλά γιά νά ἐπιτελέσουμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο εἶναι νά μετανοήσουμε γιά τίς ἁμαρτίες μας, οἱ ὁποῖες σταθερά μᾶς ἀπομονώνουν ἀπό τήν κοινωνία μέ τόν συνάνθρωπο καί μᾶς στεροῦν τή χαρά τῆς ἐπικοινωνίας καί τῆς προσφορᾶς ἀγάπης.

Στό ἴδιο μῆκος κύματος κινεῖται καί τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς ἴδιας ἡμέρας, στό ὁποῖο ἡ νηστεία συσχετίζεται μέ τήν πίστη (πρός Ρωμαίους ἐπιστολή 13:11-14:4). Ὁ ἀπ. Παῦλος δηλώνει ξεκάθαρα ὅτι ὅποιος ἔχει σταθερή πίστη μπορεῖ νά παρακάμπτει τούς περιορισμούς τῆς νηστείας. Κι ἀμέσως, γιά νά μή θεωρηθεῖ ἡ νηστεία μιά τυπική θρησκευτική ὑποχρέωση, συμπληρώνει ὅτι αὐτός πού ἔχει προοδεύσει πνευματικά, δέν πρέπει νά ἐξαντλεῖ μέ τή στάση του αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀδύναμη πίστη καί ὀφείλει –ἀπέναντι στόν ἑαυτό του– νά νηστεύει. Καί ἀμέσως προτρέπει αὐτούς πού νηστεύουν νά μήν ἀσχολοῦνται μέ τί πράττουν ὅσοι δέν νηστεύουν, ἀλλά μέ τίς ἁμαρτίες τους. Δέν εἶναι δουλειά τῶν μέν νά ἀσχολοῦνται μέ τούς δέ, λέγει ὁ ἀπ. Παῦλος. Ὁ καθένας ἄς κοιτᾶ τίς ἀδυναμίες του καί ἄς μήν παρεκλίνει ἀπό τόν στόχο του, πού εἶναι, πάντοτε, ἕνας καί μοναδικός: νά ξαναγυρίσει στόν Παράδεισο. Συνεχίζοντας, στρέφει τήν προσοχή μας στήν κατάκριση καί μετ᾿ ἐπιτάσεως μᾶς προτρέπει νά τήν ἀποφεύγουμε.

Ἡ διαφορά ἀνάμεσα στή χριστιανική νηστεία καί στή νηστεία ὅπως τήν παρουσιάζουν τά ἀρχαιοελληνικά ἀποσπάσματα πού παραθέτει ὁ κ. Παπαχαρτοφύλης εἶναι σαφής καί εὐδιάκριτη. Στό πρῶτο ἐπί παραδείγματι ἀναφέρεται στή συνήθεια τῶν μάντεων τῆς Δωδώνης νά ἀσκοῦνται μέ χαμαικοιτία καί ἀποφυγή πλυσίματος τῶν ποδῶν. Ἡ ἰδιαιτερότητα τοῦ κειμένου εἶναι ὅτι αὐτό τό κάνουν, ὄχι ὡς ἄσκηση, ὡς ἀγῶνα ἐνάντια στά πάθη τους, ἀλλά γιά νά λατρεύσουν καί νά ἐξευμενίσουν τόν Δία. Στό σημεῖο αὐτό βρίσκεται ἡ διαφορά μέ τή χριστιανική παράδοση: ὁ Τριαδικός Θεός δέ ζητᾶ τέτοιου εἴδους λατρεία.

Τό ἑπόμενο ἀπόσπασμα προέρχεται ἀπό τό ἔργο Ἱππόλυτος τοῦ Εὐριπίδη. Παραθέτω τή μετάφραση τῶν στίχων 952-956 ὅπως τήν ἔκανε ὁ Κ. Βάρναλης:

«Κόμπαζε τώρα καί περίπαιζέ μας,
πώς τάχα τρῶς ἀναίματη θροφή
καί μέ μπροστάρη τόν Ὀρφέα βακχεύεις,
πιστεύοντας τά φούμαρα, ὅσα γράφουν
παλιοφυλλάδες.»

(http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?page=23&text_id=124).

Τό κείμενο αὐτό μᾶς ὁδηγεῖ σέ παρόμοια συμπεράσματα μέ τό προηγούμενο: ἡ ἀποχή τῆς τροφῆς ἔχει ἐντελῶς διαφορετική ἀφετηρία ἀπό αὐτή τοῦ χριστιανισμοῦ. Ἡ ἀποχή ἀπό κρέατα γίνεται γιά νά ξεγελάσει τούς θεούς, γιά νά «φανεῖ τοῖς θεοῖς καί τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων» καί ὄχι τό ἀκριβῶς ἀντίθετο, ὅπως διδάσκει ὁ Χριστός.

Στό ἀπόσπασμα ἀπό τά Χρυσά Ἔπη τῶν Πυθαγορείων ὑποθέτω ὅτι θέλει νά σχολιάσει ὅτι τονίζουν ὅτι συνεχῶς πρέπει νά ἐλέγχουν τόν ἑαυτό τους καί νά μήν ἐπαναπαύονται στήν ἐπιφανειακή προσήλωση στόν τύπο, ὄπως πιθανολογῶ, θεωρεῖ ὁ κ. Παπαχαρτοφύλης. Στήν πραγματικότητα, ἐάν συμβαίνει κάτι τέτοιο σέ κάποιον πιστό πού νηστεύει, δηλαδή, ἐάν ἐπαναπαύεται μόνο στήν ἄσκηση τῆς νηστείας, εἶναι ὁλοκάθαρα σέ λάθος δρόμο. Κι αὐτό διαπιστώνεται ἀπό τή διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, τῶν Πατέρων καί, ἐν γένει, τῆς Ἐκκλησίας. Καί νομίζω ὄτι δέν εὐθύνεται ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία Του γιά τίς δικές μας παραχαράξεις τοῦ λόγου Του καί τίς ἐκτροπές στό θέμα τῆς νηστείας, ἐν προκειμένῳ.

Ἐνδιαφέρον ἔχει τό ἀπόσπασμα ἀπό τόν πρ. Ἠσαΐα πού παραθέτει, καθώς καί σέ αὐτό σαφέστατα ἡ νηστεία συνδέεται μέ τόν πλησίον, τήν καταπολέμηση τῆς ἀδικίας, τή στήριξη τῶν καταρρακωμένων ἀνθρώπων, τήν ἐνίσχυση τῶν πασχόντων καί τή φροντίδα πρός τόν ἐμπερίστατο. Μάλιστα, αὐτό τό ἀπόσπασμα μᾶς θυμίζει τήν παραβολή τῆς Κρίσεως (Κυριακή τῆς Ἀπόκρεω) στήν ὁποία ὁ Χριστός δηλώνει ξεκάθαρα ὅτι θά σωθεῖ αὐτός πού ἐνισχύει, ταΐζει, ποτίζει, βοηθᾶ καί ἐπισκέπτεται ὅποιον ἔχει ἀνάγκη σάν νά ἦταν αὐτός ὁ Ἴδιος.

Ἡ νηστεία, ὅπως σημειώνεται στό ἀπόσπασμα ἀπό τόν προφήτη Ἠσαΐα, δέν γίνεται γιά τόν Θεό, γιά νά ἱκανοποιηθεῖ ἡ ματαιοδοξία Του, ὅπως συχνά πίστευαν στήν ἀρχαιότητα ὅτι ἀπαιτοῦνταν. Σέ παρόμοια συμπεράσματα μᾶς ὁδηγοῦν καί τά ἄλλα παραδείγματα ἀπό τή χριστιανική παράδοση πού παραθέτει ὁ κ. Παπαχαρτοφύλης: ἡ νηστεία εἶναι μία πνευματική δυνατότητα πού ἔχουμε γιά νά πολεμήσουμε τήν ἁμαρτία ὄχι τῶν ἄλλων (κάτι πού εἶναι εὔκολο), ἀλλά τή δική μας.

Γι᾿ αυτό οἱ Πατέρες καί οἱ ἐκκλησιαστικοί συγραφεῖς πού ἀναφέρονται στή νηστεία τήν προβάλλουν ὡς ἕνα γενικότερο ἀγῶνα τοῦ πιστοῦ γιά νά ἀντιμετωπίσει τίς ἀδυναμίες του. Ἡ νηστεία ξεκινᾶ ἀπό τήν ἀποχή κάποιων ἐδεσμάτων καί κάποιων τροφῶν καί ἐπεκτείνεται ὥστε νά περιλάβει κάθε ἐκδήλωση τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου πού ἀποτελεῖ ἐμπόδιο στήν ἀγάπη πρός τόν πλησίον. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ εὐχή τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου πού ἀποδίδεται στόν ἅγιο Ἐφραίμ τόν Σῦρο καί στήν ὁποία ὁ πιστός ζητᾶ ἀπό τόν Θεό νά μήν τοῦ δώσει «πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας καί ἀργολογίας», καθώς ὅλες αὐτές οἱ καταστάσεις τόν ἐμποδίζουν νά ἀγαπήσει δίχως προϋποθέσεις τόν ἀδελφό του. Ἀντιθέτως ζητᾶ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα νά λάβει «πνεῦμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονής καί ἀγάπης» διότι αὐτές οἱ ἀρετές θά ἀλλάξουν τή σχέση του μέ τό πλησίον καί θά τήν θέσουν σέ νέα, πνευματική, ἐκκλησιαστική, ὀρθότερα, βάση.

Βέβαια, καί μέ αὐτό θά κλείσουμε, θά ἦταν οὐτοπικό νά εὐελπιστεῖ κάποιος ὅτι ὅλοι οἱ πιστοί θά νηστεύσουν ἤ ὅτι ὅλοι ὅσοι νηστεύουν θά τό κάνουν μέ αὐτές τίς παραμέτρους. Αὐτό ἐντάσσεται στήν προσπάθεια πού κάνει καθένας. Τό ὅτι ὑπάρχει ὑποκρισία ἤ ἀστοχίες ἐκ μέρους τῶν πιστῶν δέν πρέπει νά μᾶς ὁδηγήσει στό συμπέρασμα ὅτι οἱ πιστοί εἶναι ὑποκριτές ἤ, πολύ περισσότερο, ὅτι ἡ θρησκευτικότητα, γενικῶς, εἶναι ἐπίπλαστη καί ὑποκριτική. Ὁ ἀγῶνας μέ τίς ἀδυναμίες καί τά πάθη δέν εἶναι εὔκολος. Εἶναι σκληρός, πολυμέτωπος, συνεχής καί ἀπαιτεῖ ὅλες τίς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου. Γι᾿ αὐτό, κατά τή διάρκειά του ἔχουμε σαφέστατη συνείδηση ὅτι δέν πορευόμαστε σέ αὐτόν μόνοι μας, ἀλλά μέ συμπαραστάτη καί βοηθό μας τόν Χριστό, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔδειξε αὐτόν τόν δρόμο. Γι᾿ αὐτό τόν ἐπικαλούμαστε συνεχῶς, ἐλπίζουμε σέ αὐτόν καί δέν ἀπογοητευόμαστε ἀπό τίς ἀποτυχίες καί τίς ἀστοχίες μας. Ὅταν μᾶς στηρίζει ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, καί ζητᾶμε τή βοήθειά Του, εἶναι σίγουρο ὅτι ἀργά ἤ γρήγορα θά βροῦμε τόν δρόμο πρός τή σωτηρία καί τήν αἰώνια ζωή!

Καλή Σαρακοστή!

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: Ἡ ἑορτὴ τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο

Ετικέτες

, , , , ,

Τὸ κείμενο αὐτὸ φιλοξενήθηκε στὸ τεῦχος 47 τοῦ ἠλεκτρονικοῦ περιοδικοῦ e-Νῆσος Κῶς τοῦ ἀγαπητοῦ φίλου Ζαχαρία Κουζούκα ποὺ δημοσιεύθηκε τὸ 2017 λίγες ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων.

«Ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐξῆλθε δόγμα παρὰ Καίσαρος Αὐγούστου ἀπογράφεσθαι πᾶσαν τὴν οἰκουμένην. αὕτη ἡ ἀπογραφὴ πρώτη ἐγένετο ἡγεμονεύοντος τῆς Συρίας Κυρηνίου» (Λουκ. 2:1-2).

«Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ὁ ἡγεμόνας τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας Ὀκταβιανὸς Αὔγουστος ἐξέδωσε διάταγμα μὲ τὸ ὁποῖο διέταζε νὰ ἀπογραφοῦν ὅλοι οἱ κάτοικοι. Ἡ ἀπογραφὴ αὐτὴ ἦταν ἡ πρώτη ποὺ ἔγινε ὅταν διοικητὴς τῆς Συρίας ἦταν ὁ Κυρήνιος».

Statue-Augustus

Χαρακτηριστικό ἄγαλμα τοῦ Ὀκταβιανοῦ Αὐγούστου ποὺ ἦταν αὐτοκράτορας ἀπὸ τὶς 16 Ἰανουαρίου 27 π.Χ. μέχρι τὶς 19 Αὐγούστου 14 μ.Χ. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του γεννήθηκε ὁ Χριστός.

Μὲ αὐτὴ τὴ φράση ξεκινᾶ τὸ δεύτερο κεφάλαιο τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Λουκᾶ, ὁ ὁποῖος, ὅπως διαπιστώνουμε καὶ ἀπὸ τὶς Πράξεις, τὸ ἄλλο βιβλίο ποὺ συνέγραψε, εἶχε πολὺ καλὴ σχέση μὲ τὴν ἱστορία καὶ φρόντιζε νὰ παραθέτει στὰ κείμενά του ἀρκετὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα γιὰ νὰ θεμελιώνει τὰ γεγονότα ποὺ κατέγραφε καὶ νὰ ἐξασφαλίζει, πέρα ἀπὸ κάθε ἀμφιβολία, τὴν ἀξιοπιστία τους.

Ἡ τακτική του αὐτή, ποὺ εἶναι πολὺ χρήσιμη στὸν ἀναγνώστη κάθε ἐποχῆς, ἀλλὰ καὶ στὸν ἐπιστήμονα ἱστορικὸ ποὺ σκύβει ἐπάνω στὰ βιβλικὰ κείμενα μὲ σοβαρότητα καὶ ὑπευθυνότητα, μᾶς προσφέρει πλῆθος ἀπὸ ἐνδιαφέροντα στοιχεῖα καὶ σημαντικὲς πληροφορίες ποὺ ἀλλάζουν τὴ στάση μας ἀπέναντι στὰ ἱερὰ κείμενα καὶ μᾶς βοηθοῦν νὰ ἐμπιστευθοῦμε τὴν Ἀλήθεια ποὺ κηρύσσουν καὶ μεταφέρουν στὸν κόσμο μας.

Ἡ Ἐκκλησία πάντοτε ἦταν πολὺ προσεκτικὴ καὶ διακριτικὴ ἀπέναντι στὴν τάση ἀκαδημαϊκῆς ὑπερανάλυσης καὶ «στεγνῆς» ἐπιστημονικῆς προσέγγισης τῶν ἱερῶν κειμένων, καθὼς βασικὸ στοιχεῖο τῆς παραδόσεώς της εἶναι ὅτι τὰ κείμενα αὐτὰ διαβάζονται καὶ κατανοοῦνται μέσα στὰ πλαίσια τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας, ἐφ᾿ ὅσον ἀπὸ αὐτὴ γράφτηκαν καὶ σὲ αὐτή, πρώτα ἀπὸ ὅλα, ἀπευθύνονται. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἡ προσπάθεια νὰ ἀναλυθοῦν, νὰ ἑρμηνευθοῦν καὶ νὰ προσεγγιστοῦν ἐκτὸς τῶν πνευματικῶν πλαισίων της κρύβει κινδύνους παρανοήσεων καὶ παρερμηνειῶν. Πράγματι, αὐτὸ συνέβη μὲ τὶς αἱρέσεις, οἱ ὁποῖες τὶς περισσότερες φορὲς ξεπήδησαν ἀπὸ ἐσφαλμένες προσεγγίσεις τῶν ἱερῶν κειμένων, πολλὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες προῆλθαν ἀπὸ πιστούς, λαϊκοὺς καὶ κληρικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν μπόρεσαν νὰ καταλάβουν ποιὰ εἶναι ἡ Ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἐπιδόθηκαν σὲ ἀνεπιτυχεῖς προσπάθειες ἀναζήτησής της.

Διαβάζοντας, λοιπόν, τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ στὰ γεγονότα τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου διαπιστώνουμε ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ στοιχεῖα ποὺ συνθέτουν τὸν καμβὰ τοῦ ἔργου εἶναι ὁ χρονικὸς προσδιορισμὸς τοῦ γεγονότος σὲ σχέση μὲ τὴν ἱστορία τοῦ κυρίαρχου κράτους τῆς ἐποχῆς του: τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας.

Οἱ ἀπογραφὲς ἦταν συνηθισμένη πρακτικὴ τῆς ρωμαϊκῆς διοίκησης γιὰ νὰ γνωρίζει τὰ δημογραφικὰ καὶ οἰκονομικὰ δεδομένα τῶν ἐπαρχιῶν της. Γι᾿ αὐτὸ ἀπογραφὲς διενεργοῦνταν σὲ τακτὰ χρονικὰ διαστήματα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν κατάκτηση κάθε νέας περιοχῆς καὶ τὴν ἔνταξή της στὴν Αὐτοκρατορία.

Ἡ Συρία ἐνσωματώθηκε στὴν Αὐτοκρατορία τὸ 64 π.Χ. ἀπὸ τὸν Πομπήιο, ὁ ὁποῖος ἐνεπλάκη δυναμικὰ στὶς ὑποθέσεις τῆς Ἀνατολῆς, κυρίευσε πολλὲς νέες περιοχὲς καὶ δημιούργησε πολλὰ μικρὰ βασίλεια ὑποτελῆ στὴ Ρώμη. Ἡ ἐπαρχία τῆς Συρίας ἦταν μία ἀπὸ τὶς πιὸ σημαντικὲς τῆς Αὐτοκρατορίας, ἀνῆκε στὸν Αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος εἰσέπρατε τὰ ἔσοδα ποὺ προέρχονταν ἀπὸ αὐτὴ καὶ διόριζε λεγάτους, δηλαδὴ ἀντιπροσώπους του, ὡς διοικητές της (legatus Augusti pro praetore).

Pompey_the_Great,_Augustean_copy_of_a_70-60_BC_original,_Venice_Museo_Archeologico_Nazionale_(22205132751)

Ὁ Γάιος Πομπήιος Μάγνος ἦταν μία μεγάλη μορφὴ τῆς Ρώμης. Καθοριστικῆς σημασίας ἦταν τὸ ἔργο του στὴν Ἀνατολή, μὲ τὸ ὁποῖο ἔθεσε τὶς βάσεις γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ ἡ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία. Γεννήθηκε τὸ 106 στὴν Ἰταλία καὶ πέθανε τὸ 48 π.Χ. στὴν Αἴγυπτο, ὅπου κατέφυγε μετὰ τὴν ἥττα του στὰ Φάρσαλα ἀπὸ τὸν Ἰούλιο Καίσαρα, δολοφονημένος ἀπὸ ἀνθρώπους τοῦ Πτολεμαίου τοῦ Γ΄.

Σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατοῦσα ἄποψη ὁ Κυρήνιος ἀρχικὰ ὑπηρέτησε στὴ Συρία ὑπὸ τὶς διαταγὲς ἄλλου διοικητοῦ καὶ τότε πραγματοποίησε, ὡς ὑπεύθυνος, τὴν ἀπογραφὴ ποὺ ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς (γύρω στὸ 6 π.Χ.). Ἀπογραφή, ὡς διοικητὴς καὶ legatus τοῦ Αὐγούστου πλέον, ἔκανε στὴν Ἰουδαία τὸ 6 μ.Χ., μετὰ τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ Ἀρχέλαου (4 π.Χ.-6 μ.Χ.) ποὺ ἦταν γιὸς τοῦ Ἡρώδη τοῦ Μεγάλου. Ἡ ἀπογραφὴ αὐτή, μάλιστα, προκάλεσε σοβαρότατες ἀντιδράσεις ἐκ μέρους τῶν Ἰουδαίων.

Ἀναμφίβολα, σκοπὸς τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ δὲν εἶναι νὰ συγγράψει μία ἱστορία τῆς Συρίας ἢ τῆς Ἰουδαίας. Ἡ ἐνδιαφέρουσα, σημαντικὴ καὶ συχνὴ παράθεση ἱστορικῶν στοιχείων ἐξυπηρετεῖ θεολογικοὺς σκοπούς. Μὲ αὐτὴ θέλει νὰ ὑπογραμμίσει τὴν εἴσοδο τοῦ Θεοῦ στὴν ἱστορία καὶ νὰ τονίσει τὴν παρουσία Του μέσα σὲ αὐτή. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν στὸ εὐαγγέλιο καί, πολὺ περισσότερο, στὶς Πράξεις φροντίζει νὰ σκιαγραφεῖ τὸ ἱστορικὸ πλαίσιο ἐντὸς τοῦ ὁποίου κινήθηκε ἡ φανέρωση τοῦ Θεοῦ.

Γιὰ νὰ κατανοήσουμε αὐτὸ τὸ σχῆμα, ποὺ ἔχει ὡς ἀφετηρία τὴν ἱστορία καὶ κατάληξη τὰ ἔσχατα, ἀρκεῖ νὰ παρατηρήσουμε τὸν τρόπο ποὺ δομεῖται ἡ πορεία τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὴ καταγράφεται στὸ βιβλίο Πράξεις Ἀποστόλων, τὸ ὁποῖο ἂν καὶ ἔχει αὐστηρὴ ἱστορικὴ δομὴ καὶ κινεῖται σὲ πολὺ συγκεκριμένο ἱστορικὸ πλαίσιο δὲν ἐξαντλεῖται σὲ αὐτό. Ἀντιθέτως, τὸ πλαίσιο αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν ἀφετηρία γιὰ νὰ διαπιστώσουμε τὴν ἀσυγκράτητη πορεία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν Ἰερουσαλὴμ μέχρι τὸ κέντρο τοῦ τότε γνωστοῦ κόσμου τὴν πρωτεύουσα τῆς Αὐτοκρατορίας, τὴν ἴδια τὴ Ρώμη. Σὲ κάθε βῆμα αὐτῆς τῆς δυναμικῆς πορείας ψηλαφοῦμε τὴν παρουσία τῆς πρόνοιας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μεταμορφώνει τὰ προβλήματα καὶ τὰ ἐμπόδια, τοὺς διωγμοὺς καὶ τὸν θάνατο σὲ εὐκαιρίες γιὰ ἐξάπλωση τοῦ εὐαγγελίου καὶ ἐνίσχυση τῆς νεόφυτης Ἐκκλησίας.

Εἶναι ἀπολύτως κατανοητό, λοιπόν, τὸ ὅτι ἀρχικὰ ἡ ἑορτὴ τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ δὲν ἑορταζόταν μόνη της, ἀλλὰ στὶς 6 Ἰανουαρίου μαζὶ μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Βαπτίσεως. Ἡ διπλὴ αὐτὴ ἑορτὴ τῆς Ἐπιφανείας τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ τῆς φανέρωσής Του στὸν κόσμο, δίνει τὸ στίγμα τοῦ μηνύματος τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ: ἦρθε γιὰ νὰ μεταμορφώσει, νὰ ἀνακαινίσει τὸν κόσμο μας. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἔλαβε τὴν ἀνθρώπινη σάρκα γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ἐξαγιάσει, καθὼς μετὰ τὴν πτώση εἶχε διαλύσει τὴ σχέση του μὲ τὸν Θεὸ καὶ εἶχε χάσει τὴ θέση του στὸν Παράδεισο.

Αὐτὴ ἡ ζωογόνος παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴν ἱστορία δηλώνεται ἤδη ἀπὸ τὸν 8ο π.Χ. αἰῶνα μὲ τὴν πολὺ γνωστὴ προφητεία τοῦ Ἠσαΐα «Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουὴλ» (Ἠσαΐα 7:14, τὴν παραθέτει καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος 1:23), μὲ τὴν ὁποία δηλώνεται ἡ σαφὴς πρόθεση τοῦ Θεοῦ νὰ εἰσχωρήσει στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία καὶ νὰ λυτρώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴ δουλεία τοῦ θανάτου. Ἡ ἐκπεφρασμένη αὐτὴ πρόθεση τοῦ Θεοῦ δηλώνεται ἐναργῶς μὲ τὸν θεολογικὸ προσδιορισμὸ τοῦ ὀνόματος τοῦ τέκνου τῆς Παρθένου: «ἰμμάνου (= μεθ᾿ ἡμῶν) ἐλ (= ὁ Θεός)», δηλαδὴ «μαζί μας ὁ Θεός», καὶ σὲ ἐξελληνισμένη μορφή, ὅπως μᾶς παραδόθηκε ἀπὸ τοὺς Ἑβδομήκοντα, «Ἐμμανουήλ».

Ἀκριβῶς αὐτὸ ἦρθε νὰ μᾶς προσφέρει ὁ Χριστὸς μὲ τὴ Σάρκωσή Του: νὰ εἶναι δίπλα μας, νὰ μᾶς στηρίξει καὶ νὰ δημιουργήσει τὶς προϋποθέσεις γιὰ νὰ κερδίσουμε καὶ πάλι τὸν Παράδεισο ποὺ χάσαμε κατὰ τὸ παρελθόν.

Μάλιστα, τὸ ὄνομα Ἐμμανουὴλ ἔχει ἐγγραφεῖ στὶς συνειδήσεις μας σὲ πλήρη ἀντιστοιχία μὲ τὸν προσδιορισμὸ «Σωτὴρ» καὶ τὸν προσδιορισμὸ «Χριστὸς» ποὺ μεταφέρουν ἀκριβῶς τὸ ἴδιο μήνυμα: Ὁ Θεὸς Χριστὸς εἶναι μαζί μας γιὰ νὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.

gennisis

Τὸ λεπτὸ σημεῖο σὲ αὐτὴν τὴν κενωτικὴ κίνηση ἀπροϋπόθετης ἀγάπης εἶναι ὅτι γιὰ νὰ λειτουργήσει στὴ ζωή μας καὶ νὰ μᾶς προσφέρει τὴ σωτηρία εἶναι ἀπαραίτητη καὶ ἡ δική μας συνδρομή. Ὁ Χριστὸς μᾶς προσφέρει μία δυνατότητα, χωρὶς νὰ μᾶς ἐκβιάζει, ἀλλὰ μᾶς βοηθᾶ νὰ ἐνεργοποιήσουμε τὴν ἐλευθερία μὲ τὴν ὁποία μᾶς προίκισε ἤδη ἀπὸ τὴ δημιουργία μας.

Γι᾿ αὐτὸ στὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας δὲν χωρᾶ πουθενὰ καὶ δὲν ταιριάζει ποτὲ ἡ ἀπαισιοδοξία, ἡ ὁποία μακριὰ ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ τσακίζει τὴ ζωή μας. Ὁ κόσμος μας, ὅπως ἐξαγιάζεται μὲ τὰ Μυστήρια, πορεύεται πρὸς τὴ σωτηρία.

Γι᾿ αὐτὸ στὸν πνευματικὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἁρμόζουν σχόλια τοῦ τύπου «ἄδειασαν οἱ Ἐκκλησίες …», «στὴν ἐποχή μας οἱ νέοι δὲν πᾶνε στὴν Ἐκκλησία…» καὶ τὰ συναφῆ. Ἡ Ἐκκλησία διαρκῶς σώζει τὸν κόσμο μας. Ὅποιος συνδέεται μέ αὐτὴ σώζεται, οἱ ὑπόλοιποι κάνοντας χρήση τῆς ἐλευθερίας, τοῦ μεγαλύτερου δώρου ποὺ μᾶς προσέφερε ὁ Θεός, στεροῦν ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους αὐτὴ τὴ σπουδαία δυνατότητα καὶ πορεύονται τὴ ζωή τους κατὰ τὶς ἐπιλογές τους. Ἡ σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου, ὅμως, ἔχει δημιουργήσει ἕνα προηγούμενο ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξει οὔτε ἀπὸ τὴ δική μας ἀπιστία, οὔτε ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴ φιλαυτία μας.

August_Labicana_Massimo_Inv56230

Ὁ Ὀκταβιανὸς Αὔγουστος μὲ τὰ ἔνδύματα τοῦ Pontifex Maximus τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ρωμαϊκῆς κρατικῆς λατρείας.

Ζώντας στήν ἀποστολική ἐποχή (4ο μέρος) Ἀποστολική Ἐκκλησία: ἦταν ὅλα ἰδανικά;

Ετικέτες

, , , , , , , , , ,

Ἡ σημερινή ἀνάρτηση εἶναι τό τέταρτο καί τελευταῖο μέρος τοῦ εὐρύτερου θέματος «Ἡ ζωή στήν ἀποστολική ἐποχή», μέ τό ὁποῖο εὐελπιστοῦμε νά συμβάλουμε στήν κατανόηση τῆς τότε ζωῆς καί καθημερινότητας, ἄλλα καί πτυχῶν τῶν πρώτων χρόνων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ πρώτη ἀνάρτηση ἦταν εἰσαγωγική, ἡ δεύτερη ἀναφέρθηκε σέ διαφορές στήν καθημερινότητα, τότε καί τώρα, καί ἡ τρίτη σέ διαφορές στήν ἐκκλησιαστική ζωή καί λατρεία.

Μέ τό σημερινό κείμενο θά δοῦμε ἐπιλεκτικά καί πολύ σύντομα κάποια σημεῖα ἐντάσεων, μικρά προβλήματα καί δυσκολίες πού ὑπῆρχαν καί ἀποδίδουν μέ ἀκρίβεια τήν πραγματική, καί ὄχι ὡραιοποιημένη, εἰκόνα ἑνός ζωντανοῦ ὀργανισμοῦ πού ἔκανε τά πρῶτα του βήματα στόν σκληρό ἐλληνιστικό-ἑλληνορωμαϊκό κόσμο.

Ἤδη ἀπό τήν ἐποχή πού ὁ Χριστός ἦταν μαζί μέ τούς δώδεκα Ἀποστόλους ὑπῆρχαν προβλήματα καί ἀστοχίες τῶν μαθητῶν πού οἱ εὐαγγελιστές, δίχως δισταγμό, παρουσιάζουν στά κείμενά τους.

Δειγματοληπτικά μποροῦμε νά ἀναφέρουμε τήν τριπλή ἄρνηση τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου ὅταν ὁ Διδάσκαλος ἦταν μόνος, ἀπροστάτευτος, ἐξουθενωμένος καί βάδιζε πρός τό μαρτύριο (Ματθ. 26:69-75 καί τά παράλληλα χωρία), τήν προδοσία τοῦ Ἰούδα, ἑνός ἐκ τῶν Δώδεκα (Λουκᾶ κεφάλαιο 22), ὁ ὁποῖος εἶχε ζήσει τόν Κύριο ἀπό κοντά, εἶχε δεῖ καί ἀκούσει πολλά καί σημαντικά, χωρίς ὅμως νά τόν ἀποτρέψουν ἀπό τήν προδοσία… Αὐτά ἴσως εἶναι τά πιό σημαντικά, ἀλλά τά συνοδεύουν καί μιά σειρά ἄλλα ὅπως ἡ ἀδυναμία τοῦ Πέτρου καί τῶν ἄλλων μαθητῶν νά μείνουν ξάγρυπνοι κατά τήν ἀγωνιώδη προσευχή τοῦ Κυρίου στή Γεθσημανή, λίγες στιγμές πρίν ἀπό τή σύλληψή του (Μαρκ. 14:32-42), τήν ἀδυναμία τους νά θεραπεύσουν ἀσθενεῖς (Μαρκ. 9:14-29), τίς διαφωνίες ἀνάμεσα στούς μαθητές γιά τό πρωτεῖο στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν μέ τήν ἐμπλοκή τῆς μητέρας τοῦ Ἰακώβου καί τοῦ Ἰωάννου (Ματθ. 20:20-23), τήν ἀγανάκτηση τῶν ἄλλων μαθητῶν μπροστά σέ αὐτές τίς ἀπαιτήσεις (Ματθ. 20:24-28, Λουκ. 22:24-27) κ.λπ.

Μυστικός_Δείπνος_του_Duccio

Αὐτά τά περιστατικά, καί ὅποια ἄλλα συναφῆ ὑπάρχουν, δέν ἀπαλείφθηκαν ἀπό τήν Καινή Διαθήκη, ἀκόμη καί ἄν κάποιος μποροῦσε νά θεωρήσει ὅτι ἐκφράζουν ἀποτυχίες στό ἔργο τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ Ἐκκλησία, ἀπό τήν πρώτη στιγμή, ἀντελήφθη ὅτι τό ἔργο αὐτό δέν παραμερίζει τά προσωπικά χαρακτηριστικά κάθε ἀνθρώπου, δέν διαγράφει τίς ἀδυναμίες του, δέν ἀκυρώνει τά λάθη του. Ἀντιθέτως! Ὁ καθένας μας πορεύεται μέ αὐτά προσπαθώντας νά τά ὑπερβεῖ!

Τήν ἴδια ἀκριβῶς στάση ἀκολούθησε ἡ Ἐκκλησία, ἤδη ἀπό τήν Ἀποστολική Ἐποχή.

Τό σημαντικότερο ἀπό τά κάπως ἄβολα, θά μπορούσαμε νά ποῦμε, περιστατικά εἶναι ἡ ἀντιπαράθεση τοῦ ἀπ. Παύλου μέ τόν ἀπ. Πέτρο στήν Ἀντιόχεια πού συνέβη λίγο μετά τήν Ἀποστολική Σύνοδο (Γαλ. 2:11-14). Σύμφωνα μέ τήν περιγραφή ὁ ἀπ. Πέτρος παρασύρθηκε καί, ἀκολουθώντας τίς διατάξεις τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, ζήτησε οἱ ἐξ ἐθνῶν χριστιανοί νά τρῶνε σέ χωριστά τραπέζια ἀπό τούς ἐξ Ἰουδαίων πιστούς. Ὁ ἀπ. Παῦλος, μόλις τό ἀντελήφθη, ἀντέδρασε πολύ δυναμικά τονίζοντας ὅτι ἡ στάση τοῦ ἀπ. Πέτρου ὁδηγεῖ σέ ἀλλοίωση τῆς «ἀλήθειας τοῦ εὐαγγελίου». Ἡ ἱστορία δικαίωσε τόν ἀπ. Παῦλο, καθώς ἡ πρακτική τοῦ διαχωρισμοῦ τῶν πιστῶν δέν υἱοθετήθηκε, ἀλλά καί τόν ἀπ. Πέτρο, ὁ ὁποῖος, ἀντιλαμβανόμενος τήν ὀρθότητα τοῦ ἐλέγχου τοῦ ἀπ. Παύλου, ἄλλαξε στάση, μέ διάκριση καί πλήρη ἀπουσία ἐγωισμοῦ, καί διέσωσε τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἀνεξαρτησία της ἀπό τόν ἰουδαϊσμό.

Τό δεύτερο γνωστό «ἐνοχλητικό» περιστατικό εἶναι ὁ «παροξυσμός» ἀνάμεσα στόν ἀπ. Παῦλο καί στόν ἀπ. Βαρνάβα σχετικά μέ τό ἄν θά ἔπαιρναν μαζί τους στή δεύτερη ἀποστολική τους περιοδεία τόν Ἰωάννη Μᾶρκο (Πρ. 15:37-41). Ὁ ἀπ. Παῦλος προέβαλε ἐνστάσεις καί, τελικά, οἱ δύο ἀπόστολοι ἀκολούθησαν ξεχωριστούς δρόμους: ὁ μέν Βαρνάβας μαζί μέ τόν Ἰωάννη Μᾶρκο, ὁ δέ Παῦλος μέ τόν Σίλα.

Προβλήματα ὑπῆρξαν καί πρό τῆς μεταστροφῆς τοῦ ἀπ. Παύλου στήν Ἐκκλησία τῆς Ἰερουσαλήμ, ὅταν οἱ ἑλληνιστές Ἰουδαῖοι χριστιανοί διαμαρτυρήθηκαν ἔντονα ὅτι οἱ χῆρες τους δέν ἐλάμβαναν τήν προσοχή καί τή φροντίδα πού τούς ἄξιζε (Πρ. 6:1-7). Τό ζήτημα αὐτό πού ἦταν καθαρά πρακτικό, ἀλλά ταυτόχρονα ἔκρυβε καί μία ὑποβόσκουσα ἀντιπαλότητα, ἤ ἔστω ἀδυναμίες στήν ὀργάνωση, ἀντιμετωπίστηκε ἄμεσα μέ τήν ἐκλογή τῶν ἑπτά διακόνων. Ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι οἱ διάκονοι ἀνῆκαν στίς τάξεις τῶν ἑλληνιστῶν γεγονός πού δείχνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία, καί ἰδιαιτέρως οἱ Δώδεκα Ἀπόστολοι, προτίμησαν νά ἀποφύγουν νά ἀναμείξουν τούς πρώην ἑλληνιστές καί τούς ἐξ Ἰουδαίων χριστιανούς, καθώς φαίνεται ὅτι ὑπῆρχε μία ἤπια ἔνταση καί ἴσως ἀμοιβαία δυσπιστία.

Δέν πρέπει νά λησμονοῦμε ὅτι οἱ Ἀπόστολοι ἔνιωθαν ἔντονο φόβο γιά τόν πρώην διώκτη Σαῦλο μέ ἀποτέλεσμα νά μήν τολμοῦν νά ἐπικοινωνήσουν μαζί του, ἀλλά νά χρειαστεῖ νά τόν ὁδηγήσει πρός αὐτούς ὁ ἀπ. Βαρνάβας, ὥστε νά τόν γνωρίσουν, νά διαπιστώσουν μέ τά μάτια τους τήν αὐθεντικότητα τῆς μεταστροφῆς του καί νά μπορέσουν, ἐν τέλει, νά τόν ἐμπιστευθοῦν (Πρ. 9:26-28).

Τά δύο τελευταῖα περιστατικά παρουσιάζουν μία πολύ εἰλικρινῆ καί ἀληθινή εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας: οἱ χριστιανοί ἦταν βαπτισμένοι, ἀναγεννημένοι ἐν Χριστῷ, ἀλλά ταυτόχρονα οἱ ἀνθρώπινες συμπάθειες καί ἀντιπάθειες ἤ ὁ φόβος γιά τόν ἐχθρό, τόν πρό ὀλίγου διώκτη, δέν ἦταν δυνατό νά «κοποῦν μέ τό μαχαίρι».

Οἱ ἀπόστολοι στήν περίπτωση τοῦ γογγυσμοῦ τῶν ἑλληνιστῶν ἀπέφυγαν μέ τή στάση τους τή σύγκρουση, τοποθέτησαν τούς διακόνους καί ἄφησαν τόν χρόνο νά λειτουργήσει εὐεργετικά πρός ὄφελος τῆς ἀμοιβαίας γνωριμίας καί ἑνότητας. Εὔκολα φαντάζεται κανείς πόσο σημαντικές ἦταν αὐτές οἱ ἀποφάσεις, στό περιβάλλον τῆς ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὅταν, ὅπως ἤδη ἔχουμε ἀναφέρει, δέν εἶχαν διαμορφωθεῖ πλήρως οὔτε τά θεσμικά ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας οὔτε τό σῶμα τοῦ κλήρου οὔτε ἡ λατρεία. Τό γεῦμα ἀποτελοῦσε τόν κύριο τόπο συνάντησης καί ἐπικοινωνίας τῶν πιστῶν. Γι᾿ αὐτό δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι καί στήν Ἀντιόχεια κατά τή διαφωνία Πέτρου καί Παύλου τό πρόβλημα προέκυψε καί πάλι γύρω ἀπό τή διαδικασία τῶν γευμάτων. Μάλιστα, εἶναι σαφές ὅτι ὁ ἀπ. Παῦλος, ἐξ ἀρχῆς, τό ἀντιμετώπισε ὡς θέμα οὐσίας καί ὄχι ὡς μία συνήθεια κατά τήν ὁποία ἀλλοῦ (π.χ. στήν Ἰερουσαλήμ ἤ σέ περιοχές μέ αὐξημένο ἰουδαϊκό πληθυσμό) μποροῦσαν νά τηροῦν τόν Μωσαϊκό Νόμο καί ἀλλοῦ (π.χ. στήν Ἀντιόχεια ἤ στίς περιοχές μέ ἐθνικό πληθυσμό) νά τόν παρακάμπτουν. Αὐτή ἦταν καί ἡ διαφορά του μέ τόν ἀπ. Πέτρο, ὁ ὁποῖος ὑποχώρησε γιά νά ἀποφευχθεῖ τό πρόβλημα, ἀλλά μέ αὐτή του τή στάση παρ᾿ ὀλίγον νά δημιουργηθεῖ προηγούμενο καί τελικά νά συρθεῖ ἡ Ἐκκλησία στήν τήρηση τοῦ Νόμου παρά τή σαφέστατη διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ γιά ὑπέρβασή του.

Τά προβλήματα αὐτά, πού μέ τήν πάροδο τῶν ἐτῶν ἔγιναν λιγότερο ἔντονα, ἀπαιτοῦσαν χρόνο καί καλή διάθεση ἐκ μέρους τῶν χριστιανῶν γιά νά ξεπεραστοῦν. Πολλά ἀπό αὐτά δέ ἐπιβιώνουν, παραλλαγμένα ἤ ὄχι, μέχρι τίς μέρες μας.

Ἡ γνωριμία τῶν διαφορετικῆς προελεύσεως πιστῶν, ἡ ζύμωση μέσα στόν πνευματικό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ἡ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου, ἡ ὑπακοή στό κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων καί ἡ προσήλωση στήν «ἀλήθειαν τοῦ Εὐαγγελίου» δημιούργησαν τίς κατάλληλες συνθῆκες γιά νά παραμεριστοῦν οἱ ἀντιθέσεις καί νά προχωρήσει ἡ Ἐκκλησία.

Εἶναι πολύ σημαντικό ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική παράδοση, ὅπως καί ἐάν ἐκφράζεται, ἐπέλεξε συνειδητά νά περιλάβει αὐτά τά θέματα στό ὑλικό πού ἔφτασε σέ μας. Ἡ ἐπιλογή αὐτή, πού δέν εἶναι ἀπόφαση κάποιου συγγραφέα ἤ μιᾶς ὁμάδας ἀνθρώπων, ἀλλά ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας δείχνει ὅτι τελικά, καί αὐτά, συμβάλουν στή διαμόρφωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτοσυνειδησίας. Ἡ Ἐκκλησία δέν φοβᾶται μήπως «κακοχαρακτηριστεῖ» ἀπό τέτοιου εἴδους περιστατικά πού φανερώνουν τή ζωντάνια της καί τήν προσπάθειά της νά προχωρήσει μέσα στό ἱστορικό γίγνεσθαι.

Στήν Καινή Διαθήκη ἐντοπίζονται καί ἄλλα «δύσκολα» περιστατικά, ὅπως ἡ ἀπόφαση τοῦ συνεργάτη τοῦ ἀπ. Παύλου, Δημᾶ (Κολ. 4:14, Φιλήμ. 1:24), νά τόν ἐγκαταλείψει «ἀγαπήσας τόν νῦν αἰῶνα» καί νά πορευτεῖ στή Θεσσαλονίκη (Β΄ Τιμ. 4:10). Ἀπό τήν ἄλλη ὁ ἀπ. Παῦλος, πού ὅταν γράφει τήν Β΄ πρός Τιμόθεον ἐπιστολή του εἶναι λίγο πρίν τό τέλος, ζητᾶ ἀπό τόν ἀπ. Τιμόθεο νά τόν ἐπισκεφθεῖ μαζί μέ τόν «εὔχρηστο εἰς διακονίαν» ἀπ. Μᾶρκο (προφανῶς ὁ Ἰωάννης Μᾶρκος τῶν Πράξεων), ὁ ὁποῖος ἐν τέλει, σχεδόν εἴκοσι χρόνια μετά τόν «παροξυσμό» Βαρνάβα καί Παύλου γιά χάρη του, κέρδισε τήν ἐμπιστοσύνη τοῦ ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν.

Ἄλλα θλιβερά, ἀλλά ἀναπόφευκτα, περιστατικά εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ ἐκ συγγενείας αἱμομείκτη τῆς Κορίνθου, ὁ ὁποῖος εἶχε συνάψει σχέσεις μέ τή γυναῖκα τοῦ πατέρα του (Α΄ Κορ. 5:1 κ.ἕ.). Χαρακτηρίζω τό περιστατικό «ἀναπόφευκτο» ὑπό τήν ἔννοια ὅτι στήν ἑλληνιστική καί στή ρωμαϊκή κοινωνική ἠθική τέτοιες περιπτώσεις, ἤ ἀκόμη καί κανονικῆς αἱμομειξίας, δέν ἦταν σπάνιες (ὅπως οἱ περιπτώσεις βασιλέων τοῦ οἴκου τῶν Πτολεμαίων, πού κατά τήν αἰγυπτιακή πρακτική ἀνέβαζαν στόν θρόνο, ὡς συζύγους τους καί βασίλισσες τίς ἀδελφές τους). Βέβαια, ὁ ἀπόστολος τονίζει ὅτι τέτοια διαφθορά «οὐδέ ἐν τοῖς ἔθνεσιν», ἀλλά ἴσως ὁ αἱμομείκτης, ζώντας στήν Κόρινθο πού ἦταν διαβόητη γιά τή χαλαρότητα τῶν ἠθῶν, θεώρησε ὅτι ἐπιτρεπόταν νά τό κάνει. Ἴσως, μάλιστα, εἶχε προχωρήσει σέ αὐτή τήν ἀνάρμοστη σχέση πρό τῆς εἰσόδου του στήν Ἐκκλησία, ἴσως μετενόησε καί τήν ἐγκατέλειψε πρός στιγμήν, ἀλλά τελικά ἐπανῆλθε. Εἶναι πιθανό νά ἔπαιξε ρόλο τό ὅτι, καθώς τό βάπτισμα γινόταν σέ μεγάλη ἡλικία, γιά ἕναν ἐνήλικα πού εἶχε ἀποκτήσει κάποιες συνήθειες, καί εἶχε ζήσει μέ αὐτές, ἦταν πολύ δύσκολο νά τίς ἐγκαταλείψει καί νά συμμορφωθεῖ μέ τήν ἠθική τοῦ Εὐαγγελίου.

Χαρακτηριστικό τῶν προβλημάτων τῆς νεόφυτης Ἐκκλησίας εἶναι τό περιστατικό μέ τό ψεῦδος τοῦ Ἀνανία καί τῆς Σαπφείρας, πού, χωρίς κανείς νά τούς ὑποχρεώσει νά παραδώσουν τά χρήματα στούς ἀποστόλους, εἶπαν ψέματα γιά τό ποσό πού ἔλαβαν ἀπό τήν πώληση κτήματός τους καί τίς φοβερές συνέπεις πού αὐτό τό ψέμα ἐπέσυρε, καθώς ἀμέσως πέθαναν (Πρ. 5:1-11). Ὁ εὐαγγ. Λουκᾶς κατέγραψε καί αὐτό τό συμβάν ἄν καί θά μποροῦσε νά δημιουργήσει φόβο ἀπέναντι στήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία παρουσιάζει στόν κόσμο πάντοτε τήν ἀλήθεια, ἀκόμη καί ἄν αὐτή ἐνοχλεῖ.

Μία ἄλλη «ἐνοχλητική» περίπτωση εἶναι αὐτή πού ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης στήν τρίτη ἐπιστολή του: «ὁ φιλοπρωτεύων Διοτρεφής οὐκ ἐπιδέχεται ἡμᾶς» (Γ΄ Ἰω. 1:9). Ἀπό αὐτά πού γράφει στή συνέχεια εὔκολα διαπιστώνουμε ὅτι μέ τή διδασκαλία του ἔκανε μεγάλη ζημιά στίς τάξεις τῶν πιστῶν. Ἀνάλογη ζημιά ἔκαναν καί αὐτοί πού προκαλοῦσαν σχίσματα στήν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου (Α΄ Κορ. 1:10-17) καί τήν διασποῦσαν σέ ὁμάδες μέ διάφορους ἀρχηγούς, ὅπως καί αὐτοί πού κατηγοροῦσαν τούς κορυφαίους ἀποστόλους Πέτρο καί Παῦλο νά μήν ἔχουν μαζί τους χριστιανή γυναῖκα ὡς σύζυγο ἤ ὅτι ὁ ἀπ. Παῦλος καί ὁ ἀπ. Βαρνάβας ἦταν οἱ μόνοι πού κατά τήν ἱεραποστολική δράση δέν εἶχαν τό δικαίωμα νά ζοῦν δίχως νά ἐργάζονται συνεχῶς (Α΄ Κορ. 9:4-12).

Ὅλα αὐτά τά περιστατικά κρύβουν δυσάρεστες ἀλλά ἀναμενόμενες καταστάσεις καί ἔχουν τήν ἀξία τους. Ἡ Καινή Διαθήκη μᾶς βοηθᾶ νά πατᾶμε στά πόδια μας καί νά μήν ἔχουμε αὐτό πού καμμιά φορά λέμε «ἀγγελικό σύνδρομο»: ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὡς κεφαλή τόν Χριστό ἀλλά συγκροτεῖται ἀπό ἀνθρώπους καί ἡ πνευματική ζωή δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀνέπαφη καί ἀνεπηρέαστη ἀπό τά στοιχεῖα πού ταλαιπωροῦν τόν ἄνθρωπο μετά τήν Πτώση.

Οἱ Δώδεκα φοβοῦνται ἕναν ἄλλο ἀπόστολο, δύο Ἀπόστολοι διαφωνοῦν γιά ἕνα σημαντικό ζήτημα, δύο πιστοί πού ξεκινοῦν μέ τήν πρόθεση νά βοηθήσουν τόν συνάνθρωπο καταλήγουν νεκροί ἐπειδή ἐκπειράζουν τό Ἅγιο Πνεῦμα. Καυγάδες γιά τό ποιός θά ἐπικρατήσει, ἔντονες διαφωνίες γιά τούς συνεργάτες, ἀπομακρύνσεις στελεχῶν, παραθεώρηση χηρῶν ἐπειδή δέν ἀνῆκαν στήν ἴδια ὁμάδα κ.ἄ.

Κι ὅμως ὅλα αὐτά δέν μειώνουν τήν σπουδαιότητα τῆς Ἐκκλησίας καί δέν ἀκυρώνουν τήν προσφορά της στόν κόσμο μας! Ἀντιθέτως, μᾶς πείθουν μέ τόν πλέον εἰλικρινῆ καί σαφῆ τρόπο ὅτι μποροῦμε νά ἐμπιστευθοῦμε τή ζωή μέσα στήν Ἐκκλησία, παρά τά προβλήματα καί τίς, δικές μας καί τῶν ἄλλων, ἀδυναμίες! Τελικά, φαίνεται ὅτι μέσα ἀπό τίς ἀδυναμίες αὐτές θά μπορέσουμε νά ξεπεράσουμε τά λάθη καί τά σφάλματά μας καί νά σωθοῦμε.

Πολλές φορές ἀναρωτιέμαι πῶς θά νιώθαμε ἐάν ἡ Ἁγία Γραφή διέσωζε μία ἰδανική, εἰδυλλιακή, ἀψεγάδιαστη καί ἰδεώδη εἰκόνα γιά τήν Ἐκκλησία τῶν Ἀποστολικῶν χρόνων. Θά τολμούσαμε ἄραγε νά ἀρχίσουμε τόν ἀγῶνα μας γιά τή σωτηρία ἤ θά καταθέταμε τά ὅπλα πρίν ἀκόμη ξεκινήσουμε; Θά εἴχαμε τό κουράγιο νά προσπαθήσουμε; Μία ἀλάνθαστη ἐκκλησιαστική κοινότητα θά ἔδειχνε ὅτι δέν ἔχει ἀνάγκη τή Χάρι τοῦ Κυρίου καί τήν ἀνακαινιστική δράση τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας! Ἀντιθέτως, ἀπορρίπτοντας κάθε βοήθεια, θά προχωροῦσε τραγικά ἔρημη, μόνη, ἐγωιστικά ἀπομονωμένη στήν τελειότητά της καί οὐσιαστικά ἀνίκανη νά σώσει τόν ἄνθρωπο.

Υπάρχει εκκλησιαστική ενότητα δίχως οικουμενική συνείδηση;

Ετικέτες

, , , , , , , , ,

Το κείμενο που ακολουθεί για να γίνει κατανοητό προϋποθέτει την ανάγνωση του παλαιοτέρου κειμένου μας με τίτλο «Η οικουμενικότητα του κηρύγματος του αποστόλου Παύλου». Το σημερινό κείμενο που ουσιαστικά αποτελεί την, μετά από τρία και μισό χρόνια, συνέχειά του γεννήθηκε από σχόλια και συζητήσεις που διαβάσαμε τις τελευταίες ημέρες με αφορμή το Ουκρανικό ζήτημα και άλλα συναφή που, αμέσως ή εμμέσως, συνδέονται με αυτό.

Α ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

Η Α᾿ Οικουμενική Σύνοδος που συνεκλήθη το 325 μ.Χ. στη Νίκαια

 

Ξεκινώντας, λοιπόν, από την βαθιά πεποίθηση και την ακλόνητη βεβαιότητα για την οικουμενικότητα τού κηρύγματος τού Χριστού ο απόστολος Παύλος, παρά την συγκεκριμένη εθνική καταγωγή του, για την οποία ήταν άκρως υπερήφανος, παρά την επί σειρά ετών εκπαίδευσή του στον Νόμο και παρά την πεποίθησή του ότι ο Νόμος αποτελούσε τη σωτηρία των Ιουδαίων στις ιεραποστολικές του εξορμήσεις και στο κήρυγμά του περιέλαβε όλους τους λαούς της αχανούς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και έθεσε τον εαυτό του, χωρίς δισταγμό στην υπηρεσία Ελλήνων και Ιουδαίων, εθνικών και περιούσιου λαού στοχεύοντας σε μία οικουμενικότητα, η οποία δεν άφησε κανέναν εκτός και γι’ αυτό μεταμόρφωσε τον κόσμο.

Απλοποιώντας τα πράγματα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο απ. Παύλος από πιστός «εθνικιστής» Ιουδαίος (ως όφειλε και ως εθεωρείτο ορθό στους ιουδαϊκούς κύκλους) με την κλήση του από τον Χριστό μετεστράφη και σε αυτόν τον τομέα —πώς θα ήταν δυνατό να μην συμβεί κάτι τέτοιο άλλωστε— και απετέλεσε τον ιδανικό και ανυποχώρητο κήρυκα της οικουμενικότητας του ευαγγελικού λόγου.

Σήμερα, δύο χιλιάδες χρόνια μετά, η οικουμενικότητα αυτή, την οποία κήρυξε και για την οποία εργάστηκε εντατικά για τριάντα πέντε περίπου χρόνια ο απ. Παύλος, όπως και οι άλλοι απόστολοι, οργώνοντας με κάθε μέσον και κάθε κόστος, απ᾿ άκρου εις άκρον, την Οικουμένη και θεμελιώνοντας μία πραγματικά Οικουμενική Εκκλησία,  παραμένει ζητούμενο.

Το ερώτημα που μας απασχολεί σε αυτή την ανάρτηση είναι εάν η οικουμενικότητα του Ευαγγελίου έχει πάρει τη θέση που απαιτείται στη συνείδηση των κατά τόπους Εκκλησιών ή εάν, ακόμη και σήμερα, παραμένει ζητούμενο και πάγιο αίτημα κάθε πιστού που αντιλαμβάνεται τη μοναδικότητα της θέσεώς του μέσα στο σώμα της Εκκλησίας και τη δυνατότητα της Οικουμενικής Εκκλησίας να μεταμορφώσει τον κόσμο.

Δυστυχώς, παρακολουθώντας κείμενα και δηλώσεις ποιμένων και στελεχών των κατά τόπους Εκκλησιών, με έκπληξη και λύπη διαπιστώνουμε ότι σε μεγάλο βαθμό, προφανώς μεγαλύτερο από όσο έπραττε ο απ. Παύλος και οι άλλοι απόστολοι, σκέφτονται και λειτουργούν περισσότερο εθνικά, όντες φορείς ενός ιδιότυπου καταστροφικού επαρχιωτισμού, που θέτει τα όρια του ενδιαφέροντος και του κόσμου τους «όσο φτάνει η αυλή τους», με μία τάση έντονης εσωστρέφειας ώστε να προστατεύσουν και να περιχαρακώσουν, όσα εγωιστικά και μικρονοϊκά θεωρούν κεκτημένα και δεδομένα.

Κι όσο διαβάζει κανείς σκέψεις, δηλώσεις, σχόλια, παρατηρήσεις και προτάσεις τους τόσο σαφέστερα διαπιστώνει ότι δεν θέλουν να διαφυλάξουν την οικουμενικότητα που παρέλαβαν από τον Απόστολο των Εθνών. Δεν μπορούν να βαστάξουν το βάρος της και δεν επιθυμούν να υποστούν όσα ο απ. Παύλος υπέστη από τους συμπατριώτες του στο όνομα της αταλάντευτης πορείας του προς τη διδασκαλία, από όπου κι αν πέρασε, αυτού του αστείρευτου ευαγγελικού οικουμενικού πνεύματος.

Διαπιστώνει ότι δεν έχουν το σθένος του απ. Παύλου, ο οποίος, όπως διαβάζουμε στο Γαλάτας 2:11-14, δεν δίστασε να ελέγξει ενώπιον όλων τον απ. Πέτρο όταν αντελήφθη ότι παραγκώνιζε την αλήθεια του ευαγγελίου και μαζί με αυτή την οικουμενικότητα του κηρύγματος του Κυρίου.

 

DSC0041

Η εικόνα των δύο αποστόλων Πέτρου και Παύλου εκφράζει άριστα την ενότητα και το οικουμενικό πνεύμα της Εκκλησίας

 

Διαπιστώνει ότι δεν έχουν την ταπείνωση και το μεγαλείο του απ. Πέτρου, ο οποίος, μόλις διαπίστωσε ότι έσφαλλε στην περίπτωση που αναφέρεται στο Γαλάτας 2:11-14, υιοθετώντας, κακώς, τις νομικές δεσμεύσεις που ήδη είχε παραμερίσει η Αποστολική Σύνοδος, μη θέτοντας στους ώμους τους Χριστιανών περιττά βάρη, άλλαξε στάση, συντάχθηκε με τον απ. Παύλο, ως εμμέσως συμπεραίνουμε από την ίδια την Καινή Διαθήκη και την παράδοση της Εκκλησίας, διασώζοντας την ενότητα της Εκκλησίας.

Με τη στάση των δύο κορυφαίων απόστολων αντιλαμβανόμαστε ότι βάση και κριτήριο της ενότητας της Εκκλησίας αποδεικνύεται η οικουμενική συνείδησή της, η οποία αποτελεί μία ιδιαιτέρως σημαντική παράμετρο της ευαγγελικής αλήθειας.

Και στο σημείο αυτό, για να είμαστε τίμιοι με τον εαυτό μας, οφείλουμε να θέσουμε το ερώτημα: από όσες δηλώσεις, προτάσεις, απειλές και σκέψεις διαβάσαμε αυτές τις ημέρες (και όχι μόνο) από όλους τους, αμέσως ή εμμέσως, εμπλεκομένους στο ουκρανικό ζήτημα ποιες στρέφονται προς την κατεύθυνση της αποδοχής και της ενισχύσεως τού αναμφιβόλως οικουμενικού χαρακτήρα της Εκκλησίας και ποιες κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση;

Στην πραγματικότητα το ερώτημα είναι ρητορικό και δεν θα έπρεπε καν να τεθεί. Εύκολα μπορεί να το απαντήσει κάποιος που έχει περιηγηθεί στο διαδίκτυο και έχει διαβάσει λίγα από αυτά που έχουν δημοσιευθεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.

1024px-Byzantine_Constantinople-el.svg

Χάρτης της Βυζαντινής Κωνσταντινουπόλεως (By Byzantine Constantinople-en.svg: Cplakidasderivative work: Furfurtranslation to el and small changes Gts-tg – This file was derived from: Byzantine Constantinople-de.svg:, CC BY 3.0, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=48527269)

 

Αυτά χωρίζονται σε δύο ομάδες: όσα στρέφονται κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου και κατά της Οικουμενικότητας τής Εκκλησίας και σε όσα συντάσσονται με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο και στην εποχή μας, στη δύσκολη εποχή της παγκοσμιοποιήσεως, κομίζει και διαφυλάσσει την έννοια της Οικουμενικότητας, η οποία είναι σύμφυτη με τη διδασκαλία της Εκκλησίας και το κήρυγμα του Χριστού.

Δεν είναι τυχαίο νομίζω ότι ο τίτλος Οικουμενικός εδόθη από πολύ νωρίς στον Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης, όχι γιατί έχει υπό την πνευματική του ευθύνη ολόκληρη την υπό τον ήλιον γη, καθώς από τους πρώτους αιώνες καθιερώθηκε ο θεσμός της Πενταρχίας των Πατριαρχών (Ρώμης, Νέας Ρώμης/Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων), οι οποίοι είχαν και έχουν υπό την πνευματική τους ευθύνη τμήματα του τότε γνωστού κόσμου, αλλά διότι με την έντονη ιεραποστολική δράση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και την ευρύτητα πνεύματος που το διακατείχε κατόρθωσε να γνωρίσει την Εκκλησία στα πέρατα της Οικουμένης και να κάνει Χριστιανούς τους πρώην εχθρούς και διώκτες χωρίς να τους κρίνει βάσει της εθνικής καταγωγής τους.

Αυτό το οικουμενικό ιεραποστολικό πνεύμα, φορείς του οποίου ήταν οι απόστολοι, διασώζεται στην Εκκλησία, στο σύνολό της, και εκφράζεται, με όποιες ανθρώπινες αδυναμίες κι αν υπάρχουν, από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και σήμερα και θα συνεχίσει να εκφράζεται και στο μέλλον.

Δεν είναι τυχαίο ότι το ίδιο το συνοδικό σύστημα της Εκκλησίας παρεχώρησε στον Επίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως και Οικουμενικό Πατριάρχη το μοναδικό σε ολόκληρη την Ορθοδοξία δικαίωμα να εκχωρεί το Αυτοκέφαλο και, βέβαια, την υποχρέωση του «εκκλήτου», δηλαδή να δέχεται και να κρίνει προσφυγές που απευθύνονται προς αυτόν. Κι αυτά έγιναν όχι γιατί οι Οικουμενικοί Πατριάρχες ήταν ικανότεροι ή πιο μορφωμένοι από τους άλλους Πατριάρχες ή γνώριζαν καλύτερα τους κανόνες. Η Εκκλησία που τους ανέθεσε αυτή την υποχρέωση είχε συνείδηση ότι ήταν φορείς του οικουμενικού της πνεύματος που θεμελιώθηκε από τον Κύριο και τους αποστόλους.

Σε αυτό το οικουμενικό πνεύμα προσβλέπει ο κόσμος μας για να προστατευθεί από τους κάθε λογής διασπαστικούς εθνικισμούς και να αντιμετωπίσει την παγκοσμιοποίηση που μεταβάλλει την καθημερινότητά μας προς το χειρότερο. Και, μάλιστα, κι εδώ εντοπίζεται μία από τις πλέον τραγικές παραμέτρους του ζητήματος, όταν το Οικουμενικό Πατριαρχείο για να διαφυλάξει την οικουμενικότητα και την κανονικότητα και να προστατεύσει έναν λαό από έξωθεν παρεμβάσεις αναγκάζεται να παραχωρήσει Αυτοκέφαλο κόβοντας ένα μέρος από το ίδιο του το σώμα.

Με αυτόν τον τρόπο Οικουμενικότητα και Ενότητα συμπορεύονται και οδηγούν την Εκκλησία στο μέλλον.

Ζώντας στήν ἀποστολική ἐποχή (3ο μέρος) Ἡ Ἐκκλησία τότε (… καί ὄχι σήμερα)

Ετικέτες

, , , , , , ,

Ἡ σημερινή ἀνάρτηση ἀποτελεῖ τήν τρίτη συνέχεια τοῦ γενικότερου θέματος ἡ ζωή στήν ἀποστολική ἐποχή, μέ τό ὁποῖο εὐελπιστοῦμε νά συμβάλουμε στήν κατανόηση τῆς ζωῆς καί τῆς καθημερινότητας τότε. Ἡ πρώτη ἀνάρτηση λειτούργησε ὡς μία εἰσαγωγή καί ἡ δεύτερη ἀναφέρεται σέ διαφορές στήν καθημερινότητα, τότε καί τώρα, οἱ ὁποῖες, ἄν καί εἶναι πολύ σημαντικές συνήθως περνοῦν ἀπαρατήρητες.

Μέ τό σημερινό κείμενο θά ἐπικεντρώσουμε τήν προσοχή μας σέ κάποια δεδομένα μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας πού σήμερα ἔχουν μεταβληθεῖ, χωρίς βέβαια αὐτή ἡ μεταβολή νά σημαίνει ὅτι ἄλλαξε ἡ Ἐκκλησία ἤ ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου ἤ ἡ πίστη μας.

Ἄς δοῦμε, λοιπόν, μερικά ἀπό αὐτά τά δεδομένα πού έχουν διαφοροποιηθεῖ:

1) Κατά τήν ἀποστολική ἐποχή δέν εἶχαν καταγραφεῖ ἀκόμη τά κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης καί πολύ περισσότερο δέν εἶχαν συγκεντρωθεῖ σέ ἕνα σύνολο, σέ ἕνα σῶμα (corpus), τόν Κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Ἡ καταγραφή τῶν κειμένων αὐτῶν ξεκίνησε δέκα μέ δεκαπέντε χρόνια μετά τήν Ἀνάσταση καί ὁλοκληρώθηκε γύρω στό 95 μ.Χ., ἐνῶ ἡ συγκρότησή τους σέ μία ἑνιαία συλλογή, τά 27 βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀπαίτησε πολύ περισσότερο χρόνο. Ἡ διαδικασία αὐτή διήρκεσε σχεδόν μέχρι τά τέλη τοῦ 4ου αἰῶνα. Ὅπου γίνεται ἀναφορά σέ Γραφές (π.χ. «κατά τάς Γραφάς», «γέγραπται» κ.λπ.) στήν Καινή Διαθήκη καί στά κείμενα τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων πρόκειται γιά τήν Παλαιά Διαθήκη (κατ᾿ ἀκρίβεια γιά τίς ἑβραϊκές γραφές, καθώς ὁ Κανόνας καί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης παγιώθηκε πολύ ἀργότερα), ἡ ὁποία ἦταν ἡ βασική συλλογή κειμένων τοῦ ἰουδαϊσμοῦ. Τά περισσότερα ἀπό τά κείμενα πού τήν συγκροτοῦσαν εἶχαν γραφεῖ στήν ἑβραϊκή γλῶσσα καί ἐπειδή ἡ γλῶσσα αὐτή εἶχε λησμονηθεῖ ἀπό τούς Ἰουδαίους κυκλοφοροῦσαν διαφόρες μεταφράσεις (π.χ. Συμμάχου, Ἀκύλλα, Θεοδοτίωνος) μέ ἐπικρατοῦσα αὐτή τῶν Ἑβδομήκοντα, ἡ ὁποία ἔγινε κατά τά μέσα τοῦ 3ου π.Χ. αἰῶνα στήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου γιά χρήση ἀπό τήν ἐκεῖ πολυπληθῆ ἰουδαϊκή κοινότητα. Τή μετάφραση αὐτή στήριξε καί προώθησε ὁ Πτολεμαῖος Β΄ Φιλάδελφος, πού εἶχε γεννηθεῖ στήν Κῶ, καί τήν κατέθεσε, μαζί μέ πλῆθος ἄλλων ἔργων, στήν περιώνυμη Βιβλιοθήκη τῆς Ἀλεξάνδρειας.

Αὐτό πού ἐδῶ χαρακτηρίζουμε Ἑβραϊκές Γραφές σέ μεγάλο βαθμό ταυτίζεται μέ τήν χριστιανική Παλαιά Διαθήκη. Ὁ Χριστός, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ συγγραφεῖς τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, κυρίως, ἀλλά ὄχι ἀποκλειστικά, χρησιμοποιοῦσαν κατά τή λατρεία, τή μελέτη καί τήν ἀτομική προσευχή τή μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα.

codsin

Ἀπόσπασμα ἀπό τόν Σιναϊτικό Κώδικα

Μέ τήν πάροδο τῶν ἐτῶν ἡ Παλαιά Διαθήκη, στήν μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα, συγκροτήθηκε σέ ἕνα σῶμα καί ἐπεκράτησε σέ ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία, ἐνῶ ὁ ἰουδαϊσμός στράφηκε στή χρήση παραφράσεων, ραββινικῶν ἑρμηνειῶν τῶν Γραφῶν καί μέ τούς μασωρίτες (τούς παραδοσιακούς διδασκάλους) στή μελέτη καί καλλιέργεια τῶν βιβλικῶν ἑβραϊκῶν μέ φωνήεντα πού ἦταν πολύ εὐκολότερο νά διδαχθοῦν στούς νέους Ἑβραίους τῆς Διασπορᾶς, καθώς ἡ Παλαιστίνη ἦταν ἀπαγορευμένος τόπος γι᾿ αὐτούς. Ἔτσι, σιγά σιγά τό χάσμα μεγάλωσε καί ἡ μέν Παλαιά Διαθήκη, στή μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα σοφῶν, ἦταν σέ χρήση ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία βασισμένη σέ αὐτό τό κείμενο ἔκανε μεταφράσεις καί σέ ἀλλές γλῶσσες (λατινικά, ἀρμενικά, συριακά κ.λπ.), οἱ δέ Ἑβραϊκές Γραφές, στή μορφή τοῦ μασωριτικοῦ κειμένου, καθιερώθηκαν ὡς τό κείμενο τοῦ παγκόσμιου ἰουδαϊσμοῦ.

65829020f6ea67f48aa759d3dd32c68a_XL

Ὁ παλαιότερος πάπυρος πού περιέχει ἀπόσπασμα ἀπό τήν Καινή Διαθήκη (ἀπό τό κατά Ἰωάννην εὐαγγέλιο) άρχές τοῦ 2ου μ.Χ. αἰῶνα

2) Τότε δέν ὑπῆρχαν χριστιανικοί ναοί ὅπως τούς γνωρίζουμε καί τούς χρησιμοποιοῦμε σήμερα, τουλάχιστον στήν πατρίδα μας πού ὑπάρχει σέ κάθε γειτονιά σέ πόλεις καί χωριά ἕνας ἐνοριακός ναός καί ἑκατοντάδες παρεκκλήσια καί ἐξωκκλήσια. Οἱ πρῶτες συγκεντρώσεις τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας γίνονταν σέ μεγάλα σπίτια πιστῶν. Ξεχωριστή περίπτωση ἦταν ἡ Ἰερουσαλήμ, στήν ὁποία ὑπῆρχε ὁ Ναός πού εἶχε φτιάξει ὁ Ἡρώδης ὁ Μέγας καί οἱ χριστιανοί προσεύχονταν «ὁμοθυμαδόν», δηλαδή ὅλοι μαζί σέ αὐτόν. Ὁ Ναός αὐτός ἀποτελοῦσε τό κέντρο τῆς ἰουδαϊκῆς λατρείας καί οἱ Ἰουδαῖοι τόν δέχονταν ὡς τόπο κατοικίας τοῦ Θεοῦ. Βέβαια κατά καιρούς εἶχαν ἱδρυθεῖ στά ὅρια τῆς νομιμότητας τοῦ ἰουδαϊσμοῦ καί ἄλλοι ναοί (π.χ. στήν Αἴγυπτο στήν ἰουδαϊκή κοινότητα τῆς Ἐλεφαντίνης) ἀλλά αὐτό ἦταν ἡ ἐξαίρεση.

1280px-Jerusalem_Modell_BW_2

Μακέτα τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἡρώδη

Τό σημαντικό εἶναι ὅτι οἱ πρῶτοι χριστιανοί δέν εἶχαν πολλούς ναούς, ἀλλά ξεκίνησαν ἀπό τόν Ναό τῆς Ἰερουσαλήμ καί σιγά σιγά οἰκοδόμησαν τή δική τους, ἰδιαίτερη ναοδομία μέ ὅλα τά χαρακτηριστικά πού ἐμεῖς σήμερα γνωρίζουμε καί ἀπολαμβάνουμε.

3) Τά μυστήρια καί ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, γενικότερα, εἶχαν διαφορετική δομή ἀπό αὐτή πού γνωρίζουμε σήμερα. Τά βασικά στοιχεῖα τῆς Θείας Εὐχαριστίας (π.χ. ἡ Ἁγία Ἀναφορά) ἦταν τά ἴδια ὡς πρός τήν οὐσία τους, ἀλλά δέν ὑπῆρχε ἡ ἴδια δομή μέ αὐτή πού γνωρίζουμε καί χρησιμοποιοῦμε σήμερα.

Ἡ κοινή σύναξη περιελάμβανε τήν προσφορά τοῦ Ἄρτου καί τοῦ Οἴνου, κήρυγμα ἀπό κάποιον ἀπόστολο ἤ μαθητή ἀποστόλου, ἀνάγνωση κάποιου ἀποστολικοῦ κειμένου (κρατοῦσαν τίς ἐπιστολές πού ἔστελναν οἱ Ἀπόστολοι γιά νά ἀντιμετωπίσουν διάφορα θέματα ἤ νά διδάξουν καί ἡ μία Ἐκκλησία τίς ἔστελνε στίς γύρω της ἤ ὅταν κάποιος πιστός ἐπρόκειτο νά ἐπισκεφθεῖ κάποια ἄλλη πόλη ἔπαιρνε ἀντίγραφά τους μαζί του καί τά παρέδιδε σέ αὐτή) καί εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ἐμπλουτισμένα μέ προσευχές (πού ἀνέπεμπαν μέ μία σχετική ἐλευθερία κατά τήν κρίση τοῦ προεστῶτος τῆς συνάξεως) καί βιβλικά κείμενα (ὅπως εἴπαμε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη) πού διάβαζαν καί ἔψαλλαν (ὅπως κάνουμε σήμερα μέ τούς Ψαλμούς).

KATAKOVBES-ROME

Διάδρομος κατακόμβης

Τό πρόγραμμα τῶν ἡμερησίων καί ἐτησίων ἀκολουθιῶν διαμορφώθηκε μέ τό πέρασμα τῶν αἰώνων. Οἱ αἰτίες γιά τήν προσθήκη καί καθιέρωση μίας ἀκολουθίας ἦταν πολλές: θεολογικές, δογματικές, ἱστορικές κ.λπ. Παραδείγματος χάριν, ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου ξεκίνησε ἀπό τόν 7ο αἰῶνα καί εἶχε ὡς ἀφορμή ἐπίθεση καί πολιορκία βαρβάρων λαῶν στήν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅταν κάποτε διεπίστωσε, ὅτι ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἦταν πολύ μεγάλη γιά καθημερινή χρήση μίκρυνε τίς εὐχές της. Μέχρι τόν 10ο αἰῶνα τό μυστήριο τοῦ γάμου ἦταν ἡ εὐλογία τοῦ ἐπισκόπου πρός κάποιους πού ἀποφάσιζαν νά ζήσουν μαζί καί ζητοῦσαν τήν εὐχή του γι᾿ αὐτό. Ἐκεῖνος τούς τήν ἔδινε, κοινωνοῦσαν μαζί καί ξεκινοῦσαν μέ τήν εὐλογία τῆς Ἐκκλησίας τή νέα τους ζωή. Τό κοσμικό τυπικό ὑποχώρησε πρός χάριν τοῦ μοναστικοῦ, τό ὁποῖο χρησιμοποιοῦμε μέχρι σήμερα. Μετά ἀπό σύγκλιση κάθε Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἰσαγόταν ἡ σχετική ἑορτή κ.λπ.

Σήμερα, ὀρθῶς, ἀνησυχοῦμε μήπως κάνουμε λάθος στό τυπικό κατά τήν τέλεση μυστηρίων καί ἀκολουθιῶν. Μποροῦμε ἄραγε νά καταλάβουμε τήν προτροπή τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν «τοῖς δὲ προφήταις ἐπιτρέπετε εὐχαριστεῖν ὅσα θέλουσιν»; Φαντάζεστε ἐάν γινόταν κάτι τέτοιο σήμερα; Θά ἦταν λάθος διότι πλέον ἔχει παγιωθεῖ ἡ τάξη καί τό κείμενο τῶν μυστηρίων, ἀλλά νομίζω εἶναι ἀρκετό νά μᾶς δείξει τή διαφορά τοῦ τότε ἀπό τό σήμερα στή θεία λατρεία.

4) Σχεδόν τό σύνολο τῶν πιστῶν εἶχε βαπτιστεῖ σέ μεγάλη ἡλικία. Ἀνάλογα μέ τό πότε κατηχήθηκε καί ἐπίστευσε. Αὐτό σήμαινε ὅτι, παρά τήν προσεκτική κατήχηση, οἱ νεόφυτοι ἦταν ἀναμενόμενο νά διατηροῦν σέ ἕναν βαθμό συνήθειες καί ἀντιλήψεις τῆς πρόχριστιανικῆς ζωῆς τους, καθώς δέν ἦταν πάντοτε εὔκολη ἡ γρήγορη ἀλλαγή καί ἡ πλήρης ἀπαλλαγή ἀπό αὐτές. Αὐτή ἡ πρακτική συνεχίστηκε γιά πολλά χρόνια ἀκόμη, μέχρι τήν καθιέρωση τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ.

5) Τό σῶμα τῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶχε, ἀκόμη, λάβει τή δομή πού ἔχει σήμερα. Πολύτιμες πληροφορίες γι᾿ αὐτή τήν πορεία ἀντλοῦμε ἀπό τίς Πράξεις. Παραδείγματος χάριν, στό 6ο κεφάλαιο μαθαίνουμε ὅτι οἱ ἐξ ἐθνῶν Χριστιανοί διαμαρτυρήθηκαν διότι δέν φρόντιζαν τίς χῆρες καί τά ὀρφανά τους ὅπως ἔπρεπε. Τότε οἱ Ἀπόστολοι ξεκαθάρισαν ὅτι τό ἔργο πού τούς εἶχε παραδώσει ὁ Χριστός δέν ἦταν νά φροντίζουν νά τακτοποιοῦν τραπέζια καί νά μοιράζουν μερίδες φαγητοῦ κατά τά γεύματα. Γι᾿ αὐτό μέ προσευχή καί ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ ἐπέλεξαν ἑπτά ἱκανούς ἄνδρες, τούς Διακόνους, γιά νά ἀναλάβουν μέ δικαιοσύνη νά φροντίζουν γιά τίς ἐπισιτιστικές ἀνάγκες τῶν μελῶν τῆς κοινότητας. Διαπιστώνουμε δηλαδή, ὅτι ἀρχικά, οἱ διάκονοι, ἦταν ἕνα εἶδος φροντιστῶν/ἐπιμελητῶν γευμάτων. Μέ τήν πάροδο τῶν ἐτῶν αὐτά τά πρακτικά καθήκοντα ἔλαβαν καί τελετουργικό-λειτουργικό χαρακτῆρα ὅπως τόν γνωρίζουμε σήμερα.

6) Οἱ Ἀπόστολοι ἦταν ἐπιφορτισμένοι μέ ἱεραποστολικό ἔργο. Γιά νά πετύχουν αὐτόν τόν στόχο τους ἔπρεπε νά μετακινοῦνται συνεχῶς. Ὁ ἀπ. Παῦλος γιά παράδειγμα, πού γνωρίζουμε τίς ἱεραποστολικές ἐξορμήσεις του λίγο καλύτερα, σέ σπάνιες περιπτώσεις ἔμεινε μεγάλο χρονικό διάστημα σέ μία πόλη (π.χ. στήν Κόρινθο παρέμεινε γιά δεκαοκτώ μῆνες περίπου καί στή Ρώμη ὑπό ἐπιτήρηση γιά δύο περίπου ἔτη) γιά νά διδάξει καί νά κατηχήσει. Γι’ αὐτό φρόντιζε νά ἐπισκέπτεται καί πάλι τίς Ἐκκλησίες πού εἶχε ἱδρύσει γιά νά στερεώνει τούς πιστούς καί νά ἀντιμετωπίζει τά διάφορα προβλήματα. Σιγά σιγά οἱ Ἀπόστολοι τοποθέτησαν κάποιους ἀπό τούς μαθητές τους στίς διάφορες τοπικές Ἐκκλησίες, ὡς ποιμένες καί διδασκάλους καί αὐτοί μέ τή σειρά τους χειροτόνησαν ἄλλους κληρικούς γιά νά διακονοῦν μόνιμα σέ αὐτές. Ἔτσι, μετά ἀπό τό 70 μ.Χ. ἄρχισε νά διαμορφώνεται μία παρόμοια μέ τήν ἐποχή μας δομή τοῦ κλήρου στίς πόλεις καί τά χωριά τῆς Αὐτοκρατορίας καί σύντομα κάποιες ἐπισκοπές ξεχώρισαν καί ἔγιναν τά πέντε (μέ τῆς Ρώμης) Πατριαρχεῖα.

imgB10_3

Μνημεῖο σέ κατακόμβη

7) Ὑπῆρχαν ἐκκλησιαστικά διακονήματα, τά ὁποῖα πλέον ἔχουν χαθεῖ: π.χ. τοῦ «προφήτη». Τό ἀξίωμα αὐτό δέν εἶχε σχέση μέ τούς «ναβί» (ὅπως ὀνομάζονταν στά ἑβραϊκά), τούς προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἐπρόκειτο γιά ἕνα σύνθετο διακόνημα, τό ὁποῖο εἶχε διδακτικά καί ἱεραποστολικά καθήκοντα. Προφῆτες χαρακτηρίζονται καί οἱ κορυφαῖοι ἀπόστολοι Βαρνάβας καί Σαῦλος (Παῦλος) στήν Ἀντιόχεια μαζί μέ ἄλλους τρεῖς: τόν Συμεών, πού τόν ἔλεγαν καί Νίγηρα, τόν Λούκιο ἀπό τήν Κυρήνη καί τόν Μαναήν, πού εἶχε μεγαλώσει μαζί μέ τόν Ἡρῴδη τόν τετράρχη (Πρ.13:1). Μάλιστα, αὐτό τό διακόνημα συνοδεύεται καί ἀπό τόν προσδιορισμό «διδάσκαλος». Φαίνεται ὅτι ἡ ὁμάδα τῶν «προφητῶν» ἦταν ὁ κρίκος ἀνάμεσα στούς ἀποστόλους καί στούς μονίμως ἐγκατεστημένους ποιμένες σέ κάθε πόλη. Γι᾿ αὐτό ὁ ἀπ. Παῦλος, πού γνώριζε καλά αὐτό τό σύστημα, καθώς καί ὁ ἴδιος ἦταν μέλος του, τό περιγράφει ἐμμέσως στήν Α΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολή του ὡς ἑξῆς «Καὶ οὓς μὲν ἔθετο ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, ἔπειτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήμψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν μὴ πάντες ἀπόστολοι; μὴ πάντες προφῆται; μὴ πάντες διδάσκαλοι; μὴ πάντες δυνάμεις; μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; μὴ πάντες γλώσσαις λαλοῦσιν; μὴ πάντες διερμηνεύουσιν;» (Α΄ Κορ. 12:28-30). Δυστυχῶς, δέν μποροῦμε μέ ἀκρίβεια νά προσδιορίσουμε τό ἔργο καί τήν ἀποστολή ὅλων αὐτῶν τῶν ἀξιωμάτων, καθώς τά περισσότερα ἀπό αὐτά ἔχουν ἐκλείψει, ἀφοῦ ἀπό κάποια στιγμή καί ἔπειτα δέν εἶχαν λόγο ὑπάρξεως.

8) Οἱ πιστοί, στίς περισσότερες πόλεις, ἰδιαίτερα στίς ἀνατολικές περιοχές τῆς Αὐτοκρατορίας, ζοῦσαν μεταξύ «σφύρας καί ἄκμονος»: ἀπό τήν μία πλευρά εἶχαν νά ἀντιμετωπίσουν τήν ἐχθρότητα, τό μῖσος καί τό διαρκές κυνηγητό ἐκ μέρους τοῦ ἰουδαϊσμοῦ καί ἀπό τήν ἄλλη τήν δυσπιστία, τήν ἀδιαφορία ἤ συνηθέστερα τόν ἀπροκάλυπτο διωγμό ἐκ μέρους τῆς ρωμαϊκῆς διοίκησης. Σέ αὐτό τό ἐχθρικό περιβάλλον ἔπρεπε νά ἀναπτυχθοῦν, νά ἐργασθοῦν, νά μορφωθοῦν καί νά ζήσουν ἰσορροπώντας βάσει τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου : «Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ θεοῦ τῷ θεῷ» (Ματθ. 22:21).

Αὐτά καί πολλά ἄλλα πρέπει νά ἔχουμε στό μυαλό μας, ὅταν ἀναφερόμαστε στήν Ἀποστολική ἐποχή. Ἦταν μία ἐποχή σκληρή, δύσκολη, μέ προβλήματα (γιά τά ὁποῖα θά μιλήσουμε σέ κατοπινή ἀνάρτησή μας) ἀλλά καί τή Χάρι τοῦ Κυρίου νά στηρίζει τόν Λαό Του καί νά τόν ὁδηγεῖ μέσα ἀπό τίς δυσκολίες καί τά προβλήματα τοῦ αἰῶνος τούτου πρός νέα κατάπαυση, ὅπως τονίζει ὁ ἀπ. Παῦλος στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή του (Ἑβρ. 3:1-4:13).

Ἡ Χάρι τοῦ Θεοῦ εἶναι πάντοτε παροῦσα καί δέν μᾶς ἐγκαταλείπει ποτέ. Μᾶς στηρίζει, μᾶς ἀνακαινίζει, μᾶς ἁγιάζει, μᾶς ὁδηγεῖ στή σωτηρία. Κι ὅλα αὐτά μέσα ἀπό καθημερινά προβλήματα, ἀνθρώπινες διαφωνίες καί, μικρότερες ἤ μεγαλύτερες, ἀναπόφευκτες ἀντιπαραθέσεις πού ὄχι μόνο δέν μειώνουν τήν ἁγιότητα τῆς Ἐκκλησίας ἀλλά τήν κάνουν πιό οἰκεία, πιό ἀνθρώπινη, πιό ζεστή, πιό δική μας.

Παρουσίαση από τον Αλέκο Μαρκόγλου του βιβλίου τού Μιχαήλ Ν. Τριανταφύλλου «ΠΑΛΑΙΑ ΑΛΙΚΑΡΝΑΣΣΟΣ»

Ετικέτες

, , , , ,

Σε μία όμορφη, ζεστή και συγκινητική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα της Μητροπόλεως στις 3 Οκτωβρίου 2018 στην κατάμεστη Αίθουσα της Πνευματικής Εστίας της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου τιμήθηκαν από τον Σύλλογο Μικρασιατών Κω «Ο Ηρόδοτος» κάποιοι από αυτούς που συνέβαλαν στην ανέγερση του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Νέας Αλικαρνασσού και παρουσιάστηκε το βιβλίο του Μιχαήλ Ν. Τριανταφύλλου με τίτλο «Παλαιά Αλικαρνασσός» από τον κ. Αλέκο Μαρκόγλου, καθηγητή Μαθηματικών και επί πολλά έτη Διευθυντή του Ιπποκρατείου Λυκείου Κω.

DSC_3443DSC_3368DSC_3385DSC_3363

Η εξαιρετική, από κάθε άποψη, παρουσίαση του βιβλίου με παρακίνησε να  ζητήσω από τον κ. Αλέκο Μαρκόγλου, ο οποίος είναι ακούραστος μελετητής και βαθύς γνώστης της ιστορίας, εμβριθής ιστοριοδίφης και μεθοδικός συλλέκτης, να μου αποστείλει το κείμενό του για να το δημοσιεύσω.

Παραθέτοντας το κείμενο τον ευχαριστώ θερμώς για την ευγενική και άμεση ανταπόκριση στο αίτημά μου!

DSC_3422

Καθώς προσπαθούσα να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά, αναζητώντας τον τρόπο για την παρουσίαση του βιβλίου του Μιχάλη Τριανταφύλλου με τίτλο «ΠΑΛΑΙΑ ΑΛΙΚΑΡΝΑΣΣΟΣ», σκεφτόμουν τα λόγια του Σεφέρη που κάπου είχε γράψει, πως: «σβήνοντας ένα κομμάτι από το παρελθόν, είναι σαν να σβήνεις και ένα αντίστοιχο κομμάτι από το μέλλον». Αυτά τα λόγια πιστεύω στοίχειωναν και πείσμωναν το συγγραφέα σε όλη τη διάρκεια της έρευνας και της συγγραφής του βιβλίου του· γιατί οι τόποι της παλιάς πατρίδας μπορεί να έγιναν φρύγανα υλικά με το ξεριζωμό, αλλά για τους απογόνους είναι υπαρκτοί νοητικά, αφού οι πατρίδες είναι οι άνθρωποι·  και αν η καθ΄ ημάς Ανατολή δε χάθηκε με τον ξεριζωμό, κινδυνεύει όμως να χαθεί όταν οι απόγονοι των παιδιών της χάνουν τη συνείδηση και την ταυτότητά τους. Χάνεται, όταν εμείς δεν έχουμε πια την αίσθηση της ταυτότητας και της ρίζας μας.

SCAN_20180925_203553786

Ίσως σε καμιά άλλη εποχή οι Έλληνες του Ελλαδικού χώρου και όσοι συνθέτουν τον ευρύτερο Ελληνισμό, δεν ήταν τόσο ευαισθητοποιημένοι στα θέματα των «Χαμένων Πατρίδων». Σε καμιά άλλη περίοδο της πρόσφατης ιστορίας μας το Μικρασιατικό βιβλίο, δεν είχε την πληθωρική παρουσία που σημειώνει ιδιαίτερα τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Η αφηγηματική αυτή διάθεση και άσκηση, ο αφηγηματικός αυτός δυναμισμός που ξεκινά την επομένη του δράματος και συνεχίζει ως τις μέρες μας, οριοθετεί και υιοθετεί μια νέα μορφή λογοτεχνίας, την ανθρωπογεωγραφική. Από τότε, οι χιλιάδες προφορικές μαρτυρίες, οι υπάρχουσες εκ μεταφοράς μνήμες στους απογόνους των προσφύγων, οι σελίδες που γράφτηκαν και γράφονται από ιστορικούς, ερευνητές, πεζογράφους και ποιητές για τις πατρίδες της Μικρασίας, αποτυπώνουν αφενός έστω και από διαφορετικές σκοπιές τα δεινά του Ελληνισμού της Ανατολής, αφετέρου συμβάλλουν στην ανάγκη αυτογνωσίας του λαού μας.

Μετά από ένα σχεδόν αιώνα η Μικρασιατική τραγωδία εξακολουθεί να κυριαρχεί στη συνείδηση του νεοέλληνα, ως το θεμελιώδες γεγονός που μετέβαλε το χαρακτήρα και τη ροή της ιστορίας του έθνους στη σύγχρονη εποχή. Μα είναι δυνατόν, ύστερα από ένα σχεδόν αιώνα να συντηρούμε ένα ατυχές γεγονός και να καλλιεργούμε στους νέους μας μηνύματα μισαλλοδοξίας και διχασμού, για ένα λαό με τον οποίο θα πρέπει να συμβιώνουμε ειρηνικά; Ενίσταται ο καλόπιστος ακροατής. Ο λόγος προφανής: Η γραφή πρέπει να υπηρετεί την εκ μεταφοράς μνήμη και την ιστορική αλήθεια. Γιατί το κάθε θέμα πρέπει να τίθεται κατ΄ αναλογία των μεγεθών του, που ακυρώνουν εν πολλοίς χρονικές αποστάσεις και ηλικιακές διακρίσεις. Τότε η αφήγηση-γραφή γίνεται μια πράξη, που όχι απλώς ανακαλεί με τη θύμηση κάποιες έντονες στιγμές πικρής δοκιμασίας, αλλά προσπαθεί να βάλει στη θέση του το χαμένο χωροχρόνο. Η παλιά πατρίδα πρέπει να είναι παρούσα, στο παρόν της νέας. Εκεί αφήσαμε εστίες, βιώματα και μνήμες. Εδώ «ήρθαμε» κατατρεγμένοι και γυμνοί. Ό,τι μας έμεινε, το «κρατάμε» βαθιά μέσα μας. Όμως κοιτάμε μπροστά στο μέλλον. Γιατί ο πόθος της ειρήνης και της συνύπαρξης, προέρχεται μόνο από την πικρή πείρα των δύο λαών.

Όμως ας επικεντρωθούμε στη σημερινή παρουσίαση, κατά την οποία θα αποτολμήσω να αναδείξω την αξία, τη βαθύτερη σημασία, την αναγκαιότητα αλλά και την προσφορά του βιβλίου στη σύγχρονη ιστοριογραφία. Παράλληλα θα μου επιτρέψετε να δώσω τη δική μου συναισθηματική προσέγγιση και περιδιάβαση του βιβλίου, θαυμάζοντας την πολυεπίπεδη διευθέτηση, διαρρύθμιση και τακτοποίηση του υλικού από ενότητα σε ενότητα και από κεφάλαιο σε κεφάλαιο. Βέβαια θα πρέπει να διευκρινιστεί, πως τούτη η λογοτεχνική παραγωγή του συγγραφέα, με φόντο πάντα τις χαμένες πατρίδες της Ανατολής, όπου η μνήμη του δράματος της Μικρασιατικής τραγωδίας συντηρήθηκε ανεξίτηλη ως προς το μέγεθος και τον απόηχο στις συνειδήσεις των απογόνων, ήταν το αποτέλεσμα και ο καρπός μακρόχρονης σπουδής, έρευνας, μελέτης και προσπάθειας. Ήταν όρος και σκοπός ζωής για  το συγγραφέα, επιβεβαιώνοντας τα λόγια του Γάλλου διανοητή Ζαν-Πωλ Σάρτρ, που κάπου-κάποτε σημείωνε: «Κάθε άνθρωπος είναι πάντα ένας αφηγητής ιστοριών των άλλων, ζει περιτριγυρισμένος απ΄ αυτές και τις διηγείται ωσάν να ήταν δικές του».

Ο Μιχάλης Τριανταφύλλου γεννήθηκε στη Ρόδο το 1971, σπούδασε γραφικές τέχνες, κινούμενο σχέδιο και είναι απόφοιτος της σχολής Ξεναγών. Διαμένει και εργάζεται στη γενέτειρά του, ενώ παράλληλα με τη ξενάγηση, τα τελευταία χρόνια, δραστηριοποιείται στον τομέα της ζωγραφικής και της γλυπτικής διακόσμησης. Η πρώτη επαφή και γνωριμία με το Μιχάλη ήταν μέσω μιας τηλεφωνικής κλήσης που δέχτηκα από τον ίδιο, πριν δύο σχεδόν χρόνια,  όπου με πληροφορούσε για το αντικείμενο και το σκοπό της έρευνάς του, που αφορούσε βέβαια την Αλικαρνασσό της Μ. Ασίας, γνωρίζοντας και το δικό μου ενδιαφέρον και ενασχόληση με το συγκεκριμένο θέμα. Έκτοτε τόσο οι τηλεφωνικές όσο και οι κατ΄ ιδίαν επαφές μας πύκνωσαν ανταλλάσσοντας σκέψεις και υλικό, αλλά κυρίως φέρνοντάς τον σε επαφή  με απογόνους Πετρουμιανών της Κω, τις μαρτυρίες των οποίων κατέγραφε για τις ανάγκες της έρευνάς του. Δε σας κρύβω ότι προσωπικά εντυπωσιάστηκα από την πρώτη στιγμή με τη ζέση, το μεράκι, τον ενθουσιασμό, την υπομονή και επιμονή του συγγραφέα να συλλέξει το ογκώδες αυτό υλικό, να το διασταυρώσει, να το ταξινομήσει και να το καταγράψει. Και πρέπει να ειπωθεί πως για τον εντοπισμό και τη συγκέντρωση  του υλικού του βιβλίου του, χρειάστηκε να ταξιδέψει επανειλημμένα στην Κρήτη, στην Κω, στην Αθήνα, στην απέναντι Αλικαρνασσό, ακόμη και στην Ιταλία. Ειλικρινά τον συγχαίρω και τον θαυμάζω γιατί κατάφερε μη φειδόμενος χρόνου, κόπων και χρημάτων, να ανταπεξέλθει σε όλα αυτά με συνέπεια και η προσπάθειά του να έχει την ευτυχή κατάληξη που είχε.

Κυρίες και Κύριοι, δικαίως θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος ποια ήταν τα ερεθίσματα, ποιο γεγονός δηλαδή κέντρισε την περιέργειά του Μιχάλη Τριανταφύλλου για το ταξίδι του στην Αλικαρνασσό της Μικράς Ασίας 225 χρόνια πριν, αναζητώντας τους προγόνους του, την ιστορία της οικογένειάς του, το γενεαλογικό του δέντρο; Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει στον επίλογο του βιβλίου, όλα ξεκίνησαν πριν τρία περίπου χρόνια από μια εύλογη απορία της μικρής του κόρης, η οποία ρώτησε τον πατέρα της με ποιον ακριβώς τρόπο συγγενεύουν με τους Τριανταφύλλου της γνωστής οινοποιίας Έμερυ της Ρόδου. Και έτσι άρχισε να ιχνηλατεί το παρελθόν του, να ανιχνεύει τη γενεαλογία της οικογένειας Τριανταφύλλου, να ψάχνει, να σκαλίζει να σκαλίζει… και όπως ο ίδιος παραδέχεται, εθίστηκε σ’ αυτό το ψάξιμο.  Έκτοτε η περιέργεια και το σκάλισμα μετουσιώθηκαν σε ενδελεχή έρευνα και μελέτη εκείνων των χρόνων για τη ζωή, την κοινωνική οργάνωση, τις δραστηριότητες, τα έθιμα και τις συνήθειες, τα γεγονότα και τα παθήματα των Αλικαρνασσιωτών. Πρόκειται δηλαδή για μία προσωπική έρευνα του δημιουργού, που στοχεύει στο να «διασώσει», έστω και αποτυπωμένα στο χαρτί, όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία για την ακμάζουσα ελληνική κοινότητα της παλιάς πατρίδας.

Θα μου επιτραπεί στο σημείο αυτό να αναφερθώ στην πολύ αγαπητή μου λέξη «περιέργεια», που επιλέγει εύστοχα ο συγγραφέας προκειμένου να ορίσει όχι μόνο την απαρχή της εμπλοκής του με το θέμα αλλά και να ρυθμίσει, κατά τη γνώμη μου, την περπατησιά και τις ισορροπίες του. Ο Μιχάλης Τριανταφύλλου ανήκει στην τρίτη γενιά Μικρασιατών προσφύγων, το τραύμα του επομένως, δεν είναι προσωπικό, η ενασχόλησή του, όμως, με το συγκεκριμένο θέμα ούτε τυχαία, ούτε αναίτια θα μπορούσε να θεωρηθεί. Πίσω από αυτή την ενασχόληση υπάρχει το επίκτητο βίωμα, ο οικογενειακός μύθος, που καλείται να διαχειριστεί ο ίδιος ως ερευνητής πλέον, κατακτώντας για λογαριασμό της ιστορικής αλήθειας τη νηφάλια αφήγηση, και θέτοντας στην υπηρεσία της σύγχρονης ιστοριογραφίας για τις πατρίδες της Μικράς Ασίας, εκείνη την αντικειμενικότητα που θα τον βοηθούσε να υποστηρίξει, να συντηρήσει, αλλά και να ελέγξει ταυτόχρονα, το διάλογο και τον αναστοχασμό της συλλογικής μνήμης με την ατομικότητα.

Εδώ εγείρονται δύο καίρια και κρίσιμα κατά την άποψή μας ερωτήματα, που πιστεύω οφείλουν απαντήσεων:

1ον) Νομιμοποιείται ο συγγραφέας, ως μη ειδικός στο επάγγελμα, να ασχοληθεί με θέματα που αφορούν ιστορικά γεγονότα; Η απάντηση εκ του αποτελέσματος είναι σαφώς καταφατική. Αφού η αναδίφηση και μελέτη του Μιχάλη σε πηγές και αρχεία, είχε ως αποτέλεσμα σε αρκετές περιπτώσεις να αποτολμήσει να συναναστραφεί, αν θα μπορούσε να ειπωθεί αυτό, την Ιστορία, να συνομιλήσει μαζί της, να τη σεβαστεί αλλά και να την προκαλέσει, επιμένοντας στις ξεχασμένες και αποσιωπημένες περιοχές της, πάντα ως εραστής της, που φιλοδοξεί να φωτίσει και να εξανθρωπίσει γεγονότα, τα οποία ποτέ δεν εντάχθηκαν στο επίσημο εθνικό αφήγημα.

2ον) Ποιες οι πηγές και ποιο το υλικό τεκμηρίωσης του ευανάγνωστου και συναρπαστικού βιβλίου του Μιχάλη Τριανταφύλλου, διερωτάται κάθε καλόπιστος αναγνώστης; Ο συγγραφέας στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου αξιοποιεί τις καταγεγραμμένες μαρτυρίες Πετρουμιανών πρώτης γενιάς, οι αφηγήσεις των οποίων εμπεριέχονται στο μεγαλύτερο αρχείο προφορικής παράδοσης της χώρας, του αρχείου του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών,  την «Κιβωτό» θα λέγαμε της ιστορικής μνήμης του ελληνισμού της Μ. Ασίας. Φέρνει δηλαδή τους πρόσφυγες στο προσκήνιο του ιστορικού γίγνεσθαι και ως διαμεσολαβητές της μνήμης, τους μετατρέπει από αντικείμενα σε πρωταγωνιστές της ιστορικής του αφήγησης. Πώς δηλαδή αποτυπώθηκε στη μνήμη των ίδιων των προσφύγων η παλιά πατρίδα, οι άνθρωποί και οι ιστορίες τους; Πώς μίλησαν οι ίδιοι για την εμπειρία του πολέμου και του ξεριζωμού;  Στις μέρες μας βέβαια κάποιοι θέτουν ένα γενικότερο ζήτημα σχετικά με την προσφυγική μνήμη: Είναι αξιόπιστη; Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην ιστορία και τη μνήμη; Κάποιοι υποστηρίζουν πως σχετίζεται με το παρελθόν, αλλά όλο και κάπου «υστερεί» σε σχέση με την «αντικειμενικότητα». Αφού η μνήμη διαθλά και παραποιεί ενίοτε όσα συνέβησαν στο παρελθόν, επειδή κουβαλά μαζί της συναίσθημα και ως εκ τούτου είναι πλαστική και ευμετάβλητη. Εμείς θα συνταχθούμε με μια δεύτερη άποψη, εκείνη που υποστηρίζει πως ο ρόλος της προσφυγικής μνήμης είναι άμεσος, δυναμικός και καθοριστικός, αν θέλουμε να κατανοήσουμε πώς θυμούνται το παρελθόν τόσο όσοι το έζησαν, όσο και αυτοί στους οποίους εκ μεταφοράς κληροδοτήθηκε, τις περισσότερες φορές ως «χρέος». Μιλάμε άλλωστε πολύ περισσότερο σήμερα για το χρέος απέναντι στη μνήμη, απ’ ό,τι απέναντι στην ιστορία. Επί πλέον, το παρελθόν των προσφύγων δεν μετατράπηκε εξαρχής σε ιστορία, αφού οι τραυματικές εμπειρίες που βίωσαν οι περισσότεροι, τα μικρά και μεγάλα γεγονότα της καθημερινότητας τους δεν «χωρούσαν» στις επίσημες αφηγήσεις της ιστορίας. Ούτε η μνήμη τους εντάχθηκε εξαρχής στον κορμό της εθνικής μνήμης, και όταν τελικά εντάχθηκε, τότε το ατομικό τραύμα έγινε συλλογικό, και στη συνέχεια εθνικό. Εξάλλου αγαπητοί συμπατριώτες, ως απόγονοι δεύτερης και τρίτης γενιάς Μικρασιατών δεν εξακολουθούμε να βιώνουμε στην καθημερινότητά μας και να μετέχουμε μέσω της μεταμνήμης του συλλογικού τραύματος; Η μνήμη της παλιάς πατρίδας δεν είναι διάχυτη στις οικογενειακές ιστορίες, στα ονόματά μας, στα έθιμά μας, στα παραμύθια και στα τραγούδια μας, στις συνταγές της κουζίνας, στις τούρκικες λέξεις που τρύπωναν στο λόγο των γιαγιάδων και των παππούδων, στις εικόνες των αγίων και στις φωτογραφίες, αλλά και στα μικρά εκείνα αντικείμενα που περνούν από γενιά σε γενιά για να μας θυμίζουν το «εκεί»;  

Θα σταθώ στη συνέχεια συνοπτικά στον τρόπο γραφής του βιβλίου, στο ύφος, στη γλώσσα και στη φιλολογική του ανάλυση. Ας μου επιτραπεί λοιπόν επιγραμματικά να σχολιάσω:

  • Εξαιρετικά καλογραμμένο βιβλίο που δείχνει πως έχει γίνει από έμπειρο, που γνωρίζει καλά τα μυστικά της συγγραφής. Διαθέτει προσωπικό ύφος που το χαρακτηρίζει η παραστατικότητα και η γλαφυρότητα, ειδικά στις περιγραφές του.
  • Η γλώσσα του Μιχάλη Τριανταφύλλου είναι καθαρή και διαυγής, ενώ ο χειμαρρώδης λόγος του σαφής και ζωντανός, φτάνει και αγγίζει τον αναγνώστη.
  • Ο ρεαλισμός της γραφής του, αν και σε απόσταση από τα γεγονότα, είναι άμεσος και αποκαλυπτικός.
  • Το υλικό του βιβλίου στηρίχθηκε σε μαρτυρίες και περιγραφές που ο ίδιος κατέγραψε, στο πλούσιο προφορικό αρχείο του Κ.Μ.Σ., σε επίσημα ντοκουμέντα και κείμενα υπηρεσιών και φορέων τα οποία ο ίδιος εντόπισε, σε ξεχασμένες και άγνωστες μέχρι σήμερα μονογραφίες και δημοσιεύσεις με θέμα την Αλικαρνασσό και βέβαια, σε εκτεταμένη ελληνική και ξένη βιβλιογραφία.
  • Τέλος, δε θα πρέπει να αγνοηθεί το πλούσιο υλικό τεκμηρίωσης που συνοδεύει και εμπλουτίζει τα κείμενα και τις περιγραφές. Και αναφέρομαι στις φωτογραφίες παλαιές και νεότερες, τα έγγραφα και τα ντοκουμέντα, αλλά και την πολύ επιτυχημένη εικονογράφηση του βιβλίου που επιμελήθηκε ο Ρόδιος ζωγράφος  Σπύρος Ζαχαρόπουλος.

Μα, ας επιχειρήσουμε στο σημείο αυτό, αγαπητοί συμπατριώτες, να περιδιαβούμε τις σελίδες του βιβλίου, να γνωρίσουμε τη δομή του, με άλλα λόγια να προσεγγίσουμε συνοπτικά τα 13 κεφάλαια και τις 100 και πλέον ενότητες από τις οποίες αποτελείται.

Στο πρώτο κεφάλαιο με τίτλο «Η Οικογένεια», ο συγγραφέας επιχειρεί ουσιαστικά να αυτοπροσδιοριστεί στον χώρο και στο χρόνο. Αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, μια καταγραφή των γενεαλογικών δέντρων του παππού και της γιαγιάς του, αλλά και πληροφοριών για την οικογένεια του. Και όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά σημειώνει: «το ταξίδι του ξεκίνησε με κάποιον Τριαντάφυλλο από την Κύπρο το 1795 και τον εγγονό του Τριανταφύλλου (Διάκο) Μιχάλη, παππού του παππού μου, το 1821 στην Αλικαρνασσό…».

Στα δύο εκτενέστερα και σημαντικότερα κατά την άποψή μου επόμενα κεφάλαια, με αντίστοιχους τίτλους «Τοπογραφία μιας χαμένης πατρίδας» και «Μια βόλτα στο Πετρούμι του Χτές»,  ο συγγραφέας μας προσκαλεί σε ένα ταξίδι στο χρόνο, σε ένα ταξίδι μνήμης γεμάτο συγκινήσεις και εικόνες, ένα σεργιάνι και μια νοερή περιπλάνηση στους δρόμους και τις πλατείες της Αλικαρνασσού, στους μαχαλάδες, τα σπίτια, τα καφενεία, τα μαγαζιά, τις εκκλησίες, τα σχολεία, τις βρύσες τα νεκροταφεία και  στα γύρω χωριά της. Εδώ ο Μιχάλης Τριανταφύλλου δίνει το νήμα της περιπλάνησης και του ταξιδιού στην παλιά πατρίδα, στις αφηγήσεις του Αναστασίου Καϊσερλη, του Κωνσταντίνου Χαλκίτη, του γιατρού Μιχάλη Τριανταφύλλου και της Ελπίδας Σταυρίδου τεσσάρων Πετρουμιανών πρώτης γενιάς, καθώς και στα κείμενα του Αποστολή Μουζουράκη και Σπύρου Χατζηλάου, που φιλοξενήθηκαν τη δεκαετία του 1950 στην εφημερίδα του πρώτου με τίτλο «Αλικαρνασσός».   

Στο επόμενο κεφάλαιο γεμάτο εικόνες, αναμνήσεις, μικρές ιστορίες, γεύσεις και μυρωδιές  περιγράφει τα έθιμα της χαμένης πατρίδας. Ενδεικτικά αναφέρουμε: το σπάσιμο του ροδιού, το πάλεμα της καμήλας, το κάψιμο του εβριού, τις καμουτζέλες, τα κάλαντα, τα παιχνίδια, τα μοιρολόγια, τα χοιροσφάγια κ.ά. Πώς γιόρταζαν επίσης οι Πετρουμιανοί τις μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης;  Και βέβαια τις διατροφικές τους συνήθειες και τα γλυκά, που έχουν περάσει από γενιά σε γενιά στις νέες πατρίδες. Τέλος ο συγγραφέας μας μεταφέρει μια όχι και τόσο ευχάριστη συνήθεια αρκετών Πετρουμιανών, που ξεχάστηκε ευτυχώς στο πέρασμα των χρόνων. Τη συνήθεια κατά την οποία ο ερωτευμένος νέος τράβαγε επιδεικτικά μια μαχαιριά στο πόδι του αναφωνώντας «Παίρνω άλλη», όταν η κοπέλα δεν τον ήθελε είτε τον απέρριπταν οι δικοί της. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις του Γιώργου, Νικολή και Ειρήνης Χατζηλάου, πρωταγωνιστής παρόμοιας ιστορίας υπήρξε ο παππούς τους Ιωάννης Αγγελίνής, πιο γνωστός με το παρατσούκλι Γάλη-Γάλη (γιατί φαίνεται ο αείμνηστος εφάρμοζε στην πράξη την αρχαία ρήση «σπεύδε βραδέως»). Εκείνο που σίγουρα γνωρίζουμε από την περιπέτεια του Γιάννη Αγγελίνη είναι πως κατάφερε τελικά να κάμψει τις αντιρρήσεις της οικογένειας Χατζηκωνσταντή και να παντρευτεί την αγαπημένη του Ρηνιώ, όμως δεν είμαστε σίγουροι αν του απέμεινε σάρκα για σάρκα στα πόδια, από τις πολλές μαχαιριές.    

            Με τη διοικητική συγκρότηση, αλλά και με σημαντικές πληροφορίες για την πολιτική, κοινωνική και εκκλησιαστική οργάνωση της Ελληνικής κοινότητας της Αλικαρνασσού ασχολείται ο συγγραφέας στο Πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου του. Αξιόλογες κρίνονται επίσης οι αναφορές στον πληθυσμό, την οικονομία, τα επαγγέλματα, την παιδεία και στις σχέσεις των δύο κοινοτήτων πριν τα γεγονότα του 1914. Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με την παράθεση ονομάτων και σύντομων βιογραφικών στοιχείων των ιερέων και των δασκάλων της εποχής εκείνης.

            Οι ιστορίες και οι πληροφορίες για την οικογένειά του κυριαρχούν στις σελίδες των τριών επόμενων κεφαλαίων του βιβλίου. Δεν λείπει όμως και το συναίσθημα, αφού όπως κάπου σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας: «Πήγα στη γενέτειρα του παππού μου και του παππού του παππού μου, την Αλικαρνασσό. Βγαίνοντας από το λιμάνι, μετά τα πρώτα λεπτά, ένιωσα παράξενα. Ωραία. Ένιωσα σαν να επέστρεφα σπίτι μου. Η συγκίνηση με είχε συνεπάρει». Στα κεφάλαια αυτά περιγράφονται τα σπίτια, τα αρχοντικά και τα οικογενειακά κειμήλια που έχουν διασωθεί, όπως: εικόνες, έγγραφα, συμβόλαια, ληξιαρχικές πράξεις και βέβαια η χειρόγραφη διαθήκη του Τριανταφύλλου Διάκου Μιχάλη του 1881, η οποία πιστεύω ότι από μόνη της θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ειδικής μελέτης. Στηριζόμενος επίσης σε μεταγενέστερη μελέτη αλλά και από προσωπική του έρευνα, συντάσσει ένα πρώτο κατάλογο επιθέτων οικογενειών που έζησαν στο Πετρούμι. Στα τρία αυτά κεφάλαια τέλος αναφέρεται στο επάγγελμα του προπάππου του, Μιχάλη Τριανταφύλλου, ο οποίος ήταν ράφτης, ενώ παραθέτει βιογραφικά σημειώματα οικογενειών και σημαντικών προσώπων της Αλικαρνασσού.      

Το Ένατο Κεφάλαιο με τίτλο «Οι Ιταλοί μπήκαν στην πόλη….», πραγματεύεται την ιταλική κατοχή της Αλικαρνασσού από το Μάιο του 1919 έως τον Απρίλιο του 1920, όταν δηλαδή τα ιταλικά στρατεύματα αποβίβασαν δυνάμεις στη νοτιοανατολική Μικρά Ασία, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού των Μεγάλων Δυνάμεων για το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η εργασία του γλωσσολόγου και λαογράφου Νίκου Κοντοσόπουλου του 1957 με τίτλο «Ποιμενικά της Αλικαρνασσού», με αναφορές στην ενδυμασία των βοσκών, τις σκωπτικές διηγήσεις, το γλωσσάρι των βοσκών κ.ά, φιλοξενείται στο Δέκατο Κεφάλαιο του βιβλίου, αφού η κτηνοτροφία υπήρξε μια από τις ασχολίες των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής της Αλικαρνασσού.

 Το επόμενο κεφάλαιο βασίζεται στη μεταπτυχιακή εργασία της Ελένης Ψαραδάκη για τη Νέα Αλικαρνασσό στην Κρήτη, όπου καταγράφονται οι περιπέτειες εγκατάστασης των προσφύγων στη Νέα τους Πατρίδα, αλλά και οι αντίξοες συνθήκες κάτω από τις οποίες ενσωματώθηκαν στην τοπική κοινωνία και όμως μπόρεσαν να ορθοποδήσουν και να προοδεύσουν, χωρίς ποτέ να λησμονήσουν τις προγονικές τους εστίες.

Λέξεις και εκφράσεις από την τοπική διάλεκτο της Αλικαρνασσού παραθέτει ο συγγραφέας στο Δωδέκατο Κεφάλαιο με τίτλο: «Λέξεις από την Πατρίδα…», αξιοποιώντας τη μελέτη του καθηγητή Νίκου Κοντοσσόπουλου και το αρχείο του Αποστόλη Μουζουράκη. Στο «Γλωσσάρι» αυτό ο αναγνώστης συναντά πολλές λέξεις που και σήμερα χρησιμοποιούμε στις κατ΄ ιδίαν συνομιλίες μας, όπως: Αμανάτι, Αποσπερίζω, Αρμαστός, Γλήορη, Καρσί, Καμουτζέλες, Κουρσούνι, Κουσέλι, Λαϊνι, Λόπια, Μαστραπάς, Μεσάλι, Μπλάζω, Μουντάρω, Ναμικιώρης, Νεμπότης, ΄Οχτουρας, Πάρβας, Ποτάσσω, Σεκλετίζω, Σιρμαγιά, Ταβλάδος, Φροκαλιά κ.ά.

Το ακροτελεύτιο Δέκατο Τρίτο Κεφάλαιο με τίτλο «Το Πετρούμι…100 χρόνια μετά», εμπεριέχει εικόνες της σημερινής Αλικαρνασσού, τον επίλογο του συγγραφέα, το Αλφαβητικό Ευρετήριο Ονομάτων και βέβαια τη σχετική βιβλιογραφία.

Πρέπει όμως αγαπητοί μου να τελειώνω, ευχαριστώντας το Μιχάλη Τριανταφύλλου για το ανεπανάληπτο και μοναδικό ταξίδι που μας προσφέρει μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του. Του ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο, να συνεχίσει να είναι δημιουργικός και παραγωγικός και σύντομα να ακολουθήσουν νέες πνευματικές του δημιουργίες,  που δε σας κρύβω από τις εκμυστηρεύσεις του, αλλά όπως και ο ίδιος προαναγγέλλει στο βιβλίο του, στο μέλλον θα ασχοληθεί με τις οικογένειες των Πετρουμιανών, τις εμπειρίες της εξόδου των προσφύγων και την ένταξή τους στις νέες πατρίδες.

Δε θα μπορούσα να κλείσω αλλιώς την περιδιάβασή μου στο βιβλίο του, παρά μόνο με τη δική του εύστοχη καταληκτική διαπίστωση στον πρόλογό του: «Ο πολιτισμός ενός λαού δεν είναι η διατήρηση της στάχτης του, αλλά η μετάδοση της φλόγας του». Γιατί συμπληρώνω εγώ, δεν είναι «Χαμένες» οι πατρίδες των Ελλήνων της Ανατολής, αλλά «Αλησμόνητες», που ζουν μέσα στις καρδιές μας, όσο διατηρούμε ανοιχτά τα μάτια του μυαλού και της ψυχής μας…

Σας ευχαριστώ που είχατε την υπομονή να με ανεχθείτε. Να είστε καλά.

DSC_3473

Ὁ Λαός τῆς Οὐκρανίας καί τό Αὐτοκέφαλο, μέ ἀναφορά στή Δωδεκάνησο

Ετικέτες

, , , , , ,

Ἡ συζήτηση γιά τήν ἀπόδοση τῆς Αὐτοκεφαλίας στήν Οὐκρανική Ἐκκλησία θυμίζει ἔντονα μία ἄλλη περίπτωση, ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τῆς Δωδεκανήσου, ἡ ὁποία, ὡς γνωστόν, μόνη αὐτή ἀπό ὅλη τήν ἑλληνική ἐπικράτεια, ἔχει τό προνόμιο νά ἀποτελεῖ κανονικό ἔδαφος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί δέν ἀπέστη ποτέ ἀπό αὐτό.

Ἄς θυμηθοῦμε ὅμως λίγα στοιχεῖα ἱστορίας: ἡ Δωδεκάνησος ἀποτελοῦσε μέρος τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας μέχρι τό 1314 πού τήν κατέλαβαν οἱ Ἰωαννῖτες Ἱππότες. Αὐτοί καθώς ἦταν Ρωμαιοκαθολικοί στό θρήσκευμα δέν προέβησαν σέ εὐθεῖς διωγμούς ἀλλά ἀγωνίστηκαν μέ ποικίλα μέσα (πειθώ, πιέσεις, ἐμπόδια στήν ἐκμάθηση τῆς ἑλληνικῆς γλῶσσας, κωλυσιεργία στίς χειροτονίες ἀρχιερέων, ἀπαγόρευση χειροτονίας ἀρχιερέων, ὑποταγή κλήρου στόν Λατῖνο Ἀρχιεπίσκοπο τῆς Ρόδου κ.ἄ.) γιά νά δημιουργήσουν τίς κατάλληλες συνθῆκες ὥστε νά ἐγκαταλείψουν οἱ Ὀρθόδοξοι κάτοικοι τῶν νήσων τήν πίστη τους καί νά ἐνταχθοῦν στήν Δυτική Ἐκκλησία.

Στίς ἀρχές τοῦ 1523 τά νησιά ἔπεσαν στά χέρια τῶν Ὀθωμανῶν, οἱ ὁποῖοι παρέμειναν σέ αὐτά μέχρι τό 1912. Ὑπῆρξε ὁμαλοποίηση στά ἐκκλησιαστικά ζητήματα, ἀλλά καί εὐθεῖς διωγμοί πού ἀνέδειξαν πολλούς νεομάρτυρες: ἀρχιερεῖς, κληρικούς ἄλλων βαθμίδων, καθώς καί λαϊκούς. Οἱ Ἰταλοί κυρίευσαν τά νησιά τό 1912. Παρέμειναν σέ αὐτά μέχρι τήν πτώση τοῦ καθεστῶτος τοῦ Μουσολίνι, τό 1943 (ἡ ἐνσωμάτωση στή μητέρα Ἑλλάδα ἦλθε τό 1948) καί σέ γενικές γραμμές ἀκολούθησαν παρόμοιες μεθόδους μέ τούς Ἱππότες.

Σέ ὅλη αὐτή τή μακρά περίοδο τῆς δουλείας ὁ μοναδικός σταθερός, ἀταλάντευτος καί ἀμετακίνητος προστάτης τῶν νησιωτῶν, πέρα ἀπό τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἦταν τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο μέ κάθε τρόπο τούς προστάτευε καί ἔβρισκε τά κατάλληλα ἀντίμετρα μέ τά ὁποία ἀκύρωνε κάθε ἀντορθόδοξη καί ἀνθελληνική κίνηση τῶν κατακτητῶν.

Τήν περίοδο τῶν Ἱπποτῶν, παραδείγματος χάριν, ἀντιμετώπιζε τήν παρεμπόδιση χειροτονιῶν ἐπισκόπων στήν Κῶ μέ τό νά ἀναθέτει σέ ἐπισκόπους γειτονικῶν περιοχῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τήν «κατ᾿ ἐπίδοσιν» (θά λέγαμε κατ᾿ ἀνάθεση) διαποίμανση τῆς Κῶ. Ἐπίσης, ἀρχιερεῖς ἄλλων ἐπαρχιῶν, μέ εἰδική ἄδεια, πήγαιναν στήν Κῶ γιά νά τελέσουν χειροτονίες ἤ οἱ ὑποψήφιοι ἱερεῖς χειροτονοῦνταν σέ ἄλλες ἐπαρχίες καί ἐπέστρεφαν χειροτονημένοι (αὐτό συνέβαινε καί κατά τήν Ἰταλοκρατία).

Μέ τή σοβαρότητα καί τή σωφροσύνη τῆς τακτικῆς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τά Δωδεκάνησα, μετά ἀπό 650 ἔτη («καί ὄχι 400 ὅπως στήν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα», ὡς προσφυῶς τονίζει σέ κάθε εὐκαιρία ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Κώου καί Νισύρου κ. Ναθαναήλ) σκλαβιᾶς ἔφτασαν στήν ἀπελευθέρωση δίχως νά ἀπωλέσουν οὔτε τήν πίστη τους οὔτε τήν ἑλληνική γλῶσσα καί παράδοση.

Μία ἀπό τίς, ἀναμφίβολα, εὐφυεῖς μεθόδους πού ἐπεχείρησαν νά χρησιμοποιήσουν οἱ Ἰταλοί ἦταν ἡ ἀνακήρυξη τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Δωδεκανήσου, ὥστε ἡ Δωδεκάνησος νά ἀποκοπεῖ ἀπό τήν πνευματική τροφοδοσία καί διαχρονική προστασία τῆς Μητρός Ἐκκλησίας καί, σιγά σιγά, μέ τήν πάροδο τῶν ἐτῶν νά ἁλωθεῖ πλήρως.

Μέ ἀφορμή τήν ἐκδημία τοῦ Μητροπολίτου Κώου Ἀγαθαγγέλου Ἀρχύτα, τό 1924, ὁ Ἰταλός Διοικητής τῆς Δωδεκανήσου Mario Lago ἔθεσε τό θέμα τοῦ Αὐτοκεφάλου στόν πρῶτο τῇ τάξει Μητροπολίτη τῆς Δωδεκανήσου Μητροπολίτη Ρόδου Ἀπόστολο Τρύφωνος, ὁ ὁποῖος συμφώνησε νά μεταφέρει τό θέμα στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ὡς τήν μοναδική ἁρμόδια ἐκκλησιαστική ἀρχή γιά νά παράσχει τό Αὐτοκέφαλο. Ἀπό τή στιγμή αὐτή ξεκίνησε μία μακρά παρελκυστική πολιτική ἐκ μέρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (μάλιστα τόν Νοέμβριο τοῦ 1924 ἐκοιμήθη ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ζ΄ καί τή θέση του πῆρε ὁ Κωνσταντῖνος Στ΄, ὁ ὁποῖος ἐξεδιώχθη ἀπό τούς Τούρκους) γιά νά κερδίσει χρόνο ὥστε τελικά νά ἀκυρωθοῦν ἐκ τῶν πραγμάτων τά σχέδια τῶν Ἰταλῶν. Οἱ Ἰταλοί ἐνοχλήθηκαν πολύ ἀπό αὐτή τή στάση πού ἐνισχυόταν ἀπό τήν ἀντίδραση τοῦ δωδεκανησιακοῦ λαοῦ καί στίς 31 Ὀκτωβρίου 1929 ἐπέδωσαν τελεσίγραφο γιά τήν ὑπογραφή τοῦ Τόμου τῆς Αὐτοκεφαλίας στόν ἑπόμενο Οἰκουμενικό Πατριάρχη Φώτιο Β΄, ὁ ὁποῖος ἀρνήθηκε καί σοφά παρέπεμψε τό θέμα σέ δημοψήφισμα τοῦ λαοῦ τῆς Δωδεκανήσου, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νά ἀποφασίσει γιά τό θέμα. Οἱ Ἰταλοί ἐξεμάνησαν, καθώς γνώριζαν ὅτι κάτι τέτοιο δέν ἐπρόκειτο νά ἔχει θετική κατάληξη γι᾿ αὐτούς, καί, ὡς ἔσχατο μέσο πίεσης, σκλήρυναν τή στάση τους ἀπέναντι στούς νησιῶτες, ἀλλά καί στήν τοπική Ἐκκλησία, διακόπτοντας τίς ἐπαφές μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί καταργώντας ὅλα τά κοινοτικά προνόμια αὐτοδιοίκησης τῶν Ὀρθοδόξων.

Τό αὐτονόητο συμπέρασμα τῶν παραπάνω εἶναι ὅτι μέ τήν σοφή καί συνετή πρακτική τῶν Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν πού χειρίστηκαν τίς προσπάθειες τῶν Ἰταλῶν, ἀφ᾿ ἑνός, καί μέ τό ἀρραγές μέτωπο καί τήν σθεναρή ἀντίσταση τῶν Δωδεκανησίων, ἀφ᾿ ἑτέρου, τά σχέδια τῶν κατακτητῶν ἀκυρώθηκαν.

 

Κίεβο,-ουκρανία-εμφάνιση-χάρτη

Χάρτης τῆς Οὐκρανίας

 

Καί ἐρχόμαστε στό σήμερα! Γιατί αὐτή ἡ εἰσαγωγή;

Τό ἀκριβῶς ἀντίθετο συμβαίνει σήμερα στήν Οὐκρανία: ὁ λαός ἐπιθυμεῖ τήν Αὐτοκεφαλία του, ζητᾶ διά τῶν ἐκκλησιαστικῶν (ἤδη ἀπό τό 1991) καί πολιτικῶν ἡγετῶν του (σέ πολλές περιπτώσεις) νά τοῦ ἀποδοθεῖ καί, ἐνῶ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, κανονικό ἔδαφος τοῦ ὁποίου ἀνέκαθεν ἀποτελοῦσε καί, φυσικά, συνεχίζει νά ἀποτελεῖ ἡ Οὐκρανία, κρίνει ὅτι τό αἴτημα αὐτό πρέπει νά ἰκανοποιηθεῖ, ἡ Ρωσική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀρνεῖται πεισματικά νά ἱκανοποιήσει αὐτό τό δίκαιο καί λογικό, γιά ὅποιον γνωρίζει στοιχειωδῶς, ἔστω, τήν οὐκρανική ἱστορία, λαϊκό αἴτημα. Μάλιστα, ἡ ἐμμονή τῆς Μόσχας νά ἀρνεῖται τήν Αὐτοκεφαλία σέ συνδυασμό μέ τήν πολιτική τοῦ ρωσικοῦ κράτους πρός τήν Οὐκρανία προκαλεῖ ἐντονότατη δυσαρέσκεια στόν οὐκρανικό λαό στίς τάξεις τοῦ ὁποίου ἔχει ἀναπτυχθεῖ σοβαρό ἐνδοεκκλησιαστικό, ἐπί σειρά ἐτῶν, ἀθεράπευτο σχίσμα.

Τό σχίσμα αὐτό, μέ τήν ἀπόδοση τοῦ Αὐτοκεφάλου καί τήν ἀπελευθέρωση τῆς Οὐκρανικῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν ἀποπνικτικό ρωσικό ἐναγκαλισμό, βαίνει πρός θεραπεία, καθώς ἀντιμετωπίζονται οἱ κύριες αἰτίες του.

 

St. Sophia Cathedral, Kiev

Ὁ Καθεδρικός Ναός τῆς Ἁγίας Σοφίας Κιέβου

 

Ἡ στάση τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας φαίνεται νά παραθεωρεῖ πλήρως τόν οὐκρανικό λαό. Συμβαίνει ἐν προκειμένῳ ἀκριβῶς τό ἀντίθετο ἀπό αὐτό πού προσπάθησαν νά κάνουν οἱ Ἰταλοί στή Δωδεκάνησο. Τή λύση σέ ἐκείνη τήν περίπτωση ἔδωσε ἡ σοφή προσφυγή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στή βούληση τῶν κατοίκων τῆς Δωδεκανήσου. Στήν περίπτωση τῆς Οὐκρανίας, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί πάλι στρέφεται στή βούληση τῶν Οὐκρανῶν, οἱ ὁποῖοι σαφῶς τίθενται ὑπέρ τῆς Αὐτοκεφαλίας. Ἄς μή λησμονοῦμε ἐξάλλου ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, παρά τίς σοβαρότατες ἐκπεφρασμένες ἀντιρρήσεις του, προχώρησε κατά τό παρελθόν στήν ἀπόδοση Αὐτοκεφάλου σέ πολλές ἄλλες «ἐθνικές» Ἐκκλησίες, μεταξύ τῶν ὁποίων στήν ρωσική καί στήν ἑλληνική, θεραπεύοντας μέ τή σύνεση καί τήν ἀγάπη του τά πολλά προβλήματα πού εἶχαν προκληθεῖ ἀπό τίς ἐκβιαστικές, ἄκαιρες καί ἄστοχες κινήσεις αὐτῶν τῶν Ἐκκλησιῶν. Καί μάλιστα, τό ἔπραξε μέ αὐτοθυσία στερούμενο τήν ἴδια του τή σάρκα θρέφοντάς τες πατρικά μέ τό ἴδιο του τό αἷμα, ὅπως ὁ πελεκᾶνος.

Εἶναι, τουλάχιστον, ἀμετροεπές γιά τήν ρωσική Ἐκκλησία νά προσπαθεῖ πεισματικά νά κρατήσει δεμένη στό ἅρμα της τήν Οὐκρανία ὅταν, ἀφ᾿ ἑνός δέν ἔχει αὐτό τό δικαίωμα καί, ἀφ᾿ ἑτέρου, ὁ οὐκρανικός λαός δέν τό θέλει. Διάβαζα σέ κάποια ἀπό τίς ἀναρτήσεις σχετικά μέ τό ζήτημα αὐτό ὅτι οἱ Ἱεράρχες τῆς κανονικῆς Οὐκρανικῆς Ἐκκλησίας δέν μνημονεύουν τόν Ρῶσο Πατριάρχη φοβούμενοι τήν ἀντίδραση τῶν πιστῶν τους. Ποῦ θά πάει αὐτή ἡ κατάσταση; Εἶναι δυνατόν νά στηριχθεῖ ἱεραρχία καί νά προχωρήσει πνευματικά δίχως τήν ἀγάπη καί τόν σεβασμό τοῦ λαοῦ;

Λένε κάποιοι: ἄς περιμένει τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο νά λύσουν οἱ Οὐκρανοί μόνοι τους τά προβλήματα τους καί ἔπειτα ἄς παραχωρήσει τήν Αὐτοκεφαλία. Νομίζω ὅτι ἡ ἁπλή λογική λέει ὅτι ἐφόσον τά προβλήματα τῶν Οὐκρανῶν ἔχουν αἰτία καί ἀφορμή τίς ἔξωθεν παρεμβάσεις τό πρόβλημα δέν μπορεῖ νά ἐπιλυθεῖ παρά μόνο ἐάν λείψει ἡ αἰτία τοῦ προβλήματος: οἱ ρωσικές περεμβάσεις. Εἶναι σαφές ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο κινεῖται πρός αὐτή ἀκριβῶς τήν κατεύθυνση. Ἀποδίδοντας τήν Αὐτοκεφαλία ἐπιτρέπει στήν Οὐκρανική Ἐκκλησία νά ἀντιμετωπίσει ἐλεύθερη ἀπό ἔξωθεν παρεμβάσεις τά τοῦ οἴκου της. Φαντάζομαι —μέ τόν δικό μου τρόπο σκέψης— ὅτι μέ τήν ἀπόδοση τοῦ Αὐτοκεφάλου οἱ σχισματικοί, ἐφόσον θά λείψει ἡ αἰτία τοῦ σχίσματος (καί δέν τούς ἐμποδίσουν ἄλλοι λόγοι π.χ. προσωπικοί) θά ἐπιδιώξουν τήν ἐπιστροφή τους στήν κανονική Οὐκρανική Ἐκκλησία.

 

1280px-Hagia_Sophia_Mars_2013

Ἡ Ἁγία τοῦ Θεοῦ Σοφία στήν Κωνσταντινούπολη

 

Δέν πρέπει νά παραθεωροῦμε, αὐτό πού κάποιοι τεχνηέντως ἀφήνουν νά ἐννοεῖται, ὅτι δηλαδή τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο θά δώσει τήν Αὐτοκεφαλία στήν σχισματική μερίδα. Αὐτές οἱ διαδόσεις βλάπτουν σοβαρότατα τήν ὅλη συζήτηση καί ἰδιαιτέρως τήν ρωσική πλευρά διότι ἔτσι ὑποβιβάζεται, ἐκ μέρους της, μέ ἐσκεμμένες ἀνακρίβειες τό ἐπίπεδο τῆς συζητήσεως μέ τρόπο πού δέν συνάδει σέ ἐκκλησιαστικούς ἄνδρες. Μέ ἔκπληξη διάβασα, ἐπί παραδείγματι, δηλώσεις τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κυθήρων κ. Σεραφείμ πού ἔχουν ἀναρτηθεῖ στήν ἱστοσελίδα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κυθήρων (http://www.imkythiron.gr/index.php/eidiseis/teleftaia-nea/5048-diloseis-mitr-kythiron-dia-tin-aftokefalian-tis-oukranikis-ekklisias), στίς ὁποῖες ἐκφράζει τήν «βαθυτάτη λύπη» του γιά τήν, ὑποτιθέμενη, «ἐμμονή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νά ἐκχωρήσει τήν Αὐτοκεφαλία εἰς τούς σχισματικούς τῆς Οὐκρανίας» κάτι τό ὁποῖο ἐπ᾿ οὐδενί προκύπτει ἀπό τίς κινήσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλά παραπλανᾶ τούς ἀναγνῶστες καί ἀδικεῖ κατάφορα τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος εἶναι πάντοτε προσεκτικός στίς κινήσεις καί στίς ἐπιλογές του. Μάλιστα, ὅταν τό 2008 ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, προσκεκλημένος τῆς Οὐκρανικῆς Κυβερνήσεως, ἐπισκέφθηκε τήν Οὐκρανία γιά τόν ἑορτασμό τῶν 1020 ἐτῶν ἀπό τό βάπτισμα τοῦ ἁγίου Βλαδιμήρου ὄχι μόνο δέν ἦρθε σέ ἐπαφή μέ τήν σχισματική μερίδα, ἀλλά χάρη στήν ἁπλότητα καί στή σύνεσή του ἐπέτυχε νά συλλειτουργήσει μέ τόν Πατριάρχη Μόσχας κυρό Ἀλέξιο.

 

orthodoxiaonline-62

Ἀπό τήν ἐπίσκεψη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου στήν Οὐκρανία τό 2008 γιά τόν ἑορτασμό τῶν 1.020 ἐτῶν ἀπό τή βάπτιση τοῦ Ἁγίου Βλαδιμήρου

 

Ἄς ἀφουγκραστοῦν, λοιπόν, οἱ Ρῶσοι Ἱεράρχες τή θέληση τοῦ οὐκρανικοῦ λαοῦ καί ἄς πράξουν ἀναλόγως. Ἄς συζητήσουν μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἄς τοῦ ἀποδώσουν τά δικαιώματα πού σύμπασα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ ἀναγνωρίζει, ἄς δείξουν τόν ἀπαιτούμενο σεβασμό στούς Ἱερούς Κανόνες καί στίς Ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τότε τό «οὐκρανικό πρόβλημα» θά πάψει νά ὑφίσταται ἔχοντας ἐπιλυθεῖ πρός δόξαν Θεοῦ καί πρός ὄφελος τοῦ οὐκρανικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος διακαῶς ἐπιθυμεῖ τήν Αὐτοκεφαλία καί τήν ἀνεξαρτησία του ἀπό τό Πατριαρχεῖο Μόσχας.

Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο – Πατριαρχεῖο Μόσχας: Ποῦ βρίσκεται ἡ δύναμη τελικά;

Ετικέτες

, , ,

Θλιβερή, θλιβερότατη ἡ στάση τοῦ Πατριάρχου Μόσχας κ. Κυρίλλου. Δέν τόν ἱκανοποίησε ἡ ἀποφασισθεῖσα ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας διακοπή τοῦ μνημοσύνου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, ἀλλά προχώρησε στήν ἀναγραφή στά Δίπτυχα τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ Ἐπισκόπου Τύχωνος, Προκαθημένου τῆς «Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας Ἀμερικῆς καί Καναδᾶ». Μίας αὐτοκέφαλης ἐκκλησίας τήν ὁποία δέν ἀναγνωρίζει καμία ἄλλη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί δέν μνημονεύει κανένας Προκαθήμενος στά Δίπτυχα, προφανῶς ἐκτός ἀπό τόν Πατριάρχη Μόσχας.

 

kyrillosvartholomaios-thumb-large

Ἀπό τή συνάντηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου μέ τόν Πατριάρχη Μόσχας κ. Κύριλλο στό Φανάρι στίς 31 Αὐγούστου 2018, κατά τήν ὁποία συζητήθηκε τό οὐκρανικό ζήτημα

 

Λαμβάνοντας ἀφορμή ἀπό αὐτά τά ἄκρως θλιβερά καί ἀκατανόητα (ὡς πρός τήν οὐσιαστική τους ὠφέλεια γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας) γεγονότα, καταθέτω μερικές ἁπλές σκέψεις-ἀπορίες μου.

Ἔστω ὅτι ἐγώ, πού εἶμαι ἄσχετος ἀπό πολιτική καί διεθνεῖς σχέσεις, ἤμουν προκαθήμενος μιᾶς τοπικῆς ἐκκλησίας καί ἀποφάσιζα νά προωθήσω μιά θέση μου. Τό πρῶτο πού θά ἔκανα θά ἦταν νά προσπαθήσω νά ἔχω τήν ἀποδοχή ἐν πρῶτοις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τό ὁποῖο, ἐξαιτίας τῆς θέσεως πού κατέχει στήν τάξη τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει τόν πρῶτο λόγο στά τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἐπί σειρά αἰώνων ἔχει χειριστεῖ δύσκολες, δυσχερέστερες ἀπό τήν παροῦσα, καταστάσεις, ὡς καί τῶν λοιπῶν παλαιφάτων Πατριαρχείων, τῶν νέων Πατριαρχείων καί τῶν λοιπῶν κατά τόπους Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν. Ἡ στάση τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, πού εἶναι ἕνα ἀπό τά νεοπαγῆ «ἐθνικά» Πατριαρχεῖα δείχνει ὅτι καθώς στίς ἐπιδιώξεις του δέν ἔλαβε τήν ἐπιθυμητή ἀναγνώριση καί τήν προσδοκώμενη ἀνταπόκριση προχώρησε σέ μία κίνηση πού δείχνει, μᾶλλον, νευρικότητα, καί δέν ἔχει εὐδιάκριτο στόχο: ἄραγε ἡ διακοπή μνημοσύνου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἔχει σκοπό νά τόν ἀπομονώσει; Μήπως συμβαίνει τό ἀντίθετο; Μήπως ἀποτελεῖ ἔμμεση ὁμολογία τῆς Μοσχοβίτικης Ἐκκλησίας γιά τήν ἀπομόνωση στήν ὁποία ἔχει ὁδηγηθεῖ; Ποιό στόχο ἄραγε θά μποροῦσε νά ἐξυπηρετεῖ ἡ μνημόνευση τοῦ Ἐπισκόπου Τύχωνος; Δηλώνει μέ αὐτή ὅτι «καί ἐγώ μπορῶ νά δίδω τήν Αὐτοκεφαλία ὅπου θέλω»; Ποιός τό δέχεται; Πόσες τοπικές Ἐκκλησίες ἀποδέχονται ὅτι οἱ Ρῶσοι μποροῦν νά δίδουν Αὐτοκεφαλία; Νομίζω καμία! Καί αὐτό δέν φαίνεται νά ἀλλάζει στό ἐγγύς μέλλον.

Ρωτοῦν πολλοί γιατί συμβαίνουν ὅλα αὐτά καί διαμαρτύρονται ἐπιρρίπτοντας —ἐνῶ δέν θά ἔπρεπε— ἐξίσου εὐθύνες σέ ὅλες τίς πλευρές. Εὐτυχῶς, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κινεῖται μέ πολύ συνετά βήματα, καί δέν παρασύρεται σέ κινήσεις πολιτικοῦ ὠφελιμισμοῦ καί λαϊκίστικου ἐντυπωσιασμοῦ. Δέν χρειάζεται οὔτε τό ἕνα οὔτε τό ἄλλο. Ἀντιθέτως, στρέφει πάντοτε τήν προσοχή της στήν οὐσία κάθε προβλήματος καί στή διακονία της στόν κόσμο πού ζοῦμε καί, νομίζω, κανείς δέν ἔχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ διακονία αὐτή εἶναι μαρτυρική, βασανισμένη καί ταπεινή. Στήν περίπτωση πού συζητᾶμε τόν ρόλο τοῦ διακόνου γιά τήν ἀνά τήν οἰκουμένη Ὀρθοδοξία διαδραμματίζει τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο ὡς τέτοιο ἀναγνωρίζεται ἀπό ὅλους τούς Ὀρθοδόξους Προκαθημένους —μέχρι χθές καί ἀπό τόν Μόσχας— καθώς πρῶτο τό ὄνομα τοῦ Προκαθημένου του διαβάζεται στά Δίπτυχα, πού λειτουργοῦν ὡς μία ἔμπρακτη ὁμολογία τῆς πανορθόδοξης ἑνότητας, καί ὡς τέτοιο ὁμολογεῖται ἀπό κάθε ὀρθόδοξο χριστιανό, καί μάλιστα, κατά τήν θεία λειτουργία, ἡ ὁποία εἶναι μία ἀνοικτή πόρτα ἀπό τήν ὁποία προγευόμαστε τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Τά θέματα τάξεως εἶναι ἰδιαιτέρως σημαντικά γιά τήν Ἐκκλησία. Δέν διατηροῦν νεκρούς τύπους, ἀλλά διασώζουν τή ζῶσα ἀλήθεια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί τήν πίστη της γιά τήν ἑνότητα κατά τήν ἱστορική της πορεία. Ὅταν μνημονεύει ὁ κάθε Προκαθήμενος τούς ἄλλους Προκαθημένους, εἶναι ὡς νά βρίσκονται ὅλοι μαζί γύρω ἀπό τό τραπέζι τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, ἑνωμένοι, ἀγαπημένοι, ἐν μετανοίᾳ, «ἐν ἀγαλλιάσει καί ἀφελότητι καρδίας» (Πράξ. 2:46). Ἐπιτρέψτε μου, μέ κάθε σοβαρότητα, νά πῶ ὅτι μόλις διάβασα τήν ἀπόφαση γιά τή διακοπή μνημονεύσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἦρθε στόν νοῦ ἕνα παιδάκι πού ἐπειδή δέν γίνεται τό δικό του στό παιχνίδι, εὔκολα, ἀνεξέταστα καί πολύ ἀφελῶς, λέει στόν μέχρι πρότινος φίλο του «δέν σέ ἔχω φίλο» ἤ κάτι παρόμοιο!

Προφανής στόχος τοῦ Πατριάρχου Μόσχας ἦταν νά ἀποδυναμώσει καί νά ἀπομονώσει τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη. Τό πέτυχε ἄραγε;

Σκέφτομαι τό ἐπιχείρημά του σχετικά μέ τό πλῆθος τῶν πιστῶν πού βρίσκονται ὑπό τήν πνευματική καί διοικητική του δικαιοδοσία.

Ἀναρωτιέμαι: Μπορεῖ αὐτό νά εἶναι πνευματικό ἐπιχείρημα; Μπορεῖ νά σταθεῖ σέ μία σοβαρή συζήτηση;

Δέν θά ἦταν ἀνήθικο κατά τήν σοβιετική περίοδο, παραδείγματος χάριν, πού ἡ Ρωσική Ἐκκλησία ὑπέστη τά πάνδεινα ἀπό τό καθεστώς, μέ ἐλάχιστους καταγεγραμμένους πιστούς καί ἀκόμη λιγότερους ναούς, μονές κ.λπ., νά ἔλεγαν οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες: πόσους πιστούς ἔχει ἡ Ρωσική Ἐκκλησία; Μόνο τόσους; Ἄς κατεβεῖ μερικές θέσεις στά δίπτυχα! Κανείς ὄχι μόνο δέν ἔθεσε αὐτό τό ζήτημα, ἀλλά ὅλες οἱ κατά τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες στήριξαν, μέ κάθε τρόπο, ὑλικά καί πνευματικά, τίς Ἐκκλησίες πού στέναζαν κάτω ἀπό τά ἀθεϊστικά καθεστῶτα.

Ἐάν ἀκολουθήσουμε τή λογική τῆς ἀριθμητικῆς ὑπεροχῆς θά πρέπει νά ὁμολογήσουμε ὅτι ἦταν λάθος, καί μάλιστα μεγάλο, ἡ στάση τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου πρός τήν Ἐκκλησία: ἀντί «σοφά» καί «συνετά» νά μετρήσει κεφάλια πιστῶν καί εἰδωλολατρῶν καί νά σχεδιάσει τίς ἑπόμενες κινήσεις του, ὅπως πράττουν οἱ Ρῶσοι ἀδελφοί μας, ἀκούγοντας τήν καρδιά του ὑποστήριξε, μέ «ἀπερίσκεπτη» πίστη, μέ «ἄφρονα» ἐλπίδα καί «τυφλή» ἐμπιστοσύνη στό χέρι τοῦ Θεοῦ, ἕνα ἰσχνό περίπου 10%, στό ὁποῖο, σύμφωνα μέ τούς εἰδικούς ἐπιστήμονες, ἀνερχόταν τότε οἱ χριστιανοί. Καί μάλιστα, σέ μιά ἐποχή πού ἡ Ἐκκλησία προσπαθοῦσε νά ἀναλάβει δυνάμεις μετά ἀπό ἕναν ἀπό τούς σκληρότερους καί ἀπηνέστερους διωγμούς καί αὐτό τό 10% τῶν πιστῶν κατοίκων τῆς Αὐτοκρατορίας ἀγωνιζόταν γιά τήν ἴδια του τήν ἐπιβίωση.

Δέν μπορῶ παρά, γιά πολλοστή φορά, νά φέρω στόν νοῦ μου τόν λόγο τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἀπ. Παῦλο ὅταν αὐτός τοῦ ζήτησε νά τόν θεραπεύσει ἀπό τήν ἀσθένεια πού τόν βασάνιζε: «ἀρκεῖ σοὶ ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται» (Β΄ Κορ. 12:9). Αὐτός ὁ λόγος ἐκφράζει τήν πίστη καί τήν παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας καί ὄχι ἡ ρωσική ἔπαρση πού τρέφεται μέ ἀλλότρια τῆς πίστεως μέσα. Αὐτός ὁ λόγος πού ἀποκαλύπτει τόν μυστικό τρόπο μέ τόν ὁποῖο λειτουργεῖ ἡ ἔννοια τῆς δυνάμεως στήν Ἐκκλησία θά ἔπρεπε νά μᾶς καθοδηγεῖ σέ κάθε βῆμα τῆς ζωῆς μας: ἡ δύναμη μόνο μέσα στά βάσανα καί στούς καημούς τῆς ἀσθενείας, τῆς ἀδυναμίας, ἐνισχύεται.

Καί νομίζω ὅτι στό πρός συζήτηση πρόβλημα οὐδείς ἀμφιβάλει γιά τό ποιός βρίσκεται ἀπό τή μεριά τῆς ἀπολύτου δυνάμεως (ἐξάλλου δέν τό κρύβουν) καί ποιός ἀγωνίζεται ταπεινά μέ τά περιορισμένα μέσα πού διαθέτει γιά νά τελειωθεῖ —ἐν ἀσθενείᾳ, ἐν μυρίοις κινδύνοις, ἐν κόποις καί μόχθοις, ἐν ψευδαδέλφοις (ὡς λέει καί ὁ ἀπ. Παῦλος στό Β΄ Κορ. 11:26)— καί νά προστατεύσει τήν ἀνά τόν κόσμο Ὀρθοδοξία ἀπό ἀμέτρητα προβλήματα, διωγμούς, ἀδυναμίες, ἐχθρούς κ.λπ.

Ἄς εὐχηθοῦμε, λοιπόν, σύντομα, καί μέ τό μικρότερο δυνατό κόστος γι᾿ αὐτούς, οἱ Ρῶσοι ἀδελφοί μας νά ἀντιληφθοῦν τά σφάλματά τους καί νά ἀλλάξουν πορεία ἐνισχύοντας μέ τήν παρουσία τους τήν πανορθόδοξη ἑνότητα καί νά συνεχίσουν νά προσεύχονται μνημονεύοντας ἐν ἀγάπῃ αὐτούς πού, κατά τό παρελθόν, ἐν ἀγάπῃ τούς χάρισαν τό ἀγαθό τῆς αὐτοκεφαλίας.

Ζώντας στήν ἀποστολική ἐποχή (2ο μέρος) Πόσο ἄλλαξε ἡ καθημερινότητα ἀπό τότε …

Ετικέτες

, , , , , , , , ,

Ἡ καθημερινότητα ἦταν ἐντελῶς διαφορετική ἀπό τή δική μας κατά τήν ἀποστολική ἐποχή! Μία ἐπιλεκτική, δειγματοληπτική θά λέγαμε, ἀναφορά πού ἐπιχειρῶ σέ κάποιους τομεῖς μᾶς δίνει μία ἀμυδρή ἀλλά ρεαλιστική εἰκόνα.

Ἡ δεύτερη ἀνάρτηση γιά τήν ἀποστολική ἐποχή. Τήν πρώτη πού ἦταν εἰσαγωγική μπορεῖτε νά τήν δεῖτε ἐδῶ.

Μέ ἀφορμή τίς καλοκαιρινές φονικές πυρκαγιές στήν πατρίδα μας κάνω μία σύντομη ἀναφορά στό φαινόμενο αὐτό στή Ρώμη:

Ἡ ἐκπαίδευση. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι δέν γνώριζαν οὔτε ἀνάγνωση. Γι᾿ αὐτό ἡ ἐκκλησιαστική διδαχή γινόταν κυρίως μέ τόν λόγο τῶν Ἀποστόλων καί τῶν ἄλλων κηρύκων. Ἐκπαίδευση δεχόταν σχεδόν ἀποκλειστικά τά ἀγόρια. Τά κορίτσια ἔμεναν στό σπίτι καί ἐκπαιδεύονταν στό νά γίνουν νοικοκυρές, ἄν καί κατά τήν ἑλληνιστική ἐποχή παρατηρεῖται μία γενικότερη ἔφεση πρός τά γράμματα καί τή γνώση (π.χ. πολλές φιλοσοφικές σχολές, ἀποκέντρωση γνώσης, ἀνάδειξη περιφερειακῶν πόλεων ὅπως ἡ Ρόδος, ἡ Ταρσός, ἡ Ἀλεξάνδρεια) καί φαίνεται ὅτι σιγά σιγά ἀρχίζουν νά μορφώνονται σέ μεγαλύτερους ἀριθμούς. Ἡ ἐκπαίδευση ἐκτυλισσόταν σέ δύο φάσεις: θά λέγαμε στό δημοτικό, περίπου ἀπό τά ἑπτά μέχρι τά δεκατέσσερα (τά παιδιά μάθαιναν τά βασικά: γραφή, ἀνάγνωση καί ἀριθμητική) καί στό ἑπόμενο ἐπίπεδο, κάτι σάν τό γυμνάσιο-λύκειο, ἀπό τά δεκαπέντε μέχρι τά δεκοκτώ (τά παιδιά ἐμβάθυναν σέ ὅσα εἶχαν μάθει καί προσέθεταν γνώσεις σέ τομεῖς ὅπως ἡ μουσική, ἡ ρητορική, ἡ ἀστρονομία, ἡ γεωμετρία, ἡ διαλεκτική). Ἄνθρωποι, ὅπως ὁ ἀπ. Παῦλος, παράλληλα μέ τήν ἰουδαϊκή θρησκευτική ἐκπαίδευση (π.χ. στήν Τορά, τόν Νόμο) καί μάλιστα σέ μία πόλη ὅπως ἡ Ταρσός διδάσκονταν καί τήν θύραθεν σοφία. Ἀπό κείμενά του καί ἄλλες καινοδιαθηκικές ἀναφορές διαπιστώνουμε ὅτι κατεῖχε στοιχεῖα φιλοσοφίας (π.χ. ἐπικούρειας καί στωικῆς), τήν ἑλληνική γλῶσσα καί κινοῦνταν μέ ἄνεση σέ κάθε ἑλληνιστικό περιβάλλον: στή συναγωγή, ἐνώπιον βασιλέων, Ἀνθυπάτων, τῶν Ἀθηναίων βουλευτῶν, πιθανότατα ἐνώπιον τοῦ Καίσαρα, σέ δικαστήρια, ἀνάμεσα σέ ἁπλούς ἀνθρώπους, σέ φυλακές καί ἐδώλια.

Τά βιβλία. Τά βιβλία ἦταν τόσο ἀκριβά καί σπάνια πού ἦταν ἔξω ἀπό τήν καθημερινή ζωή τῶν ἀνθρώπων καί ἔπαιζαν πολύ μικρό ρόλο στή μόρφωσή καί τήν καλλιέργειά τους. Ἡ δημιουργία ἑνός βιβλίου ὅπως ἡ Ἁγία Γραφή (ὑλικά, προετοιμασία ὑλικῶν, ἀντιγραφή, δέσιμο καί διακόσμηση) κόστιζε σέ σημερινές τιμές πολλές δεκάδες (ἀκριβέστερα ἑκατοντάδες) χιλιάδες εὐρώ. Ἕνα μικρό ἁπλό βιβλίο κόστιζε περίπου ὅσο κοστίζει σήμερα ἕνα μεσαίας κατηγορίας αὐτοκίνητο (10.000-15.000 €). Γι᾿ αὐτό στόν ἰουδαϊσμό, πού μᾶς ἐνδιαφέρει ἐν προκειμένῳ, κυριαρχοῦσε τό σύστημα μέ τό ὁποῖο μορφώθηκε καί ὁ ἀπ. Παῦλος «παρὰ τοὺς πόδας Γαμαλιήλ» (Πρ. 22:3): ὁ δάσκαλος, πού καθόταν σέ ἕνα σκαμνί, ἔλεγε δυνατά ἕνα χωρίο καί οἱ, γύρω του συγκεντρωμένοι καί κοντά στά πόδια του καθισμένοι, μαθητές τό ἐπαναλάμβαναν ἐν χορῷ μέχρι νά τό μάθουν. Μέ ἀντίστοιχο τρόπο μάθαιναν καί τήν ἑρμηνεία του ἀπό τά διάφορα ραββινικά ὑπομνήματα πού ὑπῆρχαν.

330px-Sinaiticus_text

Σελίδα ἀπό τόν περίφημο Σιναϊτικό Κώδικα (4ος μ.Χ. αἰ.) πού περιέχει τήν Ἁγία Γραφή καί εἶναι γραμμένος σέ περγαμηνή.

 

 

Oxyrhynchus-Papyri

Σελίδα ἀπό τά Στοιχεῖα τοῦ Εὐκλείδη γραμμένη ἐπάνω σέ πάπυρο

 

Οἱ μετακινήσεις. Εἶναι σχεδόν ἀδύνατο νά κατανοήσουμε σήμερα τί σήμαινε τότε νά φύγει ὁ ἀπ. Παῦλος διωγμένος, π.χ. ἀπό τή Θεσσαλονίκη γιά νά πάει στή Βέροια. Σήμερα γιά νά διανύσει κάποιος αὐτά τά 72 περίπου χιλιόμετρα χρειάζονται γύρω στά 50 λεπτά. Μπορεῖ δηλαδή εὔκολα νά πάει κάποιος ἀπό τή Θεσσαλονίκη στή Βέροια γιά καφέ ἤ γιά νά ἐκκλησιαστεῖ καί τό ἴδιο πρωινό νά ἐπιστρέψει. Τότε ἀκόμη καί στήν περίοδο τῶν μετακινήσεων (ἀπό τά μέσα τῆς Ἀνοίξεως μέχρι τέλη Σεπτεμβρίου) ἔπρεπε νά διαθέσει τρεῖς μέ τέσσερις ἡμέρες γιά νά πάει, νά μείνει ἐκεῖ μέχρι νά τελειώσει τίς δουλειές του καί ἔπειτα νά ἀναλάβει τό ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς. Ἀπαιτοῦνταν δηλαδή τουλάχιστον δέκα ἡμέρες. Πέραν τοῦ ἀπαιτούμενου χρόνου ὁ ταξιδιώτης ἀντιμετώπιζε πλῆθος κινδύνων ἀπό τίς καιρικές συνθῆκες, τά ἄγρια ζῶα (π.χ. στά βουνά καί στά ὑψίπεδα τῆς Κιλικίας), ἀπό ληστές, ἔπρεπε νά μεταφέρει τρόφιμα, νά κουβαλᾶ τά ἐργαλεῖα καί τά ροῦχα του, καθώς τά ταξίδια συνήθως διαρκοῦσαν χρόνια, νά ἀσφαλίσει τά χρήματά του, νά ἔχει τή δυνατότητα νά ἐργάζεται γιατί φυσικά κατά τήν ἔναρξη τοῦ ταξιδιοῦ δέν μποροῦσε νά ἔχει μαζί του ἀρκετά χρήματα γιά νά ζήσει αὐτός καί οἱ συνδοιπόροι του δύο ἤ τρία χρόνια κ.ἄ.

 

PompeiiStreet

Ὁδός ἀπό τήν Πομπηία

 

 

1280px-Roman_road_in_Tarsus,_Mersin_Province

Ρωμαϊκή ὁδός στήν Ταρσό τῆς Κιλικίας

 

 

330px-Kavala_egnatia_2

Ρωμαϊκή ὁδός στήν περιοχή τῆς Καβάλας

 

 

Via_Munita

Τά στρώματα τῶν ρωμαϊκῶν δρόμων

 

Ἡ ἐπικοινωνία. Ζοῦμε στήν ἐποχή τῆς εὔκολης ἐπικοινωνίας. Εἶναι σχεδόν ἀδύνατο νά καταλάβουμε ὅτι γιά νά μεταφερθεῖ μία εἴδηση ἀπό τή Ρώμη στήν Ἱερουσαλήμ, μέ τό ταχύτερο μέσο τῆς ἐποχῆς, τό Αὐτοκρατορικό στρατιωτικό ταχυδρομεῖο πού στάθμευε σέ συγκεκριμένους σταθμούς μέ τά καλύτερα ἄλογα καί ἄλλες διευκολύνσεις, ἀπαιτοῦνταν δύο ἤ καί περισσότεροι μῆνες. Κλάσματα τοῦ δευτερολέπτου ἀνέξοδα καί εὔκολα, ἀπό τό γραφεῖο μας, ἕνα ἠλεκτρονικό μήνυμα σήμερα· μῆνες μέ τεράστιο κόστος, κινδύνους καί κόπο ἕνα γραπτό ἤ προφορικό μήνυμα τότε. Ἀντιλαμβάνεται καθένας γιά τί διαφορές μιλᾶμε …

Ἡ ἐργασία-οἰκονομία. Ἐντελῶς διαφορετικές ἦταν καί οἱ συνθῆκες ἐργασίας. Ὁ ἀπ. Παῦλος, ὅπως κάθε σωστός παραδοσιακός Φαρισαῖος, πέρα ἀπό τή θρησκευτική ἐκπαίδευση πού ἔλαβε στή γενέθλια πόλη, Ταρσό, καί στήν Ἰερουσαλήμ, ὅπου πολλοί Ἰουδαῖοι πήγαιναν γιά περαιτέρω σπουδές στόν ἰουδαϊσμό, εἶχε διδαχθεῖ καί μία τέχνη. Ὁ ἀπ. Παῦλος ἦταν σκηνοποιός. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐξασφάλιζε τά πρός τό ζῆν καί δέν ἐπιβάρυνε κανένα. Χάρη σέ αὐτή τή συνήθεια τοῦ ἰουδαϊσμοῦ κατέστη δυνατό νά ζεῖ ἐπί χρόνια χωρίς ἄλλους πόρους, νά μετακινεῖται συνεχῶς καί νά ἀντιμετωπίζει δύσκολες καταστάσεις (π.χ. διωγμούς, φυλακίσεις). Ὅταν μετακινοῦνταν ἔπρεπε νά κουβαλᾶ τά ἐργαλεῖα πού χρειαζόταν γιά νά ἀσκεῖ τό ἐπάγγελμά του. Αὐτό ἦταν ἕνα χαρακτηριστικό τῆς ἐργασίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθώς τά ἐργαλεῖα γενικότερα ἦταν πολύ ἀκριβά καί σπάνια καί συνήθως κληρονομοῦνταν ἀπό γενιά σέ γενιά. Ἄλλα χαρακτηριστικά τῆς ἐποχῆς ἦταν ἡ κυριαρχία τῆς ἐργασίας τῶν δούλων καί ἡ ἀπουσία μηχανῶν (σέ μεγάλη τουλάχιστον ἔκταση) πού ἔκαναν τήν ἐργασία δυσκολότερη καί τήν τιμή τῶν προϊόντων ὑψηλότερη. Τά ἀγροτικά ἐπαγγέλματα κυριαρχοῦσαν στίς πόλεις τῆς Αὐτοκρατορίας. Μεγάλο πλοῦτο καί, κατ᾿ ἐπέκταση, δύναμη συγκέντρωναν, ἰδιαίτερα ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Αὐγούστου καί ἔπειτα, οἱ ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι ὠφελήθηκαν πολύ ἀπό τήν ἐπικράτηση τῆς Ρωμαϊκῆς Εἰρήνης (Pax Romana). Μέ τήν πάροδο τῶν ἐτῶν ἡ παραδοσιακή ρωμαϊκή ἀριστοκρατία, πού στήριζε τή δύναμή της στίς τεράστιες ἐκτάσεις γῆς πού κατεῖχε καί καλλιεργοῦσαν δοῦλοι, ἔχασε μέρος τῆς ἐπιρροῆς της πρός ὄφελος τῶν πλουσίων ἐμπόρων, πλοιοκτητῶν, κατόχων μεγάλων ἐργαστηρίων πού συγκέντρωναν πλοῦτο καί στηριγμένοι σέ αὐτόν ἀναδεικνύονταν στή δημόσια ζωή. Σιγά σιγά, μέ διαφόρους τρόπους, ἄρχισαν νά εἰσέρχονται στή Σύγκλητο καί νά δημιουργοῦν μία νέα μορφή ἀριστοκρατίας, πού μπορεῖ νά ἦταν ἀπεχθής γιά τούς παραδοσιακούς Ρωμαίους ἀριστοκράτες, ἀλλά ἀποτελοῦσε μία ὑπαρκτή πραγματικότητα. Ἀνάλογες συνθῆκες καί οἰκονομικά δεδομένα ἐπικρατοῦσαν καί στίς ἐπαρχίες τῆς Αὐτοκρατορίας: παντοῦ ὑπῆρχε ἡ παλαιά ἀριστοκρατία καί ἡ ἀνερχόμενη ὁμάδα τῶν πλουσίων, πού τά μέλη της δέν ἦταν παράδοξο νά προέρχονται ἀκόμη καί ἀπό τίς τάξεις πρώην δούλων πού κατάφεραν νά ἐξαγοράσουν τήν ἐλευθερία τους. Ὁ Χριστιανισμός ἦταν πολύ δημοφιλής ἀνάμεσα στίς ἀνερχόμενες ὁμάδες, ἐνῶ ταυτόχρονα προκαλοῦσε τό ἐνδιαφέρον καί τῆς παραδοσιακῆς ἀριστοκρατίας, ἀλλά καί τῶν κατωτέρων στρωμάτων καί φυσικά τῆς πολυπληθέστερης τάξης, τῶν δούλων. Τό ἀκροατήριο τῶν ἱεραποστόλων ἀποτελοῦσε κυρίως ἡ μεσαία τάξη.

Οἱ πυρκαγιές. Οἱ πόλεις τῆς περιόδου ὡς κύρια διαφορά μέ τίς σημερινές εἶχαν τήν πολύ μεγάλη πυκνότητα πληθυσμοῦ. Ρώμη, Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου καί Ἀντιόχεια τῆς Συρίας ἦταν οἱ τρεῖς μεγαλύτερες πόλεις τοῦ ἑλληνορωμαϊκοῦ κόσμου. Μέ κάθε ἐπιφύλαξη, καθώς ἡ ἐκτίμηση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων εἶναι πολύ δύσκολη, θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι εἶχαν πληθυσμό 1.000.000, 600.000 καί 400.000 ἀντίστοιχα. Ἡ ζωή σέ αὐτές ἦταν δύσκολη, οἱ συνθῆκες καθαριότητας ἄθλιες καί ἡ ἀποχέτευση ἀνύπαρκτη, ἴσως ἐκτός ἀπό τή Ρώμη πού εἶχε τόν Μεγάλο Ὑπόνομο (Cloaca Maxima) πού χυνόταν στόν Τίβερη καί κατέληγε στή Μεσόγειο. Στήν Ἀντιόχεια οἱ μεγάλες καί φονικές καταστροφές ἦταν πολύ συχνές, καθώς ἡ πόλη ἦταν κτισμένη ἐπάνω σέ σεισμογενές ρήγμα. Στή Ρώμη τό μεγαλύτερο πρόβλημα ἦταν οἱ πυρκαγιές. Τά περισσότερα σπίτια ἦταν ξύλινα καί ἡ πυκνή δόμηση ἔκανε τή μετάδοση τῆς φωτιᾶς ἀπό τό ἕνα στό ἄλλο εὐκολώτατη καί τήν ἐξάπλωσή της ταχύτατη. Ἐκτός ἀπό τίς ἐπαύλεις καί τίς πλούσιες συνοικίες, τά σπίτια ἦταν κτισμένα σέ νησίδες (insulae, οἰκοδομικά τετράγωνα) καί πολυόροφα. Σέ κάποιες περιπτώσεις εἶχαν μικρά μονόχωρα καταστήματα στό ἰσόγειο. Οἱ πιό πλούσιοι ἀπό τούς ἐνοίκους, σέ ἀντίθεση μέ σήμερα, κατοικοῦσαν στούς κάτω ὀρόφους, καθώς αὐτοί ἦταν πετρόκτιστοι καί κάλυπταν περισσότερα τετραγωνικά. Ὅσο πιό ψηλά ἦταν ἕνα διαμέρισμα τόσο μικρότερο ἦταν (τό κτήριο εἶχε ἐλαφρῶς πυραμιδωτή μορφή διότι ὁ κάθε ὄροφος στηριζόταν στή μεγαλύτερη ἐπιφάνεια τοῦ προηγουμένου) καί λόγῳ τοῦ ξύλου ἅρπαζαν ἀμέσως φωτιά μέ ἀποτέλεσμα νά μήν προλαβαίνουν οἱ κάτοικοι νά διαφύγουν. Ἡ προστασία ἀπό τίς πυρκαγιές καί ἡ σχετική κρατική μέριμνα ἦταν ὑποτυπώδεις. Καθήκοντα πυροσβεστῶν εἶχαν κρατικοί δοῦλοι, οἱ ὁποῖοι γιά νά ἀντιμετωπίσουν τήν ἐξάπλωση τῆς φωτιᾶς προσπαθοῦσαν, κυρίως, νά γκρεμίσουν κάποια κτήρια ὥστε οἱ φλόγες νά μήν βρίσκουν τροφή καί τελικά νά ἐξασθενήσουν. Γι᾿ αὐτό καί στήν τρομερή πυρκαγιά τῆς Ρώμης (18 Ἰουλίου 64 μ.Χ.), ἀνεξάρτητα ἀπό τήν εὐθύνη τοῦ Νέρωνα, ἡ καταστροφή ἦταν τρομακτική κατακαίοντας τό μεγαλύτερο μέρος τῆς πόλης.

 

1280px-OstianInsula

Σωζόμενο τμῆμα ρωμαϊκῆς insula

 

 

cloaca-maxima

Ὁ κεντρικός ὑπόνομος τῆς Ρώμης

 

Σέ αὐτούς τούς τομεῖς θά μπορούσαμε νά προσθέσουμε καί πολλούς ἄλλους ὅπως ἡ τέχνη, ἡ κοινωνική ζωή, οἱ θρησκευτικές ἀντιλήψεις, οἱ μυστηριακές θρησκεῖες, τά ἤθη καί τά ἔθιμα, ἡ στράτευση, ἡ θέση τῆς γυναίκας κ.ἄ. πού μορφοποιοῦν μπροστά στά μάτια μας τόν κόσμο τῆς ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς, ἕναν κόσμο πολύ διαφορετικό ἀπό τόν σύγχρονο, ὁ ὁποῖος εἶχε ὄμορφες στιγμές ἀλλά καί φοβερά προβλήματα (π.χ. ὕδρευση, σίτιση).

Μετάνθρωπος: ζώντας σ᾿ έναν ψηφιακό κόσμο

Ετικέτες

, , , , , , , , , , , ,


Πριν από λίγες ημέρες ετέθη σε κυκλοφορία το πρώτο βιβλίο στα ελληνικά εκδοτικά πράγματα που πραγματεύεται την έννοια του «μετανθρώπου» (posthuman / transhuman) του ανθρώπου της διεπαφής (interface) με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ένα πολύ ενδιαφέρον και σύγχρονο θέμα.
Μαζί με τους άλλους συγγραφείς του τόμου κινούμενοι στα μονοπάτια της φιλοσοφίας, της σύγχρονης επιστήμης καί των επιτευγμάτων της τεχνολογίας αναζητούμε στην ελληνική και πατερική παράδοση απαντήσεις σε ερωτήματα που θα τα βρίσκουμε μπροστά μας όλο και περισσότερο, όλο και πιο συχνά:

Επιτρέπεται να δημιουργήσουμε νέους «ισχυρότερους» και «ικανότερους» ανθρώπους; Ανθρώπους της διεπαφής (interface) με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή;
Επιτρέπεται να προχωρήσουμε στη διενέργεια εκτεταμένων βελτιωτικών παρεμβάσεων στον άνθρωπο;
Επιτρέπεται να παραμερίσουμε τους ασθενείς, τους αδυνάτους, τους αναπήρους, τους διανοητικά διαφορετικούς;
Επιτρέπεται να συναινέσουμε σε μία ηθική της σκοπιμότητας και της θεοποίησης της επιθυμίας;
Είναι η λύση των προβλημάτων μας ο μετάνθρωπος;
Είναι ο μετάνθρωπος το αναπόφευκτο μέλλον μας;

Ο τίτλος του βιβλίου είναι : «Μετάνθρωπος, ζώντας σ᾿ ἕναν ψηφιακό κόσμο«

4de96befed4fc26b9f4d9cce84d5a9d4_XL

Εμπνευστής και επιμελητής του τόμου ο αγαπητός Δημήτρης Γερούκαλης, ὁ ὁποῖος, εκτός από τήν Εισαγωγική αναφορά καί τα Επιλεγόμενα, συμμετέχει με το πρῶτο κείμενο (τίτλος: «Η οικολογία του ψηφιακού κόσμου: μετάνθρωπος ή πρόσωπον;»).

Ακολουθούν το κείμενο του Σωτήρη Γουνελά («Κριτική στην επιστήμη» και το Προλογικό Σχόλιο), του Δημήτρη Μπεκριδάκη («Machina Ex Deo, Στοχασμοί γύρω από τον θεολογικό πυρήνα της σύγχρονης τεχνολογίας»), Ιωάννη Πλεξίδα («Το τέλος του ανθρώπου: μία χριστιανική προσέγγιση στην έννοια του μετανθρώπου») και το δικό μου (Αθανασίου Μουστάκη: «Άγιος: ο πραγματικός μετά-άνθρωπος»).

Θερμές ευχαριστίες στον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κώου και Νισύρου κ. Ναθαναήλ, Χαιρετισμός του οποίου ανοίγει τον τόμο, καθώς και στον Αρμό και στους ανθρώπους του, τον Εκδότη κ. Γιώργο Χατζηιακώβου και τον υπεύθυνο του εκδοτικού τμήματος κ. Λουκά Σούλο, για τη συνεργασία και τη βοήθειά τους.

Να σημειώσουμε ότι ο τόμος αυτός εντάσσεται στην εκδοτική προσπάθεια της Αστικής Εταιρείας «Ιπποκράτης» / Κέντρο πρόληψης των εξαρτήσεων και προαγωγής της ψυχοκοινωνικής Υγείας, η οποία εδρεύει στην Κω και δραστηριοποιείται στα νησιά του Βορείου Συγκροτήματος της Δωδεκανήσου. Επιστημονικός υπεύθυνος της Εταιρείας είναι ο Δρ Δημήτριος Κ. Γερούκαλης, Ιατρός Νευρολόγος Ψυχίατρος.

Με την ευκαιρία της εκδόσεως του τόμου η Αστική Εταιρεία εξέδωσε το παρακάτω ανακοινωθέν:

DELTIO TYPOU EKDOSH VIVLIOU METANTHROPOS_03-08-2018Στιγμιότυπο οθόνης (11)

 

 

Ζώντας στήν ἀποστολική ἐποχή (1ο μέρος) Λίγες σκέψεις γιά εἰσαγωγή…

Ετικέτες

, , , , ,

Μεγάλο προσόν τοῦ ἱστορικοῦ καί τοῦ ἀρχαιολόγου εἶναι νά μπορέσει μέ τό ἔργο του, πέρα ἀπό τήν ἀκρίβεια, νά ἀποδώσει ὅσο πιό παραστατικά καί ἐγγύτερα στήν πραγματικότητα εἶναι δυνατό τίς συνθῆκες ζωῆς, μόρφωσης, ἐκπαίδευσης, ἐργασίας κ.λπ. κάθε ἐποχῆς ὥστε ὁ ἀναγνώστης νά μπορέσει νά τήν κατανοήσει σέ βάθος καί νά προχωρήσει σέ πιό οὐσιαστική ματιά στήν καθημερινότητα τῶν ἀνθρώπων, νά τήν ἑρμηνεύσει αὐθεντικότερα καί πιό ρεαλιστικά, ὅποια καί ἐάν εἶναι αὐτή, νά ἀντιληφθεῖ τίς σχέσεις, τίς ἀντιπαλότητες, τίς ἀδυναμίες, τίς δεσμεύσεις, τίς τάσεις καί τούς περιορισμούς καί πολλά ἄλλα ἀπαραίτητα καί καθοριστικά στοιχεῖα.

Μερικά παραδείγματα ἴσως μᾶς βοηθήσουν νά καταλάβουμε τί ἐννοῶ.

Διαβάζοντας τήν περικοπή τοῦ διαλόγου τοῦ Χριστοῦ μέ τή γυναῖκα ἀπό τή Σαμάρεια (Ἰω. 4:5-42) δίχως νά ἔχουμε ὑπ᾿ ὄψιν μας κανένα ἀπό τά στοιχεῖα πού ἀπαραιτήτως τήν συνοδεύουν ἑρμηνευτικά (καί ὄχι μόνο σέ ἐπιστημονικό, ἀλλά κυρίως σέ κηρυκτικό, διδακτικό καί κατηχητικό ἐπίπεδο) πόσα ἀπό αὐτά πού θά διαβάσουμε θά τά κατανοήσουμε στό ὀρθό τους πλαίσιο; Θά ἀντιληφθοῦμε ἄραγε τό μεγαλεῖο τῶν λόγων τοῦ Κυρίου; Ἄν π.χ. δέν γνωρίζουμε τήν προσδοκία τῶν Ἰουδαίων γιά τόν Μεσσία θά νιώσουμε τόν συγκλονισμό τῆς Σαμαρείτιδας ὅταν ἄκουσε τά λόγια «Ἐγώ εἰμι, ὁ λαλών σοι» (Ἰω. 4:26);

 

samareitida

Ὁ Χριστός συνομιλεῖ μέ τή γυναῖκα ἀπό τή Σαμάρεια καί τῆς ἀποκαλύπτει ὅτι εἶναι ὁ Μεσσίας (ἀπό κατακόμβη)

 

Ὅταν διαβάσουμε τήν περικοπή κατά τήν ὁποία περιγράφεται ἡ ἀποτροπή τοῦ λιθοβολισμοῦ τῆς μοιχαλίδας (Ἰω. 8:3-11) χωρίς νά γνωρίζουμε τόν Νόμο, τήν ἑρμηνεία του ἀπό τούς Γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους, τήν ἔννοια τοῦ λιθοβολισμοῦ στόν ἰουδαϊσμό, τήν ἔννοια τῆς ἁμαρτίας κ.λπ. θά καταλάβουμε τί ἐννοοῦσε ὁ Κύριος μέ τά λόγια «Ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος ἐπ᾿ αὐτήν βαλέτω λίθον» (Ἰω. 8:7) ἤ θά νομίσουμε ὅτι ὁ Χριστός τούς προέτρεψε νά τήν λιθοβολήσουν;

Ἀπομονώνοντας τό περιστατικό τοῦ «γογγυσμοῦ» (Πρ. 6:1), χωρίς νά γνωρίζουμε τό πλαίσιο ζωῆς, τήν ἁγιότητα πού ἐπικρατοῦσε ἀνάμεσα στούς πιστούς, τήν ἀγάπη πού ἔδειχναν ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο, τίς σχέσεις ἑλληνιστῶν καί μή Ἰουδαίων, τήν περιφρόνηση πού οἱ Ἰουδαῖοι ἔνιωθαν γιά τούς προσηλύτους κ.λπ. θά νομίσουμε ὅτι ἡ ἀποστολική Ἐκκλησία ἦταν μιά παρέα ἀνθρώπων πού καυγάδιζαν γύρω ἀπό μερικά τραπέζια γιά τό ποιός θά φάει περισσότερο καί ὅτι ὁ ἕνας στεροῦσε τό φαγητό ἀπό τόν ἄλλο … Αὐτή εἶναι, ὅμως, ἡ ἀλήθεια;

 

agapes_katakomvi

«Ἀγάπη», κοινό χριστιανικό γεῦμα στό ὁποῖο οἱ πιστοί ἔτρωγαν ὅλοι μαζί ἀπό ὅσα πρόσφεραν οἱ ἴδιοι (ἀπό κατακόμβη)

 

Ἔχοντας στόν νοῦ μας τήν περικοπή πού περιγράφει τή διαφωνία τῶν δύο κορυφαίων ἀποστόλων, τοῦ ἀπ. Πέτρου καί τοῦ ἀπ. Παύλου, στήν Ἀντιόχεια (Γαλ. 2:11-14) τί θα σκεφτοῦμε γιά τίς μεταξύ τους σχέσεις; Ἄν ἐξετάσουμε τό γιατί τό ἔκαναν, τί εἶχε προηγηθεῖ στήν Ἀποστολική Σύνοδο, τί ἐπεδίωκαν τά ὄργανα τοῦ ἰουδαϊσμοῦ κ.ἄ. δέν θά εἴμαστε ὀρθότεροι στήν κρίση μας;

Μέ αὐτό τό σκεπτικό σέ μιά σειρά ἀναρτήσεων θά προσπαθήσω —εἶναι ἀλήθεια ἐντελῶς ἀποσπασματικά— νά παρουσιάσω κάποια στοιχεῖα ἀπό τή ζωή κατά τήν ἀποστολική ἐποχή, μήπως κατανοήσουμε πληρέστερα τόν τρόπο ζωῆς καί δράσης τῶν Ἀποστόλων, ἀλλά καί τῶν πρώτων Χριστιανῶν.

Ἡ πρώτη ἀνάρτηση θά εἶναι εἰσαγωγική καί σέ αὐτή θά παρουσιάσω μερικές γενικές σκέψεις. Στή δεύτερη πρόκειται νά ἀναφερθῶ σύντομα σέ γενικές διαφορές τῆς ἀποστολικῆς ἐποχῆς ἀπό τή δική μας. Στήν τρίτη θά παρουσιάσω μερικές βασικές διαφορές ἀνάμεσα στήν ἀποστολική καί στή σύγχρονη Ἐκκλησία, οἱ ὁποῖες συνήθως οὔτε μᾶς περνοῦν ἀπό τό νοῦ ὅταν, γιά παράδειγμα, διαβάζουμε τήν Καινή Διαθήκη. Στήν τέταρτη σκέπτομαι νά ἀναφερθῶ σέ διάφορα θέματα πού προέκυπταν στήν πρώτη Ἐκκλησία καί στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο οἱ πιστοί τά ἀντιμετώπιζαν.

* * *

Ἄς ξεκινήσουμε, λοιπόν, μέ μερικές εἰσαγωγικές σκέψεις.

Ἡ εἰκόνα πού οἱ περισσότεροι ἀπό ἐμᾶς ἔχουμε σχηματίσει γιά τή ζωή καί τήν ἱστορική πορεία τῆς Ἐκκλησίας κατά τά πρῶτα ἀποστολικά χρόνια εἶναι ὅτι ἐπρόκειτο γιά μία ὁμάδα ἀνθρώπων πού ζοῦσαν εἰδυλλιακή ζωή, μέ ἀκλόνητη πίστη, δίχως προβλήματα στήν καθημερινότητά τους, πέρα ἀπό αὐτά πού τούς προκαλοῦσαν οἱ διῶκτες τους.

Ἡ εἰκόνα αὐτή, πού σέ μεγάλο βαθμό ἔχει δημιουργηθεῖ ἀπό τήν ἐπιρροή ἐπάνω μας τῆς τέχνης —λογοτεχνίας καί κινηματογράφου κυρίως— ἄν καί ἀναμφίβολα ἔχει πολλά σημαντικά στοιχεῖα ἀλήθειας καί ἀπεικονίζει κάποιες σημαντικές πτυχές τῆς πραγματικότητας, ἴσως ἐξωραΐζει κάπως τά πράγματα, κάτι πού ἐπ᾿ οὐδενί κάνει ἡ Καινή Διαθήκη. Δέν κρύβω ὅτι πρόκειται γιά μία πολύ ἑλκυστική εἰκόνα: εἶναι ἰδανική καί ταιριάζει ὄχι μέ τήν πραγματικότητα, ἀλλά μέ αὐτό πού θά ἐπιθυμούσαμε νά εἶναι πραγματικότητα. Ἴσως μάλιστα, νά μᾶς προσφέρει τό ἐπιθυμητό ἄλλοθι γιά νά ποῦμε «ἄν εἶχα γεννηθεῖ κι ἐγώ τότε θά ζοῦσα μέ ἁγιότητα, ὅπως καί οἱ ἄλλοι χριστιανοί, ἀλλά τώρα πού ζῶ σέ αὐτή τήν ἐποχή τῆς ἁμαρτίας, τῆς διαφθορᾶς, τῆς ἀνομίας ἀναγκάζομαι νά ἀκολουθήσω κι ἐγώ».

 

gevma

Διανομή τροφίμων κατά τήν Ἀποστολική ἐποχή (γλυπτό ἀπό χριστιανικό ναό)

 

Ἡ ζώη, ὅμως, τῆς ἀρχέγονης Ἐκκλησίας, ὅπως εὔκολα διαπιστώνουμε μελετώντας τήν Καινή Διαθήκη, δέν παρουσίαζε ἀποκλειστικά καί μόνο αὐτή τήν εἰδυλλιακή εἰκόνα πού πλάθουμε μέ τόν νοῦ μας, ἀλλά τήν πραγματική μεταφέροντάς μας τήν ἐμπειρία πού εἶχαν οἱ Ἀπόστολοι ἀπό τόν Χριστό καί ἀπό τή Χάρι τοῦ Θεοῦ πού ἦταν παροῦσα σέ κάθε τους βῆμα. Ἡ Καινή Διαθήκη δέν ἔχει τήν πρόθεση νά ὡραιοποιήσει ἤ νά ἀλλάξει τήν πραγματικότητα. Δέν πρόκειται γιά λογοτεχνικό δημιούργημα οὔτε γιά ἔργο θρησκευτικῆς φαντασίας. Τό ἀντίθετο μάλιστα! Πρόκειται γιά θεόπνευστο ἔργο πού πατᾶ γερά στήν πραγματικότητα, καί χαρακτηρίζεται ἀπό ἐντυπωσιακή λιτότητα, ὑποδειγματική ἀκρίβεια, ἀνυπέρβλητο σεβασμό στό ἔργο τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, στόν ἄνθρωπο καί στήν ἀνάγκη του νά σωθεῖ.

 

Lithobolismos_Stefanou

Ὁ λιθοβολισμός τοῦ ἁγίου Στεφάνου

 

Δέν πρέπει νά λησμονοῦμε ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική παράδοση δέν φτιάχνει καρικατούρες ἀνθρώπων, πού στά μάτια μας παρουσιάζονται τέλειοι, ἀψεγάδιαστοι (ὅπως πράττουν ὅσοι διαμορφώνουν τήν εἰκόνα πολιτικῶν, ἠθοποιῶν, ἐπιχειρηματιῶν, ἐπιστημόνων, κ.ἄ.) μά ἐν τέλει ἀποδεικνύονται –ἀναπόφευκτα προφανῶς– ἐντελῶς διαφορετικοί, μέ ψεγάδια καί ἀδυναμίες. Μᾶς παρουσιάζει τήν πραγματική ζωή μέ τά προβλήματα, τίς ἀδυναμίες, τίς μικρότητες, τούς ἐγωισμούς. Συνάμα συναντᾶμε τήν ταπείνωση, τήν ἀγάπη, τόν αὐθορμητισμό, τήν πίστη, ὅπως καί τήν ζωή σ᾿ ἕναν κόσμο πού ὁλοένα ἀλλάζει, μεταμορφώνεται, ἀνακαινίζεται, ἁγιάζεται!

Ἡ Ἐκκλησία, ἕνας ζωντανός ὀργανισμός, ἐκεῖνα τά πρῶτα χρόνια ἀναπτυσσόταν ταχύτατα καί προσπαθοῦσε νά βρεῖ τόν ρυθμό γιά τή μακρά ἱστορική της πορεία. Μετά τά πρῶτα συγκλονιστικά γεγονότα τῆς Σταυρώσεως καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, τίς ἐμφανίσεις Του στούς μαθητές, τήν Πεντηκοστή, τόν διωγμό καί τό μαρτύριο τοῦ Ἀρχιδιακόνου Στεφάνου, τή διασπορά τῶν μαθητῶν στίς πόλεις τῆς Παλαιστίνης καί τή μεταστροφή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, πρό τῶν πυλῶν τῆς Δαμασκοῦ, τά πράγματα φαίνεται νά ὁμαλοποιοῦνται καί νά βρίσκουν τόν δρόμο τους, μέ τήν ἔννοια ὅτι οἱ Ἀπόστολοι, οἱ ποιμένες, ἐν γένει, καί, φυσικά, οἱ πιστοί ἀρχίζουν νά ζοῦν τή ζωή τους, νά ἀσκοῦν τό ἱεραποστολικό ἔργο τους, νά κατηχοῦν τούς γύρω τους, τίς εὐρύτερες οἰκογένειές τους, τούς ἴδιους τούς οἰκείους τους μέσα στήν καθημερινότητα. Ἡ ἐμπειρία αὐτῶν τῶν ἐτῶν μεταφέρεται σέ ᾿μᾶς ἀπό τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί ἔχει καταγραφεῖ στήν Καινή Διαθήκη.

Ἀναμφίβολα, γιά νά ἀντιληφθοῦμε ὀρθά τά δεδομένα πού ἴσχυαν σέ μιά τόσο πρώιμη ἐποχή καί νά κατανοήσουμε τίς σχέσεις καί τήν καθημερινότητα τῶν πρώτων χριστιανῶν δέν θά πρέπει νά λησμονοῦμε ὅτι ὑπῆρχαν σημαντικές διαφορές μέ τήν σημερινή ἐποχή, ὄχι μόνο στό εἰδωλολατρικό περιβάλλον πού ἀποτελοῦσε τό πλαίσιο ζωῆς καί ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί στήν πρακτική, στή λατρεία καί καθημερινότητα κάθε πιστοῦ.

Ναοδομία: τά πρῶτα βήματα, μέ ἀναφορά στήν Κῶ

Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ δημοσιεύθηκε στίς σελίδες 22-25 τοῦ 48ου τεύχους τοῦ ἠλεκτρονικοῦ (πλέον) περιοδικοῦ τοῦ Ζαχαρία Κουζούκα (e-Nήσος Κως), ὁ ὁποῖος μέ τήν ἐργατικότητα πού τόν διακρίνει ξεπερνᾶ πολλές δυσκολίες καί μέ τό φιλοπρόοδο πνεῦμα του χαράσσει νέους δρόμους στήν ἐνημέρωση.

Οἱ φωτογραφίες εἶναι τοῦ Δαβίδ Μουστάκη καί δικές μου.

Ἡ Κῶς εἶναι ἕνα νησί μέ πλούσια ἱστορία καί ζωντανή παράδοση καί ἀποτελεῖ ἕναν μικρό παράδεισο γιά τόν ἀρχαιολόγο καί ἰδιαίτερα τόν θεράποντα τοῦ κλάδου τῆς χριστιανικῆς ἀρχαιολογίας.

Στό νησί ὑπάρχει πλῆθος μνημείων! Ὅπου καί νά σκάψεις θά βρεῖς κάτι ἐνδιαφέρον. Τό νησί γνώρισε μεγάλη ἀκμή κατά τήν ἑλληνιστική καί τή ρωμαϊκή περίοδο, ἀλλά καί κατά τήν παλαιοχριστιανική καί ἰδιαιτέρως ἀνάμεσα στούς δύο μεγάλους σεισμούς τοῦ 469 καί 556 μ.Χ., οἱ ὁποῖοι κατέστρεψαν τά περισσότερα παλαιοχριστιανικά μνημεῖα του. Ἀνάμεσα σέ αὐτά πρέπει νά ἀναφέρουμε δεκάδες βασιλικές, πολλά βαπτιστήρια, βοηθητικά κτήρια, πολυτελές ἐπισκοπεῖο κ.ἄ.

Παρόμοιες στιγμές μέ αὐτές πού ἔζησαν οἱ πρόγονοί μας, ζήσαμε καί ἐμεῖς πρίν ἀπό λίγους μῆνες ἐξαιτίας τοῦ καταστρεπτικοῦ σεισμοῦ τῆς 21ης Ἰουλίου 2017, ὁ ὁποῖος προκάλεσε πολλά προβλήματα στό νησί, σέ σύγχρονα καί παλαιά κτίσματα, σέ μνημεῖα καί κατοικίες, στό λιμάνι καί σέ ἐπιχειρήσεις, στό Κάστρο τῆς Νεραντζιᾶς, σέ νεώτερους καί παλαιότερους ναούς.

Ἀπό τήν ἑπομένη τοῦ σεισμοῦ ἡ Ἱερά Μητρόπολις Κώου καί Νισύρου, μέ τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κώου καί Νισύρου κ. Ναθαναήλ ἐπικεφαλής, ξεκίνησε τό ἐργῶδες καί δυσχερές ἔργο τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ζημιῶν στούς ἱερούς ναούς, ὥστε νά ἐπαναλειτουργήσουν τό συντομότερο δυνατό καί τά προβλήματα νά ἀντιμετωπιστοῦν κατά τόν ἀρτιότερο τρόπο. Αὐτή ἡ μεγάλη καί δυναμική προσπάθεια ἔστρεψε τή σκέψη μας σέ μία ἀναδρομή στήν ἐξέλιξη τῶν ναῶν στήν χριστιανική παράδοση.

Ὁ πρῶτος ναός θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι εἶναι τό δωμάτιο πού τελέστηκε τό Μυστικό Δεῖπνο, τό λεγόμενο ἀπό τούς Εὐαγγελιστές «ὑπερῶο» πού βρισκόταν στήν Ἰερουσαλήμ καί ἦταν τό ἐπίσημο δωμάτιο μιᾶς διώροφης κατοικίας κάποιου εὐκατάστατου μαθητή τοῦ Χριστοῦ. Σέ αὐτόν τόν χῶρο ὁ Χριστός καί οἱ μαθητές συγκεντρώθηκαν γιά νά τελέσουν τό Πασχαλινό Δεῖπνο καί ὁ Κύριος παρέδωσε τό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Σέ αὐτό τό δωμάτιο ὁ Χριστός ἔπλυνε τά πόδια τῶν μαθητῶν, ἀπό αὐτό τό δωμάτιο ξεκίνησε ὁ Ἰούδας γιά νά προδώσει τόν διδάσκαλό του καί ἀπό αὐτό βάδισαν ὁ Χριστός καί οἱ λοιποί μαθητές πρός τή Γεθσημανή ὅπου προσευχήθηκε πρός τόν Πατέρα Του.

Σέ αὐτό βρισκόταν συγκεντρωμένοι οἱ μαθητές ὅταν πληροφορήθηκαν τό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως καί σέ αὐτό ἐμφανίστηκε πολλές φορές ὁ ἀναστημένος Χριστός. Ἐπίσης, ἐκεῖ ἔγινε ἡ Ψηλάφιση τοῦ Θωμᾶ καί ἡ Πεντηκοστή.

Βέβαια, στήν Ἰερουσαλήμ ὑπῆρχε καί ὁ Ναός πού ἔκτισε γιά πρώτη φορά ὁ βασιλιάς Σολομών, ξαναέκτισε ὁ Ζοροβάβελ καί, τέλος, στά χρόνια τοῦ Χριστοῦ ἔκτισε γιά τρίτη φορά ὁ Ἡρώδης ὁ Μέγας. Σέ αὐτόν δίδασκε ὁ Χριστός καί συνέβησαν πολλά περιστατικά πού περιγράφονται στά εὐαγγέλια. Οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ πρῶτοι χριστιανοί πήγαιναν συχνά νά προσευχηθοῦν σέ αὐτόν, ἀλλά τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας τό τελοῦσαν ἀρχικά στό «ὑπερῶο» καί ἐν συνεχείᾳ, ὅταν ἄρχισαν νά πληθαίνουν οἱ πιστοί, καί σέ ἄλλα σπίτια μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ἄν καί ἔδειχναν σεβασμό στόν Ναό τῶν Ἱεροσολύμων εἶναι σαφές ὅτι σέ αὐτόν πήγαιναν «ὁμοθυμαδόν», ὅλοι μαζί, ὡς μία ἑνιαία ὁμάδα πού διέφερε ἀπό τούς Ἰουδαίους εἶχε διαφορετική πίστη καί δέν συμμετεῖχε στήν καθιερωμένη ἰουδαϊκή λατρεία.

Σπίτια χρησιμοποιοῦνταν ὡς ναοί καί στίς πόλεις (π.χ. Δαμασκός, Ἰόππη, Ἀντιόχεια, Ἔφεσος, Ἀντιόχεια Πισιδίας, Πάφος καί Σαλαμίνα στήν Κύπρο, Θεσσαλονίκη, Βέροια, Ἀθήνα Κόρινθος, Ρώμη) στίς ὁποῖες σέ λίγα χρόνια ἐξαπλώθηκε ὁ χριστιανισμός.

Ἀπό τόν 2ο αἰῶνα καί ἔπειτα, ἰδιαίτερα στίς περιοχές τῆς Ἰταλίας, ὡς τόποι συγκέντρωσης τῶν πιστῶν καί τελέσεως τῶν μυστηρίων ἄρχισαν νά χρησιμοποιοῦνται οἱ κατακόμβες καί τά λεγόμενα «μαρτύρια», ὀκταγωνικά πολυτελῆ ταφικά μνημεῖα, πού βρίσκονταν κοντά στίς πόλεις καί στά ὁποῖα ἦταν ἐνταφιασμένοι μάρτυρες τῆς πίστεως.

Μέ κέντρο τόν τάφο τοῦ μάρτυρος ἀναπτύχθηκε σιγά σιγά τό ἐτήσιο πρόγραμμα τιμῆς καί μνήμης του μέ τόν ἑορτασμό τῆς ἡμέρας τοῦ μαρτυρίου καί τήν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἐπάνω σέ αὐτόν, περίπου ὅπως σήμερα χρησιμοποιοῦμε τήν Ἁγία Τράπεζα.

Παράλληλα, καθώς μέχρι καί τόν 3ο αἰῶνα συνεχίζονταν οἱ διωγμοί, οἱ πιστοί συγκεντρώνονταν σέ μεγαλύτερα ἤ μικρότερα κτήρια, στίς πόλεις ἤ στήν ὕπαιθρο ἀκούγοντας τή διδαχή τῶν Ἀποστόλων καί ἀργότερα τῶν ποιμένων, διαβάζοντας κείμενα ἀπό τίς Γραφές, προσευχόμενοι καί δοξολογώντας τόν Θεό μέ ὕμνους καί, φυσικά, τελώντας τά μυστήρια.

Τό κεντρικό δωμάτιο αὐτῶν τῶν κατοικιῶν ἦταν εὐρύχωρο, ἰδιαίτερα ὅταν οἱ ἰδιοκτῆτες ἦταν εὐκατάστατοι, εἶχε σχῆμα ὀρθογωνίου παραλληλογράμμου καί ἀποτελεῖ, κατά κάποιον τρόπο τόν πρόγονο τοῦ ρυθμοῦ τῆς βασιλικῆς, πού κυριαρχεῖ κατά τήν παλαιοχριστιανική ἐποχή (4ος-7ος αἰ.).

Ἀπό τήν λήξη τῶν διωγμῶν καί ἔπειτα οἱ τόποι συγκεντρώσεως τῶν πιστῶν ἄρχισαν νά οἰκοδομοῦνται ἀποκλειστικά γι᾿ αὐτόν τόν σκοπό. Διατηρήθηκε τό μακρόστενο σχῆμα (ἄν καί συναντᾶμε καί περίκεντρα κτήρια ὅπως τό Πάνθεο στή Ρώμη καί ἡ Ροτόντα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στή Θεσσαλονίκη), χωρίστηκαν σέ τρία κλίτη μέ κολῶνες καί στό ἀνατολικό τμῆμα τους διαμορφώθηκε σιγά σιγά αὐτό πού σήμερα καλοῦμε Ἱερό Βῆμα, δηλαδή ὁ χῶρος πού βρισκόταν ὁ κλῆρος.

Ἐπειδή ἐκείνη τήν ἐποχή πολλοί προσέρχονταν στόν χριστιανισμό σέ μεγάλη ἡλικία, δίπλα στόν ναό οἰκοδομοῦνταν τό Βαπτιστήριο, ἀπό τό ὁποῖο οἱ νεοφώτιστοι, κυρίως τό βράδυ τῆς Ἀναστάσεως καί τίς ἄλλες ἡμέρες πού πραγματοποιοῦνταν βαπτίσεις, μέ ἐπικεφαλής τόν ἐπίσκοπο, περνοῦσαν στόν κυρίως ναό γιά νά συμμετάσχουν γιά πρώτη φορά στή Θεία Εὐχαριστία.

Σιγά σιγά γύρω ἀπό τόν ναό ἄρχισαν νά προστίθενται καί ἄλλα βοηθητικά κτίσματα, ὅπως στόν Δυτικό Ἀρχαιολογικό χῶρο τῆς πόλεως τῆς Κῶ πού σέ μία ἔκταση 150 ἐπί 50 μέτρων, περίπου, συναντᾶμε πολυτελές Ἐπισκοπεῖο, Βαπτιστήριο, δύο μεγάλες βασιλικές μέ ἀξιόλογα ψηφιδωτά καί χῶρο ἑστιάσεως καί φιλοξενίας τῶν πιστῶν (οἱ φωτογραφίες πού ἀκολουθοῦν εἶναι ἀπό ἐκεῖ).

ΙΕΡΟ ΒΗΜΑΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΔΑΧ

ΤΟ ΙΕΡΟ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΚΩ

ΧΩΡΟΣ ΕΣΤΙΑΣΗΣ

Ο ΧΩΡΟΣ ΕΣΤΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΚΩ

ΚΛΙΜΑΚΑ ΔΑΧ

ΚΛΙΜΑΚΑ ΠΟΥ ΟΔΗΓΟΥΣΕ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΚΩ

ΒΑΣΙΛΙΚΕΣ ΔΑΧ

ΟΙ ΒΑΣΙΛΙΚΕΣ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΚΩ

ΨΗΦΙΔΩΤΟ ΔΑΧ

ΨΗΦΙΔΩΤΟ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΚΩ

ΑΠΟΨΗ ΒΑΠΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΔΑΧ

ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΚΩ

 

ΒΑΠΤΙΣΤΗΡΙΟ ΔΑΧ

Η ΚΟΛΥΜΒΗΘΡΑ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ΜΕ ΔΥΟ ΒΟΗΘΗΤΙΚΕΣ ΛΕΚΑΝΕΣ ΔΕΞΙΑ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

 

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΥ ΔΑΧ

Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΥ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΚΩ

Πολλές βασιλικές σέ ὅλη τή Μεσόγειο ἀποτελοῦν ὁλόκληρα οἰκοδομικά συγκροτήματα καθώς ἐκτός από τόν ναό καί το Βαπτιστήριο περιλαμβάνουν αἴθριο, στοές, φιάλη καί βοηθητικούς χώρους.

Ὁ ρυθμός τῆς βασιλικῆς, πού εἶναι σέ χρήση μέχρι σήμερα, σύντομα πλουτίστηκε μέ περισσότερα στοιχεῖα, ὅπως τροῦλο, γυναικωνίτη, νάρθηκα, ἐνῶ τό Ἱερό Βῆμα αὐτονομήθηκε ἀποτελώντας ξεχωριστό τμῆμα, τό ὁποῖο ἀρχικά ὁριοθετοῦνταν μέ χαμηλό κιγκλίδωμα ἤ θωράκια καί ἀργότερα μέ τό γνωστό μας εἰκονοστάσι (τέμπλο), τό ὁποῖο ἔχει μερικά μέτρα ὕψος καί ξεχωρίζει πλήρως τόν κυρίως ναό ἀπό τό Ἱερό.

Σκιαγραφώντας, μέ κάθε συντομία, τά πρῶτα βήματα τῆς ἐξελίξεως τῆς ναοδομίας διαπιστώνουμε ἀφ᾿ ἑνός πόσο σημαντικό θεωρήθηκε ἀπό τίς πρῶτες ἡμέρες τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας νά ὑπάρχει ἰδιαίτερος χῶρος γιά νά τελοῦνται τά μυστήρια καί νά γίνεται ἡ κοινή προσευχή καί ἀφ᾿ ἑτέρου πόσο ἁπλή, ἀνάλογη μέ τίς δυνατότητες καί τίς ἀνάγκες τῶν πιστῶν, ἦταν αὐτή ἡ ἐξέλιξη.

Ἡ Ἐκκλησία, πάντοτε πρακτική, ἀξιοποιεῖ τήν ὕλη, τήν παράδοση κάθε τόπου, τά ὑλικά πού ὑπάρχουν, τίς καλλιτεχνικές τάσεις καί τήν οἰκοδομική ἐμπειρία γιά ὅ,τι χρειάζεται γιά τή λατρεία.

Ἡ διαμόρφωση τῶν χώρων τοῦ ναοῦ βασίζεται στίς ὑπάρχουσες ἀνάγκες: π.χ. ὁ τριμερής χωρισμός τοῦ ναοῦ (νάρθηκας – κυρίως ναός – ἱερό) προέκυψε ἀπό τό σχῆμα κατηχούμενοι – πιστοί – ἱερεῖς. Ἡ προσθήκη κτισμάτων ἀπό τίς ἀνάγκες τῆς λατρείας: π.χ. στό σκευοφυλάκιο φυλάσσονταν τά σκεύη, στό διακονικό τά ἄμφια. Τό Βαπτιστήριο ἔπρεπε νά εἶναι δίπλα στόν ναό διότι ἀμέσως μετά τή βάπτιση οἱ νεόφυτοι συμμετεῖχαν στή Θεία Εὐχαριστία. Ἡ φιάλη κάλυπτε τίς ἀνάγκες σέ νερό καί ἐξασφάλιζε τήν καθαριότητα, στόν χῶρο ἑστιάσεως καί φιλοξενίας μποροῦσαν νά μείνουν γιά λίγο οἱ πιστοί πού ἔφθαναν ἀπό μακριά, στό αἴθριο καί στίς στοές μποροῦσαν νά συγκεντρωθοῦν, νά συζητήσουν, νά μελετήσουν, φύλασσαν διάφορα ἀντικείμενα τοῦ ναοῦ, ἀρχεῖα, βιβλία κ.λπ.

Μέ τήν πάροδο τῶν ἐτῶν ἡ μορφή τῶν ναῶν ἄρχισε νά παγιώνεται καί νά τυποποιεῖται σέ διάφορους ρυθμούς, ἡ λατρεία κατεγράφη καί ἔλαβε μία συγκεκριμένη μορφή καί τά τελούμενα στόν ναό, γιά ποιμαντικούς καί διδακτικούς κυρίως λόγους ἔλαβαν διάφορους ἐνδιαφέροντες συμβολισμούς, οἱ ὁποῖοι, σέ περιόδους πού τά βιβλία ἦταν σπάνια καί οἱ ἐγγράμματοι ἐλάχιστοι, βοηθοῦσαν τούς πιστούς νά κατανοοῦν πολλά ἀπό αὐτά πού τελοῦνταν στή λατρεία καί νά συμμετέχουν σέ αὐτή.

Ἡ Ἐκκλησία ζώντας στόν κόσμο, ἀλλά χωρίς νά περιορίζει τήν ὑπαρξή της στήν κτίση, φροντίζει, χωρίς νά ἐγκλωβίζεται ἀπό τήν ὕλη καί τά δεδομένα της, νά ἀξιοποιεῖ κάθε δυνατότητα ὥστε οἱ πιστοί κάθε ἐποχῆς νά λατρεύουν καί νά ὑμνοῦν τόν Θεό πού μέ τή σάρκωση ἔλαβε καί τήν ἀνθρώπινη φύση καί μέ τά μυστήρια νά ἀνακαινίζεται ἡ Δημιουργία.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΑΓ. ΓΑΒΡΙΗΛ

Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ ΣΤΟ ΨΑΛΙΔΙ ΤΗΣ ΚΩ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΑΓΙΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ

Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ ΣΤΟ ΨΑΛΙΔΙ ΤΗΣ ΚΩ

ΒΑΠΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΓΙΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ

ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ ΣΤΟ ΨΑΛΙΔΙ ΤΗΣ ΚΩ

ΚΙΟΝΑΣ ΑΠΟ ΑΓΙΟ ΓΑΒΡΙΗΛ

ΚΙΟΝΑΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ ΣΤΟ ΨΑΛΙΔΙ ΤΗΣ ΚΩ

ΑΓΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ

Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ ΣΤΟ ΨΑΛΙΔΙ ΤΗΣ ΚΩ

ΑΓΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΣΤΟΑ

Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ ΣΤΟ ΨΑΛΙΔΙ ΤΗΣ ΚΩ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΟΥ ΜΑΣΤΙΧΑΡΙΟΥ

Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΤΟ ΜΑΣΤΙΧΑΡΙ ΤΗΣ ΚΩ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΜΑΣΤΙΧΑΡΙΟΥ

ΤΟ ΣΥΝΘΡΟΝΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΤΟ ΜΑΣΤΙΧΑΡΙ ΤΗΣ ΚΩ

ΚΙΟΝΑΣ ΑΠΟ ΜΑΣΤΙΧΑΡΙ

ΚΙΟΝΑΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΤΟ ΜΑΣΤΙΧΑΡΙ ΤΗΣ ΚΩ

ΒΑΠΤΙΣΤΗΡΙΟ ΜΑΣΤΙΧΑΡΙΟΥ

ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΤΟ ΜΑΣΤΙΧΑΡΙ ΤΗΣ ΚΩ

ΨΗΦΙΔΩΤΟ ΜΑΣΤΙΧΑΡΙΟΥ

ΨΗΦΙΔΩΤΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΤΟ ΜΑΣΤΙΧΑΡΙ ΤΗΣ ΚΩ

ΕΠΤΑ ΒΗΜΑΤΑ

ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΚΩ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΩΔΕΙΟΥ ΚΑΙ ΕΚΤΕΙΝΕΤΑΙ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΠΑΛΑΙΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ. ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΩΣ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΑΚΟΣ ΝΑΟΣ

 

 

Μέρα γιορτῆς στό Παλαιό Πυλί τῆς Κῶ

Ετικέτες

, , , , ,

Ἑορτή τῆς Ὑπαπαντῆς, 2 Φεβρουαρίου 2018.

Γιά πρώτη φορά ἐφέτος ἀνεβήκαμε στό Παλαιό Πυλί γιά νά προσκυνήσουμε τήν Παναγία τῶν Καστριανῶν ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς της.

Ἕνα μαγευτικό τοπίο, ἕνα μοναδικό μνημεῖο, τό ὁποῖο ὑποβάλλει τόν προσκυνητή πού μόλις ξεκινᾶ τήν ἀνάβαση πρός τήν αἰωνόβια Μονή τῆς Παναγίας ἀφήνει πίσω του τίς μέριμνες πού τόν ταλανίζουν.

Δέν εἶναι νά ἀπορεῖ κανείς πού ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος ἐπέλεξε αὐτόν τόν τόπο γιά νά ἐγκαταστήσει τή Μονή πού τοῦ προσέφερε ἡ ἀγάπη καί ἡ γενναιοδωρία τοῦ κώου μοναχοῦ Ἀρσενίου Σκηνουρίου.

Μετά τή Θεία Λειτουργία ἀπολαύσαμε τή φιλοξενία τῶν ὑπευθύνων καί ἐν συνεχεία, μέ τόν Ἐπίσκοπό μας ὡς ὁδηγό, ἀνηφορήσαμε στόν βράχο ἀνατολικά τῆς Μονῆς θαυμάζοντας τό μοναδικό τοπίο καί τήν ἐντυπωσιακή θέα πρός τή θάλασσα καί τή Μικρασιατική Ἀκτή στρεφόμενοι πρός τά μέρη ἀπό τά ὁποῖα ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος πέρασε στήν Κῶ.

Ἰδιαίτερη ἐντύπωση προκαλοῦν τά ἀπομεινάρια τοῦ βυζαντινοῦ Κάστρου καί τά χαλάσματα τοῦ πλούσιου παλαιοῦ οἰκισμοῦ πού ἀγκαλιάζει τό μοναστήρι.

Οἱ φωτογραφίες πού ἀκολουθοῦν δέν ἀποδίδουν πλήρως αὐτό πού εἴδαμε καί ζήσαμε, ἀλλά ἴσως μεταφέρουν τήν αἴσθηση πού μᾶς ἀφησε αὐτός ὁ τόπος.

DSC_8502DSC_8503DSC_8509DSC_8531DSC_8539DSC_8546DSC_8549DSC_8554DSC_8565DSC_8569DSC_8577DSC_8581DSC_8585DSC_8597DSC_8608DSC_8618DSC_8619DSC_8621DSC_8631DSC_8641DSC_8642DSC_8660DSC_8661DSC_8664DSC_8665DSC_8670DSC_8673DSC_8675DSC_8684

 

«Έτσι έγινε η γέννηση του Ιησού Χριστού»

Ετικέτες

, , , , ,

«Τοῦ δέ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἦν»

Βαδίζοντας πρός τή μεγάλη ἑορτή τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά μας στρέφονται σέ ἐκεῖνες τίς, κοσμοϊστορικές καί ταυτόχρονα ἄκρως ταπεινές, στιγμές κατά τίς ὁποῖες «ὁ ἀχώρητος παντί ἐχωρήθη ἐν γαστρί» καί γεννήθηκε ἄγνωστος καί πτωχός σέ μία ἄκρη τῆς ἔνδοξης Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας.

Ἡ γέννησή Του περιγράφεται ἀπό δύο εὐαγγελιστές, τόν εὐαγγελιστή Ματθαῖο (κεφάλαιο 1 στίχοι 18-25) καί τόν εὐαγγελιστή Λουκᾶ (κεφάλαιο 2 στίχοι 1-7). Καί οἱ δύο περιγραφές εἶναι σύντομες ἁπλές καί περιεκτικές, ὅπως ταιριάζει ἐξάλλου στό μεγαλεῖο τοῦ γεγονότος πού παρουσιάζεται.

Ἡ εἰκόνα τῆς Κυριακῆς πρό τῆς Χριστοῦ γεννήσεως μέ τούς προπάτορες τοῦ Χριστοῦ (Ρουμανία)

Τό κείμενο τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου εἶναι λίγο μεγαλύτερο. Ξεκινᾶ μέ μία σύντομη εἰσαγωγική φράση καί ἀμέσως ἀναφέρεται στή μνηστεία τῆς «μητρός αὐτοῦ Μαρίας», δηλαδή τῆς Παναγίας μέ τόν Ἰωσήφ. Προχωρώντας στήν καρδιά τοῦ προβλήματος παρουσιάζει τό πρόβλημα πού ἀντιμετώπιζε ὁ ἅγιος Ἰωσήφ, ὁ Μνήστωρ, καθώς χωρίς νά ἔχει προχωρήσει σέ σύναψη σχέσεων μέ τή «μεμνηστευμένη αὐτῷ» κόρη ἐκείνη βρέθηκε «ἐν γαστρί ἔχουσα». Τό πρόβλημα δέν ἦταν μόνο ὅτι ἡ προστατευομένη του προχώρησε σέ παράνομη σχέση, δηλαδή σχέση πού παραβίαζε τόν Μωσαϊκό Νόμο, ἀλλά καί τό ὅτι ὁ ἴδιος εἶχε ἀποδειχθεῖ ἀνίκανος νά τήν προστατεύσει καί νά τήν ὁδηγήσει σέ ἕναν ἔννομο καί ἔντιμο γάμο, ὑποχρέωση τήν ὁποία εἶχε ἀναλάβει ἐνώπιον τῶν ἱερέων πού τοῦ τήν ἐμπιστεύθηκαν.

Παρά ταῦτα, ὁ Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος ἦταν, θά λέγαμε, περισσότερο δίκαιος ἀπό ὅτι τυπικός, ἤ καλύτερα στυγνός, τηρητής τοῦ Νόμου, δυσκολεύτηκε νά ἐνεργοποιήσει τήν διαδικασία πού προβλεπόταν γιά ἀνάλογες περιπτώσεις. Πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι τό παράπτωμα τῆς Μαρίας (ὅπως τουλάχιστον φαινόταν ἡ κατάσταση στά μάτια τοῦ Ἰωσήφ καί τοῦ κόσμου) ἦταν πολύ βαρύ. Πέρα ἀπό τήν ἀνηθικότητα πού ὑποδήλωνε, ὑπέσκαπτε τά θεμέλια τῆς ἰουδαϊκῆς οἰκογένειας, ἡ ὁποία ἀποτελοῦσε τή βάση τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ καί τήν ἐλπίδα του ἀνακτήσει τήν παλαιά δόξα καί νά δεῖ καλύτερες ἡμέρες.

Ἔνθρονη Παναγία μέ τόν Χριστό. Γύρω της βρίσκονται προφῆτες καί ἄγγελοι. Ἔργο τοῦ Cimabue στήν Πινακοθήκη Uffizi, πρώιμος 14ος αἰῶνας

Ἔτσι, ὁ Ἰωσήφ ἀποφάσισε νά κάνει τό λιγότερο πού μποροῦσε, ἐφ᾿ ὅσον δέν ἦταν ἐπιτρεπτό ἡ «ἐν γαστρί ἔχουσα» νά συνεχίσει νά ζεῖ κοντά του καί νά σπιλώνει μέ τήν κυοφορία της τήν τιμή τή δική του καί τῆς ἔνδοξης γενιᾶς του, καθώς καταγόταν ἀπό τόν βασιλέα Δαβίδ. Αὐτό πού σκέφθηκε νά κάνει ἦταν νά τήν ἀπομακρύνει ἀπό κοντά του κρυφά, χωρίς νά τήν διαπομπεύσει καί δίχως νά τήν λιθοβολήσει. Βέβαια, καί σέ αὐτή τήν περίπτωση ἡ ζωή τῆς Μαρίας καί τοῦ παιδιοῦ, ἐάν αὐτό προλάβαινε νά γεννηθεῖ, βρισκόταν σέ ἄμεσο κίνδυνο, διότι δύσκολα θά μποροῦσαν νά ἐπιβιώσουν καθώς θά ἦταν ἀπόβλητοι τῆς κοινωνίας, δίχως τρόπο νά συντηρηθοῦν.

Στό σημεῖο αὐτό ἔχουμε μία ἀπό τίς πολλές θαυμαστές παρεμβάσεις τοῦ Θεοῦ στήν ἀνθρώπινη ἱστορία. Ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίζεται σέ ὅραμα στόν Ἰωσήφ καί τοῦ ξεκαθαρίζει τήν κατάσταση. Ἀναγνωρίζοντας τό δίκαιο τῆς ἀμφιβολίας τοῦ λέγει νά μήν φοβηθεῖ, ἀλλά νά παραλάβει «Μαρίαν τήν γυναῖκα» του καί νά συνεχίσει νά τήν φροντίζει καί νά τήν προστατεύει μέχρι νά γεννηθεῖ τό παιδί της, τό ὁποῖο ἔχει συλληφθεῖ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου δίχως νά σπιλωθεῖ στό ἐλάχιστο ἡ ἁγνότητά της.

Στή συνέχεια ὁ εὐαγγελιστής μᾶς θυμίζει τήν προφητεία τοῦ Ἠσαΐα, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στή γέννηση τοῦ Μεσσία ἀπό παρθένο, καί σημειώνει ὅτι ἡ κυοφορία τῆς Μαρίας ἀποτελεῖ τήν ἐκπλήρωση τῆς προφητείας αὐτῆς.

Ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ ἀναφορά στό, «Ἐμμανουήλ», ὄνομα προσδιορισμό τοῦ παιδίου, πού στά ἑβραϊκά σημαίνει «ὁ Θεός μαζί μας»: «ἰμάνου (= μεθ᾿ ἡμῶν) Ἔλ (= ὁ Θεός)». Μέ αὐτόν τόν τρόπο ξεκαθαρίζεται ἡ θέση τοῦ παιδιοῦ σέ σχέση μέ τόν Θεό (εἶναι Θεός) καί τόν ἄνθρωπο (θά σαρκωθεῖ γιά νά εἶναι μαζί του).

Ὁ Ἰωσήφ, δίχως καμμία δυσκολία ἤ δισταγμό, ὑπακούει στόν ἄγγελο μέ ἀνεπαυμένη τή συνείδηση καί συνεχίζει νά προστατεύει τήν Μαρία χωρίς νά ἀλλάξει ἡ πατρική σχέση πού εἶχε μαζί της.

Ἡ περικοπή αὐτή τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου κλείνει μέ τή λιτή φράση «οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν ἕως οὗ ἔτεκεν υἱόν καί ἐκάλεσεν τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν». Στή φράση αὐτή τῶν δεκατριῶν λέξεων περιέχεται τό σημαντικότερο μέχρι τότε γεγονός τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας καί δηλώνεται ὁ τρόπος τῆς συλλήψεως τοῦ παιδίου καί ὁ σκοπός πού ἐπρόκειτο νά διαδραμματίσει σέ αὐτή, καθώς τό ὄνομα Ἰησοῦς σημαίνει «σωτήρ».

Ἡ ἀντίστοιχη περικοπή τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, μικρότερη σέ μέγεθος, ἀκόμη πιό λιτή, ἀναφέρεται κυρίως στήν ἀπογραφή πού πραγματοποιήθηκε κατά τήν ἐποχή πού διοικητής τῆς Συρίας καί τῆς Ἰουδαίας ἦταν ὁ Κυρήνιος. Ἡ ἀπογραφή αὐτή λειτουργεῖ ὡς τό ἀπαραίτητο ἱστορικό πλαίσιο ἐντός τοῦ ὁποίου ὁ εὐαγγελιστῆς τοποθετεῖ τή γέννηση τοῦ Ἰησοῦ. Μάλιστα, σημαντικός ἄξονας τῆς διηγήσεως σέ σχέση μέ τήν ἀπογραφή εἶναι ἡ βασιλική καταγωγή τοῦ Ἰωσήφ. Γνωρίζουμε ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι τηροῦσαν μέ σχολαστικότητα καί προσοχή οἰκογενειακούς καταλόγους, καθώς ἦταν ἰδιαίτερα ὑπερήφανοι γιά τή γενιά ἀπό τήν ὁποία κατάγονταν. Διπλά ὑπερήφανος θά ἦταν κάποιος μέ τήν βασιλική καταγωγή τοῦ Ἰωσήφ. Στήν περίπτωση τοῦ Ἰησοῦ, καθώς «ἐνομίζετο» ὅτι ἦταν υἱός τοῦ Ἰωσήφ, καθώς στά μάτια τοῦ κόσμου ἦταν υἱός τοῦ Ἰωσήφ, αὐτό σήμαινε καί ἐκπλήρωση τῶν προφητειῶν γιά τήν βασιλική καταγωγή τοῦ Μεσσία.

Καί ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς μέ λιτότητα καί μεγάλη ἁπλότητα μᾶς παρουσιάζει τό γεγονός τῆς γεννήσεως δίνοντάς μας ὅμως περισσότερες πληροφορίες ἀπό τόν εὐαγγελιστή Ματθαῖο: ἀναφέρεται στό ταξίδι, στό ὅτι ἔφτασε ἡ ὁλοκλήρωση τῆς κυοφορίας καί ἡ στιγμή τῆς γέννας καί στό ὅτι ἡ γέννηση τοῦ παιδιοῦ ἔγινε τελικά σέ ἕναν σταῦλο δίπλα σέ κάποιο ὑπερπλῆρες κατάλυμα. Μάλιστα, ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς, ἔχοντας ὡς πολύτιμη πηγή γιά τίς πληροφορίες αὐτές τήν ἴδια τήν Παναγία, σημειώνει ὅτι τό βρέφος μετά τή γέννηση καί ἀφοῦ ἔλαβε τίς πρῶτες φροντίδες τοποθετήθηκε σέ μία φάτνη πού χρησιμοποιοῦσαν γιά νά βάζουν τήν τροφή τῶν ζώων.

Ἡ γέννησις τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Ἔργο τοῦ Θεοφάνους τοῦ Κρητός στήν Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα (1546)

Διαβάζοντας παράλληλα τίς δύο περικοπές διαπιστώνουμε ὅτι παρά τήν χαρακτηριστική ἁπλότητα καί τή δωρική λιτότητά τους λένε πάρα πολλά καί σημαντικά. Ἡ μία συμπληρώνει τήν ἄλλη καί ἡ κάθε μία μᾶς μεταφέρει τήν ἐκκλησιαστική παράδοση φορέας τῆς ὁποίας ἦταν ὁ εὐαγγελιστής πού τήν κατέγραψε. Παρά τήν ἁπλότητά τους τά κείμενα θέτουν τίς βάσεις γιά πολλά θεολογικά, ἱστορικά καί ἀνθρωπολογικά θέματα, πού ἀπό τότε ἀπασχολοῦν τόν ἄνθρωπο.

Καταγράφεται μέ ἀπόλυτη σαφήνεια ὁ σκοπός τῆς γεννήσεως τοῦ παιδίου: ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἁμαρτία, ἡ ὁποία ταλαιπωροῦσε τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν πτώση καί ἔπειτα καί τόν ὁδηγοῦσε στόν θάνατο μακριά ἀπό τόν Θεό.

Ἡ ἁπαλλαγή ἀπό τά θανατηφόρα δεσμά τῆς ἁμαρτίας δέν μποροῦσε νά γίνει παρά μόνο ἀπό κάποιον πού ὁ ἴδιος ἦταν ἀναμάρτητος. Κανείς ἄλλος δέν θά μποροῦσε νά σώσει τόν ἄνθρωπο. Ἡ σωτηρία δέν εἶναι ἠθικό γεγονός, πού μᾶς κάνει καλύτερους, πιό διαλλακτικούς, πιό ἤρεμους καί πιό δεκτικούς ἀνθρώπους. Εἶναι τό γεγονός πού ἀλλάζει τή σχέση κάθε ἄνθρώπου μέ τόν Θεό, μέ τόν πλησίον, μέ τή δημιουργία ὁλόκληρη καί μέ τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του. Αὐτή ἡ ριζική ἀλλαγή πορείας πού τόν στρέφει πρός τόν Θεό καί τόν ἑνώνει μέ Αὐτόν μεταμορφώνει τή ζωή καί ζωοποιεῖ τόν κόσμο του μέσα στή χάρη Του. Αὐτό ἐξάλλου εἶναι τό μήνυμα καί ἡ σημασία τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων καί ἔτσι ἑορτάζονται τά Χριστούγεννα ἀπό τήν Ἐκκλησία.

Καλά Χριστούγεννα!

Ο απόστολος Παύλος πριν από τη μεταστροφή του

Ετικέτες

, , , , , , ,

Ο απ. Παύλος γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας. Η γενέθλια πόλη του ήταν ένα σημαντικό μορφωτικό κέντρο της εποχής. Σύμφωνα με τον αρχαίο γεωγράφο Στράβωνα «ὑπερβέβληνται καὶ Ἀθήνας καὶ Ἀλεξάνδρειαν καὶ εἴ τινα ἄλλον τόπον δυνατὸν εἰπεῖν» (« θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Ταρσός ξεπερνούσε και την Αθήνα και την Αλεξάνδρεια και κάθε άλλον τόπο»). Η παρατήρηση αυτή δείχνει τη σπουδαιότητα της Ταρσού κατά την εποχή που εξετάζουμε ιδιαίτερα στους τομείς της φιλοσοφίας και της «εγκυκλίου παιδείας». Πλήθος φιλοσόφων, όπως ο Αθηνόδωρος (φίλος του Στράβωνος, του Κικέρωνος και της Οκταβίας, αδελφής του Αυγούστου, μαθητής του Ποσειδωνίου, δάσκαλος και μέλος του κύκλου του Αυγούστου), οι περιπατητικοί Αθηναίος από τη Σελεύκεια και Αρίστων από την Αλεξάνδρεια, ο ακαδημαϊκός Νέστωρ από την Ταρσό, ο στωικός Αντίπατρος από την Τύρο και ο εκλεκτικός Εύδωρος ο Αλεξανδρινός έζησαν και δίδαξαν στην Ταρσό.

 

wpd4936d74_06

Ο νεαρός Σαύλος (ο μετέπειτα απόστολος Παύλος) διδάχθηκε στη γενέτειρά του την εγκύκλια εβραϊκή παιδεία και στοιχεία φιλοσοφίας. Ο Στράβων σημειώνει ότι «ἐνταῦθα μὲν οἱ φιλομαθοῦντες ἐπιχώριοι πάντες εἰσί, ξένοι δ’ οὐκ ἐπιδημοῦσι ῥᾳδίως· οὐδ’ αὐτοὶ οὗτοι μένουσιν αὐτόθι, ἀλλὰ καὶ τελειοῦνται ἐκδημήσαντες καὶ τελειωθέντες ξενιτεύουσιν ἡδέως», δηλαδή ότι παρά τη δόξα της πόλεως αυτοί που διδάσκονται στις σχολές της είναι μόνο οι ντόπιοι. Και αυτοί μόλις καλύψουν τη βασική παιδεία φεύγουν για να συνεχίσουν αλλού τις σπουδές τους και να τελειοποιήσουν τις γνώσεις τους.

Έτσι έχουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε ο απ. Παύλος:

πρώτα έλαβε τις βασικές γνώσεις στη γενέτειρά του και

έπειτα επισκέφθηκε την Ιερουσαλήμ, το κέντρο του ιουδαϊσμού, ώστε να πλουτίσει τις γνώσεις του «παρὰ τοὺς πόδας» μεγάλων δασκάλων του Νόμου, όπως ο Γαμαλιήλ (Πρ. 22:3) και να γίνει και αυτός μέλος της ομάδας των σοφών φαρισαίων και νομοδιδασκάλων.

Διοικητικά η περιοχή της Κιλικίας ήταν προσαρτημένη στην επαρχία της Συρίας, περίπου όπως η Ιουδαία, και η Ταρσός ανήκε στις ελεύθερες πόλεις («civitas libera»), δηλαδή, μπορούσε να διευθετεί με κάποια αυτονομία τις εσωτερικές της υποθέσεις και εξαιρείτο από τις παρεμβάσεις του τοπικού διοικητή.

Το έτος γέννησης του αποστόλου δεν μπορεί να προσδιορισθεί με ακρίβεια. Από έμμεσες αναφορές της Καινής Διαθήκης συμπεραίνουμε ότι θα μπορούσε να τοποθετηθεί ανάμεσα στο 5 και 15 π.Χ. και με μεγαλύτερη ακρίβεια γύρω στο 8 με 10 μ.Χ. Οι πρόγονοί του, σύμφωνα με μαρτυρία του αγίου Ιερωνύμου, μετανάστευσαν στην Ταρσό από την πόλη Γίσχαλα της Γαλιλαίας. Ο ίδιος φαίνεται ότι ήταν καλά ενσωματωμένος στην ελληνιστική κοινωνία. Αισθάνεται περήφανος που πατρίδα του ήταν μία σημαντική πόλη της εποχής «ἐγὼ ἄνθρωπος μέν εἰμι Ἰουδαῖος, Ταρσεὺς τῆς Κιλικίας, οὐκ ἀσήμου πόλεως πολίτης»: «είμαι Ιουδαίος, πολίτης της διάσημης και σπουδαίας Ταρσού της Κιλικίας» (Πρ. 21:39).

801paul

Ο απ. Παύλος σε ψηφιδωτό στον Καθεδρικό Ναό του Μονρεάλε στη Σικελία

Δεν γνωρίζουμε πως οι πρόγονοί του έγιναν Ρωμαίοι πολίτες και πως το προνόμιο της ρωμαϊκής πολιτείας πέρασε και σε εκείνον. Φαίνεται απίθανο ένας ευσεβής Ιουδαίος, όπως υποθέτουμε ότι ήταν ο πατέρας του απ. Παύλου, να έλαβε τη ρωμαϊκή πολιτεία μετά από υπηρεσία σε βοηθητικό σώμα του ρωμαϊκού στρατού, όπου θα ήταν πρακτικά αδύνατο να διατηρηθεί καθαρός από τη σχέση με μη Ιουδαίους. Εξίσου απίθανο είναι να ήταν Ρωμαίος πολίτης τρίτης η παραπάνω γενεάς, καθώς πολύ λίγοι γηγενείς κάτοικοι των ανατολικών περιοχών έλαβαν το προνόμιο αυτό προ του 1ου π.Χ. αιώνα. Ίσως να έλαβε τη ρωμαϊκή πολιτεία μαζί με άλλα ηγετικά μέλη της κοινωνίας της Ταρσού. Πάντως, ο πιο συνηθισμένος τρόπος για την απόκτηση αυτού του προνομίου ήταν η απελευθέρωση σκλάβων από κυρίους, οι οποίοι ήταν Ρωμαίοι πολίτες και κληροδοτούσαν αυτό το προνόμιο στους απελεύθερούς τους.

Ο αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος συμπεραίνει ότι καθώς ο απ. Παύλος είχε μάθει την τέχνη του σκηνοποιού για βιοπορισμό, δεν καταγόταν από μεγάλη γενιά: «οὐχ ἀπὸ προγόνων ἐπίσημος», θεωρώντας ότι κανένα επάγγελμα δεν είναι «σκηνορράφου εὐτελέστερον» (Πρὸς τοὺς σκανδαλιζομένους …, SC 79.20.10.2-3, PG 52.522). Ίσως αυτή η παρατήρηση του αγίου να αποτελεί μία ένδειξη ότι οι πρόγονοί του ήταν απελεύθεροι που απέκτησαν τη ρωμαϊκή πολιτεία με την απελευθέρωσή τους.

Η εκπαίδευση του αποστόλου φαίνεται ότι περιλάμβανε τα βασικά στοιχεία του ελληνιστικού πολιτισμού που μπορούσε να προσλάβει ένας Ιουδαίος στις ελληνόφωνες συναγωγές και από μέσα από την καθημερινή κοινωνική επαφή με μη Ιουδαίους συμπολίτες του. Τα παιδιά πήγαιναν για πρώτη φορά στο σχολείο στην ηλικία των έξι ετών. Εκεί διδάσκονταν  ανάγνωση, γραφή και αριθμητική και στοιχεία των πολιτειακών και θρησκευτικών θεσμών που αφορούσαν την κοινότητά τους και την επιβίωσή τους σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον.

Η μετάφραση των Ο´ χρησίμευε ως αναγνωστικό, στην αρχή, ενώ στη συνέχεια ο μαθητής απομνημόνευε τμήματά της. Η πρακτική αυτή διακρίνεται στις επιστολές του απ. Παύλου, καθώς μπορούμε να εντοπίσουμε σε αυτές σχεδόν 90 χωρία που μεταφέρονται κατά λέξη. Φαίνεται ότι ο απ. Παύλος γνώριζε εβραϊκά και αραμαϊκά. Η γνώση των πρώτων ήταν σπάνια στη διασπορά, σε αντίθεση με τα αραμαϊκά που μιλούσαν οι Εβραίοι της Συρίας και της ανατολικής Μικράς Ασίας. Τα παιδιά μάθαιναν τη γλώσσα στο σπίτι η σε σχολεία. Στην Ταρσό τα παιδιά μάθαιναν Ευριπίδη και Όμηρο, ο οποίος εθεωρείτο κατάλληλος και για την εκπαίδευση των φαρισαίων της Παλαιστίνης. Επίσης μάθαιναν να συντάσσουν επιστολές και να γράφουν, καθώς και να εκφράζουν με σήματα των χεριών κάθε αριθμό από το 1 μέχρι το 1.000.000.

Ο δεύτερος κύκλος σπουδών ξεκινούσε μόλις ο μαθητής μπορούσε να διαβάζει και να γράφει με άνεση, γύρω στα ένδεκα, με σκοπό τη μετάδοση του ελληνικού πολιτισμού, και διαρκούσε μέχρι την ηλικία των δώδεκα η δεκατριών χρόνων. Ζώντας στην Ταρσό, έναν τόπο όπου ερχόταν σε επαφή ο ελληνικός με τον συριακό πολιτισμό, και μέσα στα πλαίσια της περαιτέρω εκπαιδεύσεώς του, ο απόστολος είχε αποκτήσει αρκετές γνώσεις γύρω από την ελληνική φιλοσοφία, με έμφαση στον στωικισμό, που ήταν αρκετά διαδεδομένος εκείνη την εποχή. Ενδείξεις της φιλοσοφικής του παιδείας μας δίνει στην ομιλία του στην Πνύκα (Πράξεις 17:28), στην προς Εφεσίους επιστολή του, όπου στο 5ο κεφάλαιο χρησιμοποιεί λεξιλόγιο που προσιδιάζει προς αυτό των στωικών, ενώ οικείες στον ελληνικό φιλοσοφικό χώρο είναι οι παρομοιώσεις της Εκκλησίας με σώμα, στο οποίο όλα τα μέλη συνεργάζονται.

Οι επιστολές του είναι πολύ λιγότερο επηρεασμένες από την τεχνική ορολογία των ρητόρων. Μάλιστα, φανερώνουν αντίστοιχες επιδράσεις σε μικρότερο βαθμό από τα βιβλία Β´, Γ´ και Δ´ Μακκαβαίων, την επιστολή Αριστέα, τη Σοφία Σολομώντος, τον Αριστόβουλο, τον Ιώσηπο και τον Φίλωνα. Προφανώς, το ύφος στο οποίο γράφει είναι αυτό που είχε διδαχθεί στην πατρίδα του ως μαθητής.

Κατά την περίοδο της εφηβείας του όντας μέλος μίας συναγωγής της Ταρσού, θα πλούτισε τις γνώσεις του για την πατρώα θρησκεία. Μεγαλώνοντας έγινε πιστός τηρητής των πατρικών παραδόσεων.

Οι Ιουδαίοι της Ταρσού αποτελούσαν ένα ποσοστό γύρω στο 10% του συνολικού πληθυσμού των 75.000 κατοίκων της πόλεως. Ήταν δηλαδή μία αρκετά σημαντική μερίδα των κατοίκων ώστε να έχουν τη δυνατότητα να τηρούν τους νόμους και τις διατάξεις της πίστεώς τους, να διατηρούν τα προνόμια που είχαν επιτύχει και να λειτουργούν με σχετική ανεξαρτησία. Η παρουσία των Ιουδαίων στις ελληνιστικές πόλεις λειτούργησε ως μία από τις γέφυρες ανάμεσα στον ελληνικό πολιτισμό και στον χριστιανισμό. Η μακρά αυτή σχέση απέδωσε πολλούς και σημαντικούς καρπούς.

Έχοντας ανατραφεί σε αυτό το περιβάλλον ο απ. Παύλος πήγε στην Ιερουσαλήμ, η οποία προφανώς αποτελούσε το ιδεατό κέντρο του ιουδαϊσμού και ιδανικό προορισμό για όποιον Ιουδαίο επιθυμούσε να εντρυφήσει σε βάθος στην πίστη του. Χωρίς να μπορούμε να υπολογίσουμε το πότε ακριβώς έφθασε στην πόλη πρέπει να ήταν περίπου στην ηλικία των 15-17 ετών, δηλαδή λίγα χρόνια πριν ξεκινήσει τη δημόσια δράση του ο Χριστός. Εκεί μαθήτευσε «παρὰ τοὺς πόδας Γαμαλιὴλ» (Πρ. 22:3) και με την ευσέβεια και τον ζήλο του για την τήρηση των πατρικών παραδόσεων έγινε γρήγορα γνωστός στους κύκλους των ευσεβών Ιουδαίων. Η αναγνώρισή του αυτή και η εκτίμηση που έχαιρε στους σχετικούς κύκλους διαπιστώνεται και από την έμμεση συμμετοχή του στον λιθοβολισμό του αγ. Στεφάνου (Πρ. 7:58).

Η εξέλιξή του ήταν πολύ γρήγορη. Στην περίπτωση του αγ. Στεφάνου έχει έναν δευτερεύοντα ρόλο, προφανώς λόγω της νεαρής ηλικίας του, αλλά στη συνέχεια αναλαμβάνει πρωτοβουλία να χτυπήσει τους οπαδούς του Ιησού και εκτός της Παλαιστίνης. Κατά την εποχή που εξετάζουμε το Μεγάλο Συνέδριο δεν είχε εξουσία να επιβάλει την πολιτική και τις αποφάσεις του πέρα από τις ένδεκα τοπαρχίες της Ιουδαίας. Συνεπώς δεν είχε εξουσία να επέμβει στις συναγωγές της Δαμασκού. Στην πραγματικότητα, όμως, φαίνεται ότι οι ρωμαϊκές αρχές επέτρεπαν στον αρχιερέα να ζητήσει την έκδοση κάθε επικίνδυνου για τον ιουδαϊσμό προσώπου, το οποίο δημιουργούσε προβλήματα η παρέβαινε τον Νόμο. Οι κατά τόπους ρωμαϊκές αρχές επέτρεπαν στους απεσταλμένους του αρχιερέα την ελεύθερη μετακίνηση ώστε να εκτελέσουν την αποστολή τους. Ο αρχιερέας εφοδίασε τον νεαρό Σαύλο με συστατικά γράμματα, προς τη διοίκηση των συναγωγών της Δαμασκού. Αν και θεωρητικά οι χριστιανοί της πόλεως είχαν τη δυνατότητα να καταφύγουν στις ρωμαϊκές αρχές για να αποφύγουν υπέρβαση αρμοδιοτήτων από μέρους του Συνεδρίου, ουσιαστικά, ως Ιουδαίοι, ήταν εκτεθειμένοι στο μένος των απεσταλμένων και των εντόπιων ομοθρήσκων τους, οι οποίοι θα τους παρέδιδαν στο απόσπασμα από την Ιουδαία. Η κατοχή επιστολών, πέρα από νομική ισχύ, έδινε ιδιαίτερο κύρος στον κάτοχό τους και συντελούσε στην επιτυχή έκβαση της αποστολής του. Ο Ιώσηπος σημειώνει ότι ο Ιούλιος Καίσαρας και ο Οκταβιανός Αύγουστος είχαν αναγνωρίσει στον βασιλέα Υρκανό Β´ (Ιουδ. Αρχ. 14.190-195) και στον Ηρώδη τον Μέγα (Ιουδ. Πολ. 1.474) θρησκευτική δικαιοδοσία επάνω σε όλους τους Ιουδαίους, μέσα και έξω από την Παλαιστίνη.

Φαίνεται ότι ο Σαούλ εστάλη στη Δαμασκό ως απεσταλμένος του αρχιερέα για να περιορίσει η να εξαλείψει την πίεση που δέχονταν τα μέλη της ιουδαικής κοινότητας της πόλης εξαιτίας του επιτυχούς έργου των χριστιανών ιεραποστόλων. Από το κείμενο των Πράξεων διαπιστώνουμε ότι η αποστολή του Σαύλου προήλθε από δική του πρωτοβουλία (Πρ. 9:1-2). Απευθύνθηκε στον αρχιερέα Καϊάφα, ο οποίος τον εφοδίασε με επιστολές που του έδιναν το δικαίωμα να συλλάβει και να φέρει δεμένους στην Ιερουσαλήμ τους Ιουδαίους που είχαν γίνει χριστιανοί.

peter-paul1

Ο Απόστολος ομολογεί τον ζήλο του για την τήρηση των πατρώων παραδόσεων και για την εξάλειψη των οπαδών του Χριστού πράξη που ο νεαρός φαρισαίος Σαούλ θεωρούσε θεάρεστη και σύμφωνη προς τον Μωσαικό Νόμο.

Οι διωγμοί των μελών της Εκκλησίας από τον απ. Παύλο και τους συνεργάτες του εντασσόταν στο σωφρονιστικό πλαίσιο των συναγωγών της Διασποράς. Αυτό ήταν σκληρό και εκτός από αυστηρή τήρηση πλήθους διατάξεων περιελάμβανε απομάκρυνση από την κοινότητα και εφαρμογή σωματικών ποινών με γνωστότερη τη μαστίγωση με 39 κτυπήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του Δευτερονομίου (25:3), τη σκληρότητα της οποίας δοκίμασε «πεντάκις» (Β´ Κορ. 11:24) και ο ίδιος. Καθώς οι τοπικές αρχές της συναγωγής επέβαλαν αυτές τις ποινές οι επιστολές του Καιάφα έδωσαν κύρος στον Σαούλ ενημερώνοντας τους προϊσταμένους των συναγωγών της Δαμασκού για τη στάση που πρέπει να τηρήσουν απέναντι στο πρόβλημα που είχε προκύψει. Ακόμη και αν δεχθούμε ότι νομικά δεν είχε ο αρχιερέας δικαίωμα να παρεμβαίνει στη λειτουργία των συναγωγών της Διασποράς, στην πραγματικότητα οι δεσμοί των δύο αυτών χώρων ήταν ιδιαίτερα στενοί, καθώς η Διασπορά ήταν υποχρεωμένη να τηρεί τις πρακτικές και τις αποφάσεις του Συνεδρίου. Έτσι η αποστολή ενός ζηλωτή φαρισαίου με γράμματα από τον ίδιο τον αρχιερέα, σε μία κοινότητα της Διασποράς, ήταν ένα δεδομένο που δεν μπορούσε να αγνοηθεί. Αυτή η υπακοή στο θέλημα της Ιερουσαλήμ δεν θα ήταν παράλογο να φθάσει μέχρι του σημείου να αποστείλουν μέλη των κοινοτήτων τους δεμένα για να δικαστούν από το Συνέδριο.

StPaul

Ο απ. Παύλος σε ψηφιδωτό της Μονής της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη

Εξάλλου είναι πολύ πιθανό τα υποψήφια θύματα του Σαούλ να ανήκαν, προ της ένταξής τους στην Εκκλησία, σε συναγωγές της Ιερουσαλήμ και, κατά συνέπεια, ο διώκτης να τα έβλεπε ως μία αιρετική κίνηση, η οποία αλλοίωνε τον «γνήσιο» ιουδαϊσμό.

Οι ενέργειες του Σαούλ, πριν από τη μεταστροφή του, ήταν πράξεις ενός ορθόδοξου Ιουδαίου, ο οποίος εναντιωνόταν στον καταδικασμένο από το Συνέδριο Ιησού. Η ύπαρξη της Εκκλησίας, και μάλιστα της ελληνιστικής, ήταν μία κίνηση ενάντια στον ιουδαϊσμό, καθώς πρέσβευε τη σωτηρία εκτός του Νόμου, με αποτέλεσμα να τον καθιστά περιττό. Ο Σαούλ πίστευε στη σωτηρία μόνο μέσα από την πιστή τήρηση του Νόμου.

Μόνο μετά την κλήση του συνειδητοποίησε το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του Ισραήλ και ολόκληρης της ανθρωπότητας μέσα από την Εκκλησία.

Το γεγονός της κλήσεώς του τον κατέστησε ικανό να υπερβεί τις δεσμεύσεις του Μωσαϊκού Νόμου και βιώνοντας την εν Χριστώ ελευθερία να επιτύχει τη σωτηρία.

(Με υλικό από τη διδακτορική διατριβή μου με τίτλο «Πέτρος και Παύλος στην Αντιόχεια, Ιστορική και Ερμηνευτική προσέγγιση«)

Το άγαλμα του Αγίου Νικολάου στην Κω: σκέψεις για την αποκατάστασή του

Ετικέτες

, , , , , ,

 

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στις σελίδες 12-14 του 45ου τεύχους του ηλεκτρονικού (πλέον) περιοδικού του Ζαχαρία Κουζούκα (e-Nήσος Κως), ο οποίος με τις ιδέες του πρωτοτυπεί και ανοίγει δρόμους στην ενημέρωση.

Το νησί της Κω με την πλούσια ιστορία, την πληθώρα των αρχαιολογικών χώρων, τους εκατοντάδες χριστιανικούς ναούς και τα διάσπαρτα κλασικά, ελληνιστικά, ρωμαϊκά και βυζαντινά μνημεία αποτελεί ένα παράθυρο στο παρελθόν για το οποίο είμαστε υπερήφανοι.

Αυτό το έντονα χαραγμένο σε κάθε πέτρα ιστορικό παρελθόν θέλησαν να εκμεταλλευτούν κατά την περίοδο της Ιταλοκρατίας (1912-1943) οι Ιταλοί κατακτητές για να αναδείξουν την υποτιθέμενη σύνδεση του φασιστικού καθεστώτος με το μεγαλείο της αρχαίας Ρώμης και να καρπωθούν τα προπαγανδιστικά οφέλη που ήλπιζαν ότι θα προκύψουν από αυτή τη σύνδεση. Βέβαια, τελικά τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως είχαν σχεδιάσει, καθώς ούτε το καθεστώς, στηριγμένο στα μεγαλομανή οράματα ενός ταραγμένου μυαλού, είχε διάρκεια ούτε οι κάτοικοι των Δωδεκανήσων κάμφθηκαν μπροστά στις φασιστικές προσπάθειες να απωλέσουν την πίστη, τη γλώσσα, την εθνική τους συνείδηση και την αγάπη προς τον τόπο τους.

Η μεθοδικότητα με την οποία τα όργανα της ιταλικής διοίκησης αντιμετώπισαν το νησί, ιδιαίτερα μετά τον καταστροφικό σεισμό της 23ης Απριλίου 1933 δείχνει ότι εργάζονταν με προοπτική μονιμότητας και πολυετούς παραμονής σε αυτό και στα υπόλοιπα Δωδεκάνησα.

Σε αυτό το πλαίσιο διερμηνεύοντας ίσως το λαϊκό αίσθημα και την αγάπη των κατοίκων της Κω προς τον Άγιο Νικόλαο, προστάτη των πτωχών, των κατατρεγμένων, των θαλασσινών, αποφάσισαν να συνδέσουν κάποιες από τις θρησκευτικού τύπου παρεμβάσεις τους με αυτόν. Στο όνομα του αγαπημένου Αγίου των Ελλήνων, και ιδιαίτερα των νησιωτών, τιμώνταν —και τιμώνται ακόμη— τουλάχιστον δύο ναοί της πόλης της Κω. Ο ένας απ᾿ αυτούς, ο παλαιός Μητροπολιτικός, είχε ανεγερθεί στα πολύ δύσκολα χρόνια της τουρκικής κατοχής για να καλύψει την ανάγκη των κατοίκων της Κω να εκκλησιάζονται με την ευλάβεια, την άνεση και την επισημότητα που επιθυμούσαν. Ο δεύτερος ναός είναι το παλαιότατο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου των Πτωχών στην περιοχή της Αναβολιάς, νότια το παλιό στάδιο του Ανταγόρα.

Μία από τις παρεμβάσεις, λοιπόν, που σχεδίασαν οι Ιταλοί μετά τον σεισμό, και ενώ οι κάτοικοι δραστηριοποιούνταν, εντός και εκτός του νησιού, εντός και εκτός Ελλάδος, για την ανέγερση νέου Μητροπολιτικού Ναού σε αντικατάσταση του κατεστραμμένου, ήταν και η ανασκαφή και διαμόρφωση του αρχαιολογικού χώρου στη θέση της συνοικίας της Χώρας: τα σπίτια κατεδαφίστηκαν, τα χαλάσματα μεταφέρθηκαν, ανασκαφές και αναστηλώσεις διενεργήθηκαν, ναοί γκρεμίστηκαν, άλλοι μετακινήθηκαν με αλλαγές στο σχέδιο ώστε να θυμίζουν μεσαιωνική αρχιτεκτονική κ.λπ. Επιθυμώντας να περιχαρακωθεί πλήρως ο μεγάλος αυτός χώρος που σχεδόν στο σύνολό του περιβαλλόταν από το μεσαιωνικό τείχος αποφάσισαν να οικοδομήσουν τοιχίο σύνδεσης ανάμεσα στην Ιπποτική Οικία (σήμερα βιβλιοθήκη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας) και στην προς βορράν παρακείμενη νεότευκτη (τότε) οικία. Το έργο σχεδιάστηκε το 1934 και το τοιχίο ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 1935. Παράλληλα, οι Ιταλοί αποφάσισαν να φτιάξουν μία καμάρα αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλαο επάνω από το τοιχίο και παρήγγειλαν στη Νεάπολη της Ιταλίας ορειχάλκινο άγαλμα του Αγίου, το οποίο ετοιμάστηκε και τοποθετήθηκε με αναμόρφωση του τοιχίου τον Νοέμβριο του 1935. Αναμφίβολα, στην επιλογή του Αγίου Νικολάου έπαιξαν ρόλο πολλοί λόγοι: η πύλη στρέφεται προς τη θάλασσα, ο Άγιος Νικόλαος είναι ο προστάτης των θαλασσινών και των ναυτικών, ο ναός του Αγίου που προσεισμικά υπήρχε στην περιοχή είχε καταστραφεί, η αγάπη των κατοίκων προς τον Άγιο Νικόλαο ήταν δεδομένη, ο Άγιος είναι αγαπητός και στην Ιταλία κ.α. Μάλιστα, κάτω από το άγαλμα τοποθέτησαν δίγλωσση επιγραφή (σε Ελληνικά και Λατινικά) που έγραφε τα εξής: «ΑΓΙΕ ΝΙΚΟΛΑΕ, ΕΥΔΟΚΗΣΟΝ ΕΥΛΟΓΕΙΝ ΚΑΙ ΣΚΕΠΕΙΝ ΤΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΠΟΛΙΝ ΔΕΟΜΕΘΑ ΣΟΥ ΕΠΑΚΟΥΣΟΝ ΗΜΩΝ».

Δυστυχώς, μετά την αποχώρηση των Ιταλών το άγαλμα έχασε τη θέση του (ευτυχώς παρέμεινε η επιγραφή) και μεταφέρθηκε στη Ρόδο, όπου σήμερα φυλάσσεται ασφαλές στο παρεκκλήσιο του παλατιού του Μεγάλου Μαγίστρου.

ΑΓΑΛΜΑ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΜΑΓΙΣΤΡΟΥ ΣΤΗ ΡΟΔΟ

Το άγαλμα του Αγίου Νικολάου που βρισκόταν στην Κω και μετά την Ενσωμάτωση μεταφέρθηκε στο Παρεκκλήσιο του Παλατιού του Μεγάλου Μαγίστρου στη Ρόδο.

Στην αρχική του θέση έμεινε ένα χάσμα, ένα κενό, που αλλοιώνει την αρχική κατασκευή και προκαλεί ένα αίσθημα ερήμωσης και εγκατάλειψης του μνημείου. Με αφορμή τις κατά καιρούς εκφρασθείσες προθέσεις για αποκατάστασή του διατυπώθηκε λόγος και αντίλογος γεγονός που παρότρυνε και εμάς να εκθέσουμε κάποιες σκέψεις μας.

Το άγαλμα του Αγίου Νικολάου έξω από το ναό του στο Μπάρι, όπου φυλάσσονται και τα λείψανά του. Η φωτογραφία του αδελφού μου Γιώργου Μουστάκη.

Το πρώτο που πρέπει να σημειώσουμε είναι ότι όπως διαφυλάχθηκαν όλα τα έργα των Ιταλών (εκτός ίσως από το καμπαναριό του Agnus Dei, του σημερινού Μητροπολιτικού Παρεκκλησίου του Ευαγγελισμού) ακέραια μέχρι σήμερα το ίδιο έπρεπε να συμβεί και με το άγαλμα του Αγίου Νικολάου. Με το να χρησιμοποιούμε τα ιταλικά κτήρια και έργα, κατά κάποιον τρόπο αποζημιωνόμαστε για τις θυσίες και τους κόπους των πατέρων μας κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής. Ανάμεσα σε όλα τα σημαντικά και άκρως χρηστικά έργα θα πρέπει να ξεχωρίσουμε τους δύο ιταλικής κατασκευής ναούς, που σε αντίθεση με την ορθόδοξη πρακτική, είναι στραμμένοι προς τη δύση, ή ακριβέστερα προς το Βατικανό. Οι δύο αυτοί ναοί, ο Ναός του Αγίου Παύλου στο Λινοπότι και το Ιερό Μητροπολιτικό Παρεκκλήσιο του Ευαγγελισμού, από τις πρώτες στιγμές μετά την απελευθέρωση αξιοποιήθηκαν —και πολύ σωστά— δίχως κανένα δισταγμό, παρά το ότι ο δεύτερος κυρίως διατηρεί κάποια χαρακτηριστικά της λατινικής λατρευτικής πρακτικής (π.χ. η Αγία Τράπεζα (= Altarium) στο νότιο τμήμα του). Δεν θα ήταν απίθανο κάποιοι να υποστήριζαν ότι έπρεπε να κατεδαφιστούν κάτι που ευτυχώς δεν έγινε. Η τάση να διαγράφουμε οι Έλληνες στοιχεία της ιστορίας μας δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, αλλά παραμένει τραγικά θλιβερό.

Μεγάλη η μορφή του Αγίου Νικολάου, τον οποίο φέρνω στο νου μου να συνομιλεί και να συνεργάζεται κατά τη διάρκεια των εργασιών της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου με τον θεοφόρο Επίσκοπο Κώου Μελίφρονα, τον πρώτο καταγεγραμμένο επίσκοπο της Κω, ο οποίος ήταν και αυτός ένας από τους 318 Πατέρες που το 325 μ.Χ. συγκρότησαν τη Σύνοδο αυτή. Ένας και ο αυτός Άγιος σε ανατολή και δύση. Πράος, ταπεινός, ασκητικός, κανόνας (δηλαδή μέτρο) της πίστης μας, αλλά και δυναμικός χαρακτήρας που δεν ανεχόταν τα παιχνίδια του Αρείου. Άφησε τη σφραγίδα του στη Σύνοδο. Γείτονας κοντινός της Κω, ως Επίσκοπος των Μύρων της Λυκίας, προστάτης και φίλος κάθε θαλασσινού. Τα λείψανά του μεταφέρθηκαν διά της βίας στη δύση, στο Μπάρι της Ιταλίας, όπου έχουν γίνει πόλος έλξεως για Ορθοδόξους και Ρωμαιοκαθολικούς πιστούς, οι οποίοι συνεχώς καταφθάνουν στον ναό του για να προσκυνήσουν.

ΗΡΩΟ ΚΩ ΧΩΡΙΣ ΑΓΑΛΜΑ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ 1935

Η κατασκευή το 1935 πριν τοποθετηθεί το άγαλμα του Αγίου Νικολάου

Η χρήση αγαλμάτων στη χριστιανική λατρεία αποτελεί χαρακτηριστικό της δύσης και στην ανατολή ποτέ δεν έγινε αποδεκτή, καθώς η ορθόδοξη εικονογραφική τέχνη προσφέρει πολλά περισσότερα στον πιστό παρουσιάζοντας την πραγματικότητα όχι εικονιστικά/ρεαλιστικά αλλά χαριτωμένα μεταμορφωμένη, μέσα από το πρίσμα της σαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Αυτή η σημαντικότατη διαφορά όμως ποτέ δεν οδήγησε τους Ορθοδόξους στην ανάγκη να καταστρέψουν και να αφανίσουν τα αγάλματα ή πολύ περισσότερο τις εικόνες που δεν ακολουθούν τις θεολογικές και αισθητικές παραμέτρους της ορθόδοξης παράδοσης. Μάλιστα, δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο τέτοιες εικόνες που σαφώς δεν συνάδουν με την παράδοσή μας να χρησιμοποιούνται από Αγίους (π.χ. η εικόνα της Θεοτόκου που χρησιμοποιούσε στο κελλί του ο Άγιος Νεκτάριος) ή ακόμη και να φιλοτεχνούνται από Αγίους, όπως οι θαυμάσιες αλλά μη σύμφωνες με τα βυζαντινά πρότυπα εικόνες που αγιογραφούσε ο Άγιος Σάββας στην Κάλυμνο και σώζονται στη Μονή των Αγίων Πάντων, αλλά και στο Εκκλησιαστικό Μουσείο της Κω. Ευχής έργο η αποκατάσταση του μνημείου καθώς η παρουσία του αγάλματος θα μας θυμίζει τον Άγιο και θα μας δίνει την ευκαιρία να ψιθυρίσουμε το απολυτίκιό του και να απευθύνουμε μία προσευχή προς αυτόν, καθώς περνάμε από το σημείο.

Δεν νομίζω ότι η ευσέβεια των κατοίκων της Κω θα ζημιωθεί και η σχέση τους με την πίστη μας θα επιδεινωθεί σε περίπτωση που επανέλθει το άγαλμα (ή έστω τοποθετηθεί ένα αντίγραφο) στην αρχική θέση του, η οποία, πιθανότατα χωρίς οι Ιταλοί να προχωρήσουν στον συνδυασμό, είναι πολύ ταιριαστή με τον Άγιο Νικόλαο, καθώς τον δείχνει να κοιτάζει προς τα Μύρα της Λυκίας, την επισκοπή και πατρίδα του, όπου ευχόμαστε να επιστρέψει κάποτε και ως φυσική παρουσία. Μας θυμίζει μάλιστα το ότι κατά το παρελθόν η Κως και τα άλλα Δωδεκάνησα αποτελούσαν μία διοικητική και πολιτιστική ενότητα με τα μικρασιατικά παράλια· την ελληνικότατη, από αιώνων, Ιωνία.

ΑΓΑΛΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΤΟ ΗΡΩΟ

Φωτογραφία που εικονίζει την πύλη όπως ήταν πριν απομακρυνθεί το άγαλμα του Αγίου Νικολάου.

Η απόφαση των Ιταλών να επιλέξουν τον Άγιο Νικόλαο, και όχι κάποιον άλλο Άγιο, για την πύλη αυτή με προβληματίζει εδώ και καιρό. Χωρίς να γνωρίζω το σκεπτικό τους —θα είχε ενδιαφέρον να υπήρχε κάποιο σχετικό έγγραφο— ο νους μου πάει στην επιθυμία (για τους δικούς τους λόγους) να συνδυάσουν τις ενέργειές τους με την πηγαία ευσέβεια του λαού της Κω, ο οποίος σέβεται και τιμά ιδιαίτερα τον Άγιο Νικόλαο ανακηρύσσοντάς τον, μάλιστα, προστάτη και πολιούχο του νησιού. Προς επιβεβαίωση αυτής της δυναμικής παρουσίας του Αγίου στα πράγματα της Κω πρέπει να αναφέρουμε την καταστροφή υδροπλάνων του De Vecchi (Διοικητής Δωδεκανήσου κατά το διάστημα Δεκέμβριος 1936 – 1940) από μπουρίνι στα τείχη του Κάστρου της Νεραντζιάς, γεγονός που σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόφαση του ιταλού αξιωματούχου να επιτρέψει την ανέγερση του Ιερού  Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Νικολάου στη νέα του θέση και να σταματήσει την μέχρι τότε παρελκυστική πολιτική με την οποία προσπαθούσε να αποφύγει την ανοικοδόμηση.

Η αποκατάσταση της πύλης του Αγίου Νικολάου, ενός ιστορικού μνημείου του νησιού μας, ως κομμάτι της ιστορικής μνήμης βοηθά όλους μας να κατανοήσουμε καλύτερα το παρελθόν, να το ερμηνεύσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια και μας στηρίζει στην πορεία προς το μέλλον. Σε καμία περίπτωση η ύπαρξη του αγάλματος δεν ενοχλεί την πίστη μας, η οποία δεν αλλοιώνεται από τη συνύπαρξη με το διαφορετικό ούτε το φοβάται. Ακόμη όμως και εάν κάποιος θεωρεί προβληματική ή επικίνδυνη την αποκατάσταση του αγάλματος ας το προσεγγίζει μόνο ως ιστορικό μνημείο (που πράγματι είναι) και όχι ως λατρευτικό αντικείμενο (που σαφώς δεν είναι).

ΗΡΩΟ ΚΩ ΜΕ ΑΓΑΛΜΑ ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Φωτογραφία που εικονίζει την πύλη όπως ήταν πριν απομακρυνθεί το άγαλμα του Αγίου Νικολάου.

Παρά ταύτα, θα μπορούσε να βρεθεί μία ενδιάμεση λύση, η οποία φρονούμε ότι θα ικανοποιούσε τους πάντες, θα έχει μειωμένο κόστος και θα διαφυλάσσει την εξέχουσα θέση της μορφής του Αγίου Νικολάου στο Ηρώο της πόλεώς μας:

θα ήταν δυνατό να φιλοτεχνηθεί ένα γραμμικό έργο τέχνης, κατά το πρότυπο του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου που δημιουργήθηκε προ ολίγων ετών και τοποθετήθηκε στην πρόσοψη του Μητροπολιτικού Παρεκκλησίου του Ευαγγελισμού. Έτσι, και η τιμή προς τον Άγιο θα διατηρηθεί ζωντανή, και θα θυμόμαστε, ιδιαίτερα οι νεώτεροι, την ιστορία του τόπου μας, μα και θα χρησιμοποιηθεί η ορθόδοξη τεχνοτροπία, η οποία παραμένει περισσότερο αγαπητή και σεβαστή από εμάς.

Ευχή μας είναι, σύντομα και με τη δέουσα προσοχή, να αποκαστασταθεί η ανοικτή πληγή του Ηρώου, που μπορεί να οφείλεται στον παρορμητισμό κάποιων, αλλά πλέον οφείλουμε να την θεραπεύσουμε.

ΟΙ «ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ» ΣΤΑ ΠΡΩΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Ετικέτες

, , , , , , , ,

Στὴν Ἀντιόχεια ὀνομαστήκαμε γιὰ πρώτη φορὰ «χριστιανοὶ» (Δ΄ μέρος)

Στὸ κείμενο τῶν Πράξεων ὡς αἰτία γιὰ τὴν καθιέρωση τοῦ ὀνόματος «χριστιανοὶ» προβάλλεται ἡ μεγάλη αὔξηση τοῦ πλήθους τῶν πιστῶν μετὰ ἀπὸ τὸ ἐπιτυχημένο ἱεραποστολικὸ ἔργο τῶν Ἀποστόλων Παύλου καὶ Βαρνάβα στὴν Ἀντιόχεια καὶ τὴν ἐνίσχυση τῆς αὐτοπεποίθησης καὶ τῆς αὐτοσυνειδησίας τῶν πιστῶν.

Οἱ ἀπόψεις γιὰ τὸ πότε ἀποδόθηκε τὸ ὄνομα ποικίλουν. Ὁ Elias J. Bickermann ἐκτιμᾶ ὅτι συνδέθηκε μὲ τοὺς πιστοὺς γύρω στὸ 46 μ.Χ., ἂν καὶ οἱ ἴδιοι ἄρχισαν νὰ τὸ χρησιμοποιοῦν στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας αὐτῆς, ἐνῶ ἄλλοι τοποθετοῦν τὴ σύνδεση πολὺ νωρίτερα υἱοθετώντας χρονολόγιες ἀπὸ τὸ τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 30 καὶ ἔπειτα.

Κάποιοι ταυτίζουν τὴν ἐμφάνιση τοῦ ὀνόματος «χριστ-iani» μὲ τὴν ἐπίσκεψη τὸ 60 μ.Χ. ἑνὸς στρατηγοῦ τοῦ Νέρωνα στὴν Ἀντιόχεια, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐκτιμοῦν ὅτι πέρασε στὴ Ρώμη, ὅπου τὸ 64 μ.Χ. ἔχουμε τὴν ἀναφορὰ τοῦ Τάκιτου στὸ ἔργο του Annals (15.44) ποὺ ἀναφέρεται στὸ ξέσπασμα ταραχῶν στὴ Ρώμη ἐξαιτίας τῆς δράσεως τῶν «Christianos». Ἡ συσχέτιση ἀνάμεσα στοὺς Augustales καὶ στὴ δημιουργία τοῦ ὀνόματος «χριστιανοὶ» εἶναι ἐνδιαφέρουσα, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἐπαρκὴς καθὼς οἱ μαρτυρίες ὑποδεικνύουν ὅτι ἡ χρήση τοῦ «χριστιανοὶ» προηγεῖται χρονικὰ τουλάχιστον 30 χρόνια ἀπὸ τοὺς «Augustales» τοῦ Νέρωνα.

Ἀρκετὰ διαδεδομένη εἶναι ἡ ἄποψη ὅτι ἡ ἀπόδοση τοῦ ὀνόματος πρέπει νὰ συσχετιστεῖ μὲ τὰ ἐπεισόδια ποὺ ἀναστάτωσαν τὴ Ρώμη τὸ 39-40 μ.Χ. ΚΑῚ στηρίζεται κυρίως σὲ μαρτυρίες τοῦ λόγιου Ἰωάννου Μαλάλα (PG 97.373-375) καὶ τοῦ Ἰωσήπου (Ἰουδ. Ἀρχ. 18.261-309, Ἰουδ. Πόλ. 2.184-7, 192-203) γιὰ ἀναστάτωση τοῦ ἰουδαϊκοῦ στοιχείου τῆς πόλεως καὶ πρόκληση ταραχῶν μετὰ τὴν ἀπόφαση τοῦ αὐτοκράτορα Γαΐου Καλιγούλα νὰ τοποθετήσει ἄγαλμά του στὸν χῶρο τοῦ Ναοῦ τῆς Ἰερουσαλήμ. Τὸ εὐαγγελικὸ κήρυγμα συνδυάστηκε ἀπὸ τὶς ρωμαϊκὲς ἀρχὲς μὲ αὐτὲς τὶς ταραχὲς καὶ θεωρήθηκε ὅτι προτρέπει σὲ ἐξέγερση ἐνάντια στὴ Ρώμη, συνδυασμὸς ποὺ κληροδότησε στὰ μέλη τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ἕνα ὄνομα ποὺ τοὺς ὑποδείκνυε ὡς πιθανοὺς ταραχοποιούς.

Μία ἄλλη ἄποψη εἶναι αὐτὴ ποὺ ὑποδεικνύει ὅτι ἡ μεγάλη αὔξηση τῶν πιστῶν στὴν Ἀντιόχεια προκάλεσε τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἀρχῶν καὶ τὶς ὁδήγησε στὸ νὰ τοὺς ὀνομάσουν «χριστιανούς», δηλαδή, ὀπαδοὺς τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ πορεία σχετίζεται μὲ τὸ δεύτερο κύμα ἱεραποστόλων, ὅπως παρουσιάζεται στὶς Πράξεις καὶ θὰ μποροῦσε νὰ τοποθετηθεῖ στὸ τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 30.

Ὁ Rainer Riesner ἐκτιμᾶ ὅτι εἶναι πιθανὸ ἡ πρώτη χρήση τοῦ προσδιορισμοῦ νὰ σχετίζεται μὲ τὴν ἄφιξη τοῦ στρατηγοῦ Vitellius (ἔγινε αὐτοκράτορας γιὰ ὀκτὼ μῆνες τὸ 69 μ.Χ.) στὴ Συρία, κατὰ τὰ ἔτη 36/37 μ.Χ., καὶ τὴν προσπάθειά του νὰ ἀποκτήσει μία πληρέστερη καὶ σαφέστερη εἰκόνα τῶν ὁμάδων ποὺ ὑπῆρχαν στὴν περιοχὴ εὐθύνης του, μὲ σκοπὸ νὰ εἶναι καλύτερα προετοιμασμένος γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση πιθανῶν προβλημάτων, καθὼς ὁ ἀριθμὸς τῶν πιστῶν, μετὰ τὴ δράση τῶν Ἀπ. Βαρνάβα καὶ Παύλου, εἶχε αὐξηθεῖ τόσο ὥστε ἡ παρουσία τους νὰ τραβήξει τὴν προσοχὴ τῶν ρωμαϊκῶν ἀρχῶν.

antioch-city-map

Τέλος, ὁ Martin Hengel θεωρεῖ ὅτι τὸ ἀντιϊουδαϊκὸ κλίμα τῆς περιόδου 37-41 στὴν πόλη τῆς Ἀντιόχειας ἐπιτάχυνε τὴν ἀνεξαρτητοποίηση τῆς νεόφυτης Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμό. Οἱ συγκεκριμένες ἐντάσεις ἔκαναν ἰδιαίτερα ἐπιτακτικὴ τὴν ἀνάγκη γιὰ προβολὴ τῆς ἰδιοπροσωπίας τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας ἔναντι τοῦ ἰουδαϊσμοῦ, κατὰ τέτοιον τρόπο ὥστε νὰ μὴν ἀποτελεῖ καὶ αὐτὴ στόχο τῶν ἐχθρῶν του. Ἡ θρησκεία τῶν Ἰουδαίων ἦταν μία ἀπὸ τὶς παλαιὲς λατρεῖες τῆς αὐτοκρατορίας καὶ ὡς τέτοια ἀπολάμβανε ξεχωριστὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα συχνὰ ἐπιβεβαίωναν οἱ ἴδιοι οἱ αὐτοκράτορες. Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία, ὅσο θεωροῦνταν ἐνδοϊουδαϊκὴ ὁμάδα, δὲν εἶχε προβλήματα μὲ τὶς ρωμαϊκὲς ἀρχές. Ἀπὸ τὴ στιγμή, ὅμως, ποὺ οἱ τελευταῖες ἀντελήφθησαν ὅτι πρόκειται γιὰ διακεκριμένη ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμὸ πραγματικότητα ἔπρεπε νὰ τὴν ἀντιμετωπίζουν ὡς πιθανὸ κίνδυνο γιὰ τὴν αὐτοκρατορία, καθὼς τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶχαν κάποιου εἴδους ἐπίσημη ἀναγνώριση ἀπὸ τὸ ρωμαϊκὸ κράτος. Μία τέτοια ἀναγνώριση θὰ σήμαινε ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἦταν religio licita (=νόμιμη θρησκεία) καὶ θὰ ἐπιτρεπόταν ἡ ἐλεύθερη λειτουργία της. Ἀπὸ τὴ στιγμή, ὅμως, ποὺ ξεκίνησαν οἱ διώξεις ἐνάντια στὸν ἰουδαϊσμὸ καὶ κορυφώθηκε ἡ ἐχθρότητα πρὸς τοὺς Ἰουδαίους τὸ νὰ συνδυάζεται ἡ Ἐκκλησία μὲ τὸν ἰουδαϊσμὸ ἦταν ἕνα σοβαρότατο πρόβλημα.

Οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ δὲν μποροῦσαν νὰ λάβουν ἐπίσημη ἀναγνώριση ἀπὸ τὸ ρωμαϊκὸ κράτος, καθὼς δὲν ἀποδεχόταν τὴ θεοποίηση καὶ τὴ λατρεία τοῦ αὐτοκράτορα. Βέβαια, εἶναι πιθανὸ σὲ κάποιες περιπτώσεις νὰ πῆραν ἄδεια λειτουργίας ὡς collegia funeraticia (= δηλαδὴ σύλλογοι ποὺ συγκροτοῦνταν γιὰ νὰ μποροῦν νὰ θάπτονται ἀξιοπρεπῶς οἱ πτωχοί), ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἄλλαξε τὴ συνολικὴ ἐχθρικὴ στάση τῆς ρωμαϊκῆς ἐξουσίας ἀπέναντί τους.

Τὸ κείμενο τῶν Πράξεων, γραμμένο ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ μὲ προσοχὴ καὶ σεβασμὸ στὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα, μᾶς προσφέρει πολλὲς πληροφορίες γιὰ τὰ πρῶτα στάδια ἀνάπτυξης τῆς Ἐκκλησίας. Ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ σύνδεση τῆς χρήσεως τοῦ ὀνόματος μὲ τὴν Ἀντιόχεια, κάτι ποὺ ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὴν λοιπὴ πρώιμη χριστιανικὴ γραμματεία.

Ἀναπαράσταση τῆς Ἀντιόχειας

Ψηφιακή ἀναπαράσταση τῆς Ἀντιόχειας. Τή διασχίζει ὁ ποταμός Ὀρόντης. Στό νησάκι διακρίνονται τά ἀνάκτορα καί ὁ Ἱππόδρομος. Στό βάθος τό Σίλπιον Ὄρος.

Ξεχωριστὴ προσοχὴ ἀπαιτεῖ ἡ μελέτη τῶν σχέσεων τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιόχειας μὲ τὴν ἰουδαϊκὴ συναγωγή. Ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες ἡμέρες συγκεκριμένες πρακτικὲς λατρείας καὶ ζωῆς τῶν πιστῶν τοὺς διαφοροποιοῦσαν ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμὸ καὶ τὴ συναγωγή. Τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἔκαναν ξεχωριστὰ δεῖπνα, δὲν ἐφήρμοζαν τὴν περιτομή, προτιμοῦσαν τὸ βάπτισμα, δὲν ἀναγνώριζαν τὴν ἐξουσία τῶν ἰουδαϊκῶν ἀρχῶν τῆς Ἰερουσαλήμ, δὲν ἀπέδιδαν τὸν φόρο τοῦ Ναοῦ, δὲν τηροῦσαν τὶς νομικὲς ἀπαγορεύσεις γιὰ τὴν κοινωνικὴ ἐπαφὴ καὶ τὰ γεύματα κ.ἄ.. Στὴν Ἀντιόχεια ἔχουμε οὐσιαστικὰ τὴν πρώτη χριστιανικὴ κοινότητα σὲ ἀστικὸ περιβάλλον πέρα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἰερουσαλήμ. Στὴν Ἀντιόχεια οἱ πιστοὶ ἀντιμετωπίσθηκαν γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὶς ρωμαϊκὲς ἀρχὲς ὡς μία άνεξάρτητη ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμὸ ὁμάδα. Ἡ ἀπουσία τοῦ Ναοῦ, ὡς κέντρου ἰουδαϊκῆς λατρείας, ὑποχρέωσε τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας νὰ διαφοροποιηθοῦν πλήρως ἀπὸ τὸν ἰουδαϊκὸ πνευματικὸ χῶρο.

Μέχρι νὰ καταστεῖ σαφὴς ἡ διαφοροποίηση τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴ συναγωγή, χαρακτηρισμοί, ὅπως «Ναζωραῖοι» ἢ «Ναζιραῖοι», «μαθητὲς» καὶ «κλητοί», ἦταν ἀρκετοὶ γιὰ νὰ μποροῦν τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας νὰ συνεννοοῦνται μεταξύ τους. Ὁ προσδιορισμὸς «χριστιανοὶ» ἔγινε ἀναγκαῖος ὅταν κατέστη σαφὲς ὅτι οἱ πιστοὶ εἶχαν ἀφήσει τὸν τρόπο ζωῆς τῶν ἐθνικῶν ἀλλὰ δὲν εἶχαν ἐνταχθεῖ στὴν ὁμάδα τῶν Ἰουδαίων, ὅπως ἔπρατταν οἱ μέχρι τότε προσήλυτοι. Ἄνθρωποι ποὺ πρὶν ἦταν ἐθνικοὶ καὶ Ἰουδαῖοι ἑνώθηκαν στὴν Ἐκκλησία ἀποτελώντας μία νέα θρησκευτικὴ μονάδα μὲ δική της λατρεία, κοινὴ πίστη καὶ μὲ δική της ταυτότητα καὶ αὐτονομία δράσεως. Στὴν Ἀντιόχεια ἡ ὁμάδα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἀρκετὰ μεγάλη, ὥστε νὰ καταδείξει στοὺς ἄλλους κατοίκους τῆς πόλεως ὅτι διέφεραν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, ἀκόμη καὶ στὶς περιπτώσεις ποὺ ἡ φυλετικὴ καταγωγή τους ἦταν κοινή. Στὴν πόλη αὐτή, λοιπόν, οἱ πιστοὶ διακρίθηκαν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι ἤδη ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 2ου π.Χ. αἰῶνα ἦταν ἀναγνωρισμένοι ὡς ξεχωριστὴ ἐθνολογικὴ καὶ θρησκευτικὴ ὁμάδα μὲ τὴ δυνατότητα νὰ τηροῦν τὰ ἔθιμά τους καὶ νὰ λατρεύουν τὸν Θεὸ κατὰ τὴν πίστη τους.

greco-romain-antiochae-antioche-vue-generale

Ἂν καὶ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἤδη ἀπὸ τὰ πρῶτα βήματά τους στὴν Ἰερουσαλὴμ εἶχαν σαφὴ συνείδηση τῆς διαφορᾶς τους ἀπὸ τὴ συναγωγή, στὴν πρωτεύουσα τῆς Συρίας αὐτὸ ἔγινε ἐμφανὲς καὶ πρὸς τοὺς ἐκτός. Οἱ Πράξεις μᾶς πληροφοροῦν ὅτι οἱ πιστοὶ τῆς Ἰερουσαλήμ, ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες μέρες μετὰ τὴν Πεντηκοστή, πήγαιναν στὸν Ναὸ γιὰ νὰ προσευχηθοῦν, ὅπως ἔκανε καὶ ὁ Χριστός, ἀλλὰ μὲ μία σαφὴ διαφορὰ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους: τὸ ἔκαναν ὡς ἕνα ἑνιαῖο σῶμα, «προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν ἐν τῷ ἱερῷ» (Πρ. 2:46). Ταυτόχρονα, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἴδιος στίχος, προχωροῦσαν στὴν ὑπέρβαση τῶν ὁρίων τοῦ Νόμου, σύμφωνα μὲ τὴν κυριακὴ διδαχή, καὶ «κλῶντές τε κατ᾿ οἶκον ἄρτον μετελάμβανον τροφῆς ἐν ἀγαλλιάσει καὶ ἀφελότητι καρδίας». Μὲ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις ποὺ θέτουν οἱ Πράξεις εἶναι σαφὲς ὅτι οἱ χριστιανοὶ ἐξ ἀρχῆς εἶδαν τὴν ὑπέρβαση καὶ ὁλοκλήρωση τοῦ Νόμου στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας ποὺ εἶναι τὸ ζωντανὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ («ὁμοθυμαδὸν») καὶ στὴ χάρη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (τὴν κλάση τοῦ Ἄρτου τῆς Ζωῆς: «κλῶντές τε κατ᾿ οἶκον ἄρτον»).

Τὸ ὄνομα «χριστιανοὶ» ἀρχικὰ χρησιμοποιήθηκε μὲ χλευαστικὴ χροιὰ ποὺ εἶναι ἰδιαίτερα ἐμφανὴς μετὰ τὴν περίοδο τοῦ Νέρωνα. Θετικὴ χροιὰ πῆρε ἀφότου ἄρχισε νὰ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τοὺς πιστούς.

πρώτη χρήση του στὶς Πράξεις (Πράξεων 11:26 «χρηματίσαι τε πρῶτον ἐν Ἀντιοχείᾳ τοὺς μαθητὰς Χριστιανούς») εἶναι μετὰ τὴν ἀναφορὰ στὸ ἀπολύτως ἐπιτυχὲς ἱεραποστολικὸ ἔργο τῶν Ἀποστόλων Βαρνάβα καὶ Παύλου στὴν Ἀντιόχεια καὶ παρουσιάζεται μὲ ὑπερηφάνεια ἀπὸ τὸν συγγραφέα.

Τὴ δεύτερη φορὰ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν βασιλέα Ἀγρίππα Β´ μετὰ τὴ συζήτηση ποὺ εἶχε μὲ τὸν ἀπ. Παῦλο (Πρ. 26:28 «ὁ δὲ Ἀγρίππας πρὸς τὸν Παῦλον ἔφη· Ἐν ὀλίγῳ με πείθεις Χριστιανὸν γενέσθαι») καὶ φαίνεται νὰ ἐμπεριέχει, ὄχι χλευαστικὴ διάθεση, ἀλλά, ἴσως, κάποια εἰρωνικὴ χροιά, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ὑποδηλώνει τὴ διστακτικότητα τοῦ Ἀγρίππα νὰ ἀποδεχθεῖ τὸν Χριστό. Πάντως, δὲν δηλώνει ἀσέβεια. Ὁ εὐαγγ. Λουκᾶς τὸ χρησιμοποιεῖ ὡς ἕναν θετικὸ προσδιορισμό. Στὸ 26ο κεφάλαιο τῶν Πράξεων διαπιστώνουμε, ἀπὸ τὰ λεγόμενα τοῦ ἀπ. Παύλου, ὅτι ἡ διάθεση τῶν ἡγεμόνων ἦταν θετικὴ πρὸς τὸ πρόσωπό του. Ἡ σκηνὴ ξεκίνησε ἀπὸ τὸ στίχο Πρ. 25:23 μὲ τὴν προκαταρκτικὴ συζήτηση τοῦ Φήστου καὶ τοῦ Ἀγρίππα, ἡ ὁποία ὁδήγησε τὸν ἀπ. Παῦλο σὲ μία ἀρκετὰ μακρὰ ἀπολογία, στὴν ὁποία παραθέτει κυρίως τὰ περιστατικὰ τῆς μεταστροφῆς καὶ τῆς ζωῆς του πρὶν ἀπὸ αὐτή. Ὁ Ἀγρίππας ἀκούει προσεκτικὰ τὴν ἀπολογία τοῦ ἀποστόλου, ἡ ὁποία κορυφώνεται μὲ θαρραλέα ὁμολογία τῆς πίστεώς του στὸν Χριστὸ καὶ ἀντιδρᾶ λέγοντας ὅτι ὁ Παῦλος ἔχει χάσει τὸ μυαλό του. Κατηγορία τὴν ὁποία ὁ ἀπολογούμενος ἀπορρίπτει ἀμέσως.

Τὸ ὅτι ἡ χρήση τοῦ ὅρου «χριστιανός» δὲν ἦταν χλευαστική, ἀλλὰ εἰλικρινὴς καὶ ἀποδεκτὴ διαπιστώνεται καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ ἀπόστολος τονίζει σὲ δύο σημεῖα (Πρ. 25:3 καὶ 26:27) ὅτι ὁ Ἀγρίππας εἶχε εὐσέβεια καὶ ἐπαρκὴ γνώση τοῦ ἰουδαϊκοῦ Νόμου καὶ πίστευε στὸ κήρυγμα τῶν προφητῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν προαναγγείλει τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία. Αὐτὸ δείχνει ὅτι περιμένει ἀπὸ αὐτὸν νὰ διακρίνει τὴ σημασία τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸν Ἰσραήλ, καί, βάσει τῶν γεγονότων τῆς ζωῆς, τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀναστάσεώς του, νὰ τὸν ταυτίσει μὲ τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία. Ἡ ἀπολογία τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν ἔχει ὡς κέντρο της τὸ πρόσωπο καὶ τὴ θυσία τοῦ Κυρίου. Πράγματι, ἡ ἀνταπόκριση τοῦ Ἀγρίππα εἶναι ἡ ἐπιθυμητὴ γιὰ τὸν ἀπόστολο. Μόλις ἀναφέρθηκε στὴν ἀνάσταση, ὁ βασιλιᾶς ἀντέδρασε, μᾶλλον ἔντονα, ἀλλὰ ὁ ἀπολογούμενος ἐκμεταλλεύθηκε τὴν εὐκαιρία γιὰ νὰ συσχετίσει τὸν Χριστὸ μὲ τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία.

Στὸ στίχο Πρ. 26:9 ὁ ἀπόστολος τονίζει ὅτι ὅταν ἐδίωκε τὴν Ἐκκλησία, οὐσιαστικὰ στρεφόταν ἐνάντια στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἂν καὶ πουθενὰ δὲν ἀναφέρεται ἄμεσα σὲ αὐτὸν τὸν χριστολογικὸ τίτλο τὸ συμπέρασμα ἀπὸ τὴν ἀπολογία του εἶναι ὅτι ὁ Ναζωραῖος εἶναι ὁ Χριστός. Ἐντυπωσιασμένος ὁ Ἀγρίππας Β´ ἀπὸ αὐτὲς τὶς θέσεις τοῦ Παύλου, μὲ ἔκπληξη, ἐκφραζόμενος παρορμητικά, ἀναφωνεῖ «ἐν ὀλίγῳ μὲ πείθεις Χριστιανὸν ποιῆσαι». Ὁ ἀπόστολος, αὐτὴ τὴ στάση τὴν ἐκλαμβάνει ὡς αὐθεντικὴ διάθεση γιὰ μεταστροφή του στὸν χριστιανισμὸ καὶ διατυπώνει τὴν εὐχὴ νὰ στρέφονταν στὴν ἀληθινὴ πίστη «πάντες οἱ ἀκούοντες» δίχως κάτι στὴ στάση του νὰ δηλώνει ἢ νὰ ὑπονοεῖ ὅτι αἰσθάνεται προσβεβλημένος. Ἀντιθέτως, θεωρεῖ ὅτι πρόκειται γιὰ θετικὴ ἔκφραση, ἡ ὁποία ἴσως νὰ ὑποκρύπτει καὶ κάποιου βαθμοῦ φιλικὴ στάση ἀπέναντι στὴν πίστη.

Στὴν τρίτη ἀναφορὰ τοῦ ὅρου στὴν Καινὴ Διαθήκη, στὸ χωρίο Α´ Πέτρου 4:16, ἡ χρήση εἶναι παρόμοια «εἰ δὲ ὡς Χριστιανός, μὴ αἰσχυνέσθω, δοξαζέτω δὲ τὸν Θεὸν ἐν τῷ μέρει τούτῳ»: «ἐὰν κάποιος ὀνειδίζεται ὡς χριστιανὸς νὰ μὴν νιώθει ντροπὴ γι᾿ αὐτό, ἀλλὰ νὰ δοξάζει τὸν Θεό». Ὁ ὀνειδισμός, ἀπὸ τοὺς ἐθνικοὺς καὶ τοὺς Ἰουδαίους, στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ τίτλο τιμῆς καὶ ἀφορμὴ κατὰ Θεὸν καυχήσεως γιὰ τὸν ἀπόστολο καὶ γιὰ κάθε μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπὸ τὸν στίχο 14 τοῦ ἰδίου κεφαλαίου ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἀποτελοῦσε αἰτία ὀνειδισμοῦ τῶν πιστῶν καὶ γινόταν μὲ ὑβριστικὴ καὶ χλευαστικὴ διάθεση, ὅπως φαίνεται καὶ στὶς ἐξωχριστιανικὲς πηγὲς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. [1]

Alexamenos1st

Τό χλευαστικό σχέδιο τοῦ Παλατινοῦ Λόφου στή Ρώμη (ἐκτιμᾶται ὅτι χαράχθηκε γύρω στό 200 μ.Χ.). Διαβάζουμε: «Ἀλεξάμενος σέβετε Θεόν». Παρουσιάζει τόν Ἀλεξάμενο νά λατρεύει μία σταυρωμένη μορφή (προφανῶς τόν Ἰησοῦ Χριστό), ἡ ὁποία ἔχει κεφάλι ὄνου.

Ὅπως διαπιστώνουμε ἐκεῖνα τὰ πρῶτα χρόνια μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας θεωροῦν ὅτι εἶναι μεγάλη τιμὴ γι᾿ αὐτοὺς νὰ φέρουν ὡς προσηγορία τους τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ κάτι ποὺ ἐπεκράτησε, ἂν καὶ πάντοτε θὰ ὑπάρχουν αὐτοὶ ποὺ δὲν σέβονται τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ χρησιμοποιοῦν γιὰ νὰ χλευάσουν αὐτοὺς ποὺ μὲ ὑπερηφάνεια καὶ τιμὴ τὸ φέρουν.

[1] Αὐτὸ φαίνεται καὶ στὸ σκαρίφημα ποὺ ἀποκαλύφθηκε στὸν Παλατινὸ λόφο, στὴ Ρώμη, ὅπου χλευάζεται κάποιος χριστιανός, ὁ Ἀλεξάμενος, ἐπειδή, σύμφωνα μὲ τὴν ἔμπνευση τοῦ σχεδιαστῆ, λάτρευε κάποιον θεὸ μὲ κεφάλι ὄνου.

Ἡ ἐτυμολογία τοῦ ὀνόματος «χριστιανοί».

Ετικέτες

, , , , , ,

Στὴν Ἀντιόχεια ὀνομαστήκαμε γιὰ πρώτη φορὰ «χριστιανοὶ» (Γ΄ μέρος)

Ἡ λέξη «χριστιανοὶ» ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀπὸ δύο διαφορετικὰ μεταξύ τους μέρη:

(α) τὸ θέμα «χριστ-», ποὺ προφανῶς προέρχεται ἀπὸ τὸν πολὺ γνωστὸ τίτλο «Χριστός», ὁ ὁποῖος ἀποδόθηκε στὸν Ἰησοῦ καὶ προέρχεται ἀπὸ τὴ μετοχὴ παρακειμένου, «κεχρισμένος», τοῦ ρήματος «χρίω» καὶ ὑποδηλώνει αὐτὸν ποὺ ἔχει λάβει εἰδικὴ χρίση γιὰ νὰ ἐπιτελέσει κάποιο ἔργο. Ἐν προκειμένῳ ὁ τίτλος ὑποδεικνύει αὐτὸν ποὺ ἔχει χρισθεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ νὰ ἐπιτελέσει τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Ὁ τίτλος μαρτυρεῖται περισσότερες ἀπὸ 530 φορὲς στὴν Καινὴ Διαθήκη. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἐντοπίζεται σὲ ὅλα τὰ κείμενά της, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τρίτη ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, ποὺ εἶναι ἰδιαίτερα σύντομο κείμενο καὶ δὲν περιλαμβάνει καμμία ἀναφορὰ στὸν Ἰησοῦ. Ἤδη ἀπὸ τὴν περίοδο αὐτὴ ὁ ἐπιθετικὸς προσδιορισμὸς ἔχει μετατραπεῖ σὲ ὄνομα τὸ ὁποῖο, συνήθως, συνδυάζεται μὲ τὸ ἑβραϊκὸ «Ἰησοῦς», ποὺ ἀποτελεῖ τὸ κύριο ὄνομα τοῦ Σωτήρα.

(β) ἀπὸ τὴν κατάληξη «-ιανοι» ποὺ εἶναι λατινικὸ ἐπίθεμα (ianus/-iani) ποὺ δημιουργεῖ ἐπίθετο καὶ φανερώνει μὴ χριστιανικὴ προέλευση. Ἡ ἀντίστοιχη ἑλληνικὴ κατάληξη θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ «Χρισταῖοι» ἢ τὸ «Χριστηνοί». Ἡ προσθήκη της σὲ ὀνόματα ἐξέφραζε οἰκογενειακὴ σχέση, γεωγραφικὴ προέλευση, πελατειακή, ἀλλὰ καὶ εὐρύτερη πολιτικὴ ἢ κοινωνικὴ σχέση. Γνωστὸ παράδειγμα οἱ Caesariani, οἱ ὁποῖοι θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι εἴτε ἀπελεύθεροι εἴτε πελάτες[1] εἴτε πολιτικοὶ ὀπαδοὶ τοῦ Καίσαρα εἴτε καὶ τὰ τρία ταυτόχρονα. Ἄλλα γνωστὰ ὀνόματα μὲ αὐτὴ τὴν κατάληξη εἶναι τὰ Galbiani (ὀπαδοὶ τοῦ Γάλβα), Pompeiani (ὀπαδοὶ τοῦ Πομπήιου), Augustiani (ὀπαδοὶ τοῦ Ὀκταβιανοῦ Αὐγούστου) ἀλλὰ καὶ Ciceroniani (ὀπαδοὶ τοῦ Κικέρωνα).

Στὴν Καινὴ Διαθήκη συναντᾶμε τοὺς «Ἡρωδιανούς». Ἐμφανίζονται μία φορὰ στὸ εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου (22:16) καὶ δύο φορὲς στὸ εὐαγγέλιο τοῦ Μάρκου (3:6 καὶ 12:13). Πιθανότατα, ἦταν ὀπαδοὶ τοῦ οἴκου τῶν Ἡρωδῶν (κυρίως τοῦ Ἡρώδη Ἀντίπα καὶ ἴσως τοῦ Ἡρώδη Ἀγρίππα Α´). Ἴσως νὰ ἦταν πελᾶτες, μὲ τὴ ρωμαϊκὴ ἔννοια, τῶν δύο βασιλέων. Ἐπίσης, εἶναι πιθανὸ νὰ ἦταν παλαιοὶ ἀπελεύθεροι ἢ ἀξιωματοῦχοι τοῦ βασιλικοῦ οἴκου τοῦ Ἡρώδη. Θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι οἱ ἄνθρωποι τοῦ Ἀντύπα στὴν Ἰερουσαλήμ, καθὼς ἡ πόλη αὐτὴ ἦταν ὑπὸ ρωμαϊκὴ κατοχὴ καὶ ὁ ἴδιος περιορισμένος στὴ Γαλιλαία καὶ τὴν Περαία. Μάλιστα, ὑπάρχουν μαρτυρίες γιὰ παρουσία τους στὴ Ρώμη καὶ στὴν Ἀντιόχεια.

Ἦταν μία πολιτικὴ ὁμάδα μὲ συμφέροντα ποὺ φαίνεται ὅτι σὲ κάποιες περιπτώσεις συνδυάζονταν μὲ αὐτὰ τῶν Φαρισαίων. Ὁ Ἡρώδης Ἀγρίππας Α΄ ἔζησε γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα στὴ Ρώμη, ὅπου δέθηκε μὲ στενὴ φιλία μὲ τοὺς μετέπειτα αὐτοκράτορες Γάιο Καλιγούλα καὶ Κλαύδιο. Εἶναι πιθανό, λοιπόν, μὲ τὴν ἐπιστροφή του στὴν πατρίδα νὰ δημιούργησε ἕναν κύκλο πολιτικῶν ὑποστηρικτῶν, κατὰ τὰ πρότυπα τοῦ συστήματος τῆς ρωμαϊκῆς πελατείας, οἱ ὁποῖοι ὀνομάστηκαν ἀπὸ τὸ οἰκογενειακό, καὶ ὄχι τὸ προσωπικό του, ὄνομα.

Σύμφωνα μὲ τὸν Ὠριγένη αὐτοὶ ποὺ ἦταν νομιμόφρονες πρὸς τὴ ρωμαϊκὴ ἐξουσία καὶ προέτρεπαν τοὺς Ἰουδαίους νὰ ἀποδίδουν φόρο στὸν Καίσαρα «ἐκαλοῦντο Ἡρωδιανοὶ ὑπὸ τῶν μὴ θελόντων τοῦτο γίνεσθαι». Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος τοὺς προσδιορίζει ὡς «Ἡρώδου στρατιώτας», ἐνῶ ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας ἐκτιμᾶ ὅτι εἴτε ἐννοεῖ «τοὺς Ἡρώδου στρατιώτας» εἴτε «τοὺς ἀπαιτητὰς τῶν τελῶν τῶν ἐπιβληθέντων τοῖς Ἰουδαίοις ὑπὸ Ῥωμαίων». Πρὸς τὴ δεύτερη ἐκτίμηση κλίνει καὶ ὁ Ἅγ. Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ὁ ὁποῖος τοὺς χαρακτηρίζει ὡς δασμολόγους («δασμολόγοι δὲ οὗτοι»), ἐνῶ στὸ ὑπόμνημά του στὸν προφήτη Ἠσαΐα τοὺς χαρακτηρίζει «πράκτορες … τελωνῶν». Ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀναφορὲς διαπιστώνουμε ὅτι οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας θεωροῦσαν βέβαιο ὅτι εἶχαν στενὴ σχέση μὲ τὸν Ἡρώδη καὶ τὴ διοικητική του μηχανή. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ ὁμοιάζει μὲ τὴν εἰκόνα ποὺ ἔχουμε σήμερα γιὰ τοὺς ὀπαδοὺς/ἀκολούθους διαφόρων προσώπων, ἀλλὰ περιλαμβάνει περισσότερες δραστηριότητες, ὅπως τὴ συλλογὴ φόρων ἢ τὴ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία.

Πολὺ καλὰ μὲ αὐτὴ τὴν εἰκόνα ταιριάζει ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ἀπ. Παύλου στοὺς «ἐκ τῆς Καίσαρος οἰκίας» (Φιλ. 4:22) ποὺ περιλαμβάνει μία μεγάλη ὁμάδα πιστῶν ποὺ διέμεναν καὶ δραστηριοποιοῦνταν στὸ παλάτι, διατηρώντας ποικίλες σχέσεις μὲ τὴν αὐτοκρατορικὴ οἰκογένεια, συμμετέχοντας στὴ λειτουργία τοῦ παλατιοῦ καὶ τὴ διοίκηση τῆς αὐτοκρατορίας (π.χ. παλαιοὶ ἀπελεύθεροι τοῦ αὐτοκράτορα ἢ πελάτες τῆς οἰκογένειάς του).

Συνεπῶς, τὸ ὄνομα Ἡρωδιανοί, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ ὄνομα «χριστιανοί», ἀποκαλύπτει πολιτικὲς σχέσεις. Μία ἀκόμη διαφορά εἶναι ὅτι στὶς περιπτώσεις τῶν προσδιορισμῶν ὀνομάτων ὅπως Caesariani, Pompeiani καὶ Ἡρωδιανοὶ τὸ ὄνομα γίνεται προσηγορικό, ἐνῶ στὴν περίπτωση τῶν χριστιανῶν, ὁ τίτλος καὶ ὄχι τὸ ὄνομα μετατρέπεται σὲ προσηγορικό.

Μιὰ ἰδιαίτερη πτυχὴ τῆς χρήσεως τοῦ ἐπιθέματος –iani ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν προηγούμενη εἶναι ὁ προσδιορισμὸς μὲ αὐτὸ τῶν δούλων καὶ ἄλλων μελῶν τοῦ οἴκου κάποιου, ὅπως ἀκριβῶς ἐντοπίζεται στὸ 4:22 τῆς πρὸς Φιλιππησίους ἐπιστολῆς. Αὐτὴ ἡ ἐπιμέρους χρήση εἶναι πολὺ πιὸ ταιριαστὴ στὴ σχέση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μὲ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλοι οἱ βαπτισμένοι ἀποκτοῦν τὴν ἐλευθερία τους, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὰ κοινωνικὰ δεδομένα (ἐλεύθεροι, ἀπελεύθεροι, δοῦλοι), μόνο ἐφ᾿ ὅσον τὴν δεσμεύσουν ἐν Χριστῷ. Θυσιάζοντας τὴν κατὰ κόσμον ἐλευθερία λαμβάνουμε τὴ δυνατότητα νὰ ἀποκτήσουμε τὴν πραγματικὴ ἐλευθερία ποὺ μᾶς ἀπελευθερώνει ἀπὸ τὴ φθορὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Οἱ κατ’ ἐξοχὴν ἐλεύθεροι ἄνθρωποι εἶναι οἱ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ συμβαίνει διότι δεσμεύονται μόνο ἀπὸ τὴ σχέση τους μὲ τὴν πηγὴ τῆς ἐλευθερίας, τὸν Θεό, καὶ ὄχι ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς ἀδυναμίες τους. Στὴν Καινὴ Διαθήκη ὁ προσδιορισμὸς τοῦ πιστοῦ ὡς «δούλου Θεοῦ» ἐμφανίζεται ἀρκετὲς φορές. Στὴν πρὸς Ρωμαίους ἔρχεται σὲ ἀντιπαραβολὴ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ δούλου τῆς ἁμαρτίας (Ρωμαίους 6:6, 16, 17, 19, 20), ὁ ὁποῖος σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν δοῦλο τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει καμμία ἐλευθερία, ἀκόμη καὶ ἂν ὁ ἴδιος φρονεῖ τὸ ἀντίθετο. Καθὼς ἡ κατάληξη –iani φανερώνει τὸν δοῦλο κάποιου, τὸ ὄνομα χριστιανοί δηλώνει ὅτι πρόκειται γιὰ τοὺς δούλους τοῦ Χριστοῦ ποὺ ζοῦν τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία.

Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1ου μ.Χ. αἰῶνα οἱ στρατιῶτες στὴν Ἀντιόχεια ἦταν χωρισμένοι σὲ Caesariani (ὀπαδοὶ τοῦ Γερμανικοῦ) καὶ Pisoniani (ὀπαδοὶ τοῦ Πίσωνα). Ἀπὸ αὐτὴ τὴ μαρτυρία διαπιστώνουμε ὅτι ἡ κατάληξη iani ἦταν σὲ χρήση καὶ στὴν Ἀνατολή· πάντως, ἐντὸς τῶν ρωμαϊκῶν πολιτικῶν πλαισίων.

Μία συναφὴς περίπτωση εἶναι ἡ ὕπαρξη κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Αὐγούστου τοῦ θεσμοῦ τῶν «Seviri Augustales» ἢ «Augustales», τὸν ὁποῖο ἐνεθάρρυνε ὁ Αὔγουστος. Ἐπρόκειτο γιὰ συλλόγους κατωτέρων ἀξιωματικῶν, συχνὰ ἀπελευθέρων, οἱ ὁποῖοι ἐπέβλεπαν τὴν σωστὴ διεκπεραίωση θεμάτων ποὺ σχετίζονταν μὲ τὴ λατρεία. Συχνά, ἔπρεπε νὰ συνεισφέρουν ἀπὸ τὴν προσωπική τους περιουσία γιὰ τὴ διεξαγωγὴ αὐτῶν τῶν τελετῶν. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο κέρδιζαν τὴν ἀναγκαία, γιὰ τὴν ἄνοδό τους στὴν κοινωνικὴ κλίμακα, κοινωνικὴ ἀναγνώριση. Ἰδιαίτερη ἀκμὴ γνώρισαν κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Νέρωνα ὡς στελέχη τῆς ὀργανωμένης προπαγάνδας τοῦ αὐτοκράτορα, ὑποστηρίζοντας τὶς ἀθλητικὲς καὶ καλλιτεχνικές του ἐπιτυχίες καὶ ἐκφράζοντας τὸ θαυμασμό τους γιὰ τὸν «θεῖο» ἄνδρα.

Ὁ Ρωμαῖος ἱστορικὸς Τάκιτος

Ὁ Ρωμαῖος ἱστορικὸς Τάκιτος

Ἡ σύνθεση τοῦ ὀνόματος, ἀπὸ ἑλληνικὸ θέμα καὶ λατινικὸ ἐπίθεμα, ἴσως μᾶς δείχνει ὅτι προέρχεται ἀπὸ λαϊκὴ καὶ καθομιλουμένη γλῶσσα. Παρόμοιοι συνδυασμοὶ ἐμφανίζονται καὶ στὶς μέρες μας σὲ περιοχὲς ποὺ συνυπάρχουν ἄνθρωποι διαφορετικῆς ἐθνικῆς καὶ πολιτιστικῆς προέλευσης. Μάλιστα, ἡ τάση αὐτὴ εἶναι ἐντονότερη ὅταν πρόκειται γιὰ γλῶσσες ποὺ εἶναι διαδεδομένες σὲ ἄλλους λαούς, οἱ ὁποῖοι δὲν τὶς μιλοῦν ὡς μητρικές.

Κλείνοντας νὰ σημειώσουμε ὅτι ὁ σημιτικὸς καὶ ὁ ἀραβικὸς κόσμος διατήρησε ὡς γενικὸ προσδιορισμὸ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας «Ναζωραῖοι» ἢ «Ναζαρινοί», ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἂν πρὶν ἀπὸ τὴν ἔνταξή τους σὲ αὐτὴ ἦταν Ἰουδαῖοι ἢ ἐθνικοί. Στὸ Κοράνι ὀνομάζονται «Nasrāni» ἀπὸ τὴ λέξη «ansar» ποὺ σημαίνει «βοηθοὶ» καὶ ἔχει τὴν ἔννοια τῶν ἀκολούθων.

Ὁ Νέρων

Ὁ Νέρων

Μία ἀπὸ τὶς πρῶτες περιπτώσεις ποὺ χρησιμοποιεῖται ἡ λέξη «Χριστιανοὶ» εἶναι στὸ ἔργο τοῦ Ρωμαίου ἱστορικοῦ Σουετώνιου «Βίοι τῶν Καισάρων: Nέρων». Στὴν ὑποτιμητικὴ αὐτὴ ἀναφορὰ«Afflicti suppliciis, Christiani, genus hominum superstitionis nove et maleficae» (= ἐπιβλήθηκε τιμωρία στοὺς Χριστιανούς, γένος ἀνθρώπων δεισιδαιμόνων καὶ πονηρῶν) ποὺ συμπληρώνεται ἀπὸ μία ἄλλη ἐξίζου ὑποτιμητικὴ ἀναφορὰ ἀπὸ τὸν Βίο τοῦ Κλαυδίου ἀναφέρεται τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ὡς ἐξῆς: «Iudaeos impulsore Chresto assidue tumultuantis Roma expulit» (= οἱ Ἰουδαῖοι ἐπειδὴ μὲ τὴν παρακίνηση κάποιου Χριστοῦ προκαλοῦσαν συνεχῶς ταραχὲς ἐκδιώχθηκαν ἀπὸ τὴ Ρώμη). Ἀπὸ τὸν συνδυασμὸ αὐτῶν τῶν δύο χωρίων διαπιστώνουμε ὅτι οἱ Χριστιανοί, ὡς ὀπαδοὶ τοῦ Χριστοῦ θεωροῦνται ὑπαίτιοι γιὰ ἀναστατώσεις ποὺ ἐμφανίζονταν στὴν ἰουδαϊκὴ κοινότητα τῆς Ρώμης καὶ γιὰ τὴν τελικὴ ἀπομάκρυνση τῶν μελῶν της ἀπὸ τὴν πόλη ἐπὶ αὐτοκράτορα Κλαυδίου τὸ 49 μ.Χ.

Παρόμοια χρήση γιὰ τὸ «Χριστός», ὑπάρχει στὸν Τάκιτο, στὸ ἔργο του, Annales «ergo abolendo rumori Nero subdidit reos et quaesitissimis poenis adfecit, quos per flagitia invisos vulgus Chrestianos appellabat. auctor nominis eius Christus», δηλαδὴ «ὁ Νέρων ὑπέδειξε ἄλλους ὡς ἐνόχους καὶ ὑπέβαλε σὲ ἰδιαίτερες τιμωρίες ἐκείνους τοὺς ὁποίους ὁ λαός, νιώθοντας μίσος γιὰ τὶς παρανομίες τους, ὀνόμαζε χριστιανούς. Ἐκεῖνος ἀπὸ τὸν ὁποῖο προῆλθε τὸ ὄνομα εἶναι ὁ Χριστός» (15.44). Οἱ Χριστιανοί, στὸ κείμενο αὐτὸ τοῦ Τακίτου[2] μνημονεύονται ὡς δράστες τοῦ ἐμπρησμοῦ τῆς Ρώμης, ἐνῶ στὴ συνέχεια τοῦ συγκεκριμένου χωρίου ὁ Χριστὸς προσδιορίζεται ὡς κάποιος ποὺ ἐκτελέσθηκε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Τιβερίου. Ὁ μεσσιανικὸς τίτλος Χριστὸς φαίνεται ὅτι κυριαρχοῦσε καὶ ξεχώριζε στὶς ἐκφράσεις τῶν πιστῶν, ἰδιαίτερα ὅσων εἶχαν σχέση μὲ τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα καὶ τὸν ἀντίστοιχο πολιτισμό.

Ὁ Κλαύδιος

Ὁ Κλαύδιος

Κατ᾿ ἀντίστοιχο τρόπο ὁ Φλάβιος Ἰώσηπος (Ἰουδ. Ἀρχ. 20.199.200, γύρω στὸ 93-94 μ.Χ.) ἀναφερόμενος στὸν λιθοβολισμὸ τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου τὸν προσδιορίζει ὡς ἀδελφὸ τοῦ Ἰησοῦ, τὸν ὁποῖο πάλι προσδιορίζει ὡς τὸν «καλούμενον Χριστόν» διότι προφανῶς, ὁ Χριστὸς ἦταν τόσο πολὺ γνωστὸς ποὺ ἀκόμη καὶ ἕνας μὴ χριστιανός, ὅπως ὁ Ἰώσηπος, μποροῦσε νὰ ἀντιληφθεῖ τὴ σημασία Του γιὰ τοὺς πιστούς.

Θὰ ἀκολουθήσει τὸ τέταρτο μέρος μὲ προσπάθεια χρονικοῦ προσδιορισμοῦ τῆς δημιουργίας τοῦ ὀνόματος «Χριστιανοί».

[1] Ἡ «πελατεία» ἀποτελοῦσε ἕναν ἰδιότυπο θεσμὸ τῆς ρωμαϊκῆς πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς. Μὲ πυραμιδωτὴ διάταξη ὅλοι οἱ Ρωμαῖοι ἦταν προσκολλημένοι σὲ κάποια ἄλλη ἰσχυρότερη οἰκογένεια, τὴν ὁποία ὑποστήριζαν στὶς πολιτικές της φιλοδοξίες καὶ ἡ ὁποία, μὲ τὴ σειρά της, τοὺς παρεῖχε ἀντίστοιχη στήριξη. Οἱ ἀσθενέστερες οἰκογένειες δέχονταν τοὺς πελάτες τους πολὺ νωρὶς τὸ πρωὶ καὶ στὴ συνέχεια πήγαιναν ὅλοι μαζὶ νὰ ἐπισκεφθοῦν τοὺς δικούς τους πάτρωνες. Ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ἡ καθημερινὴ αὐτὴ πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ ἐπαφὴ ἀποτελοῦσε τὴν ἀποτελεσματικότερη μέθοδο, ὄχι μόνο γιὰ ἐπίδειξη, ἀλλὰ καὶ γιὰ καταμέτρηση τῆς δύναμης κάποιου. Οἱ ἀσθενέστεροι πολίτες ἔβρισκαν σὲ αὐτὸ τὸ πλέγμα τῶν σχέσεων τὴ δυνατότητα νὰ λύσουν κάποια προσωπικὰ ἢ οἰκογενειακὰ προβλήματα, νὰ ἔχουν προστασία ἀπὸ τοὺς πολιτικούς τους ἀντιπάλους καὶ νὰ προωθήσουν τὶς φιλοδοξίες τους.

[2] Πολλοὶ θεωροῦν ὅτι εἶναι μεταγενέστερη χριστιανικὴ παρεμβολή, ἀλλὰ καὶ σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση διατηρεῖ ἕνα μέρος τῆς ἀξίας του, καθὼς σὲ μιὰ πρώιμη ἐποχὴ χρησιμοποιεῖ τὴν λέξη «Χριστιανοί».

Τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας «Οἱ ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομα»

Ετικέτες

, , , , , ,

Στὴν Ἀντιόχεια ὀνομαστήκαμε γιὰ πρώτη φορὰ «χριστιανοὶ» (Β΄ μέρος)

Σὲ προηγούμενη ἀνάρτησή μας μὲ τίτλο «Πῶς ἀποκαλοῦνται τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας στὴν Καινὴ Διαθήκη. Στὴν Ἀντιόχεια ὀνομαστήκαμε γιὰ πρώτη φορὰ «χριστιανοὶ» (Α΄ μέρος)» ἀναφερθήκαμε σὲ διάφορους προσδιορισμοὺς μὲ τοὺς ὁποίους ἀποκαλοῦσαν τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας στὴν Καινὴ Διαθήκη.

Ἀφήσαμε τελευταῖο τὸν προσδιορισμὸ οἱ «ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομα» ποὺ χρησιμοποιεῖται στὶς Πράξεις (Πρ. 9:14, 21), στὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολὴ (Ρωμ. 10:12), στὴν Α´ Κορινθίους (Α´ Κορ. 1:2) καὶ στὴ Β´ πρὸς Τιμόθεον (Β´ Τιμ. 2:22), διότι φρονοῦμε ὅτι ἀποτελεῖ ἕναν συνδετικὸ κρίκο ἀνάμεσα στοὺς διαφόρους ἄλλους καὶ σὲ αὐτὸν ποὺ τελικὰ ἐπεκράτησε καὶ καθιερώθηκε.

Ὅπως θα δοῦμε στὴ συνέχεια καὶ στὶς τέσσερεις περιπτώσεις ποὺ ἐμφανίζεται στὴν Καινὴ Διαθήκη τὸ ὄνομα ποὺ ἐπικαλοῦνται οἱ «ἐπικαλούμενοι» εἶναι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἐπίκληση αὐτὴ ἀποκαλύπτει ὅτι, ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες στιγμὲς τῆς Ἐκκλησίας, οἱ πιστοὶ εἶχαν σαφὴ συνείδηση τῆς διαφορετικότητάς τους ἀπὸ τὴ συναγωγὴ καὶ ὅτι εἶχαν ἀποκοπεῖ ἀπὸ αὐτή, καθὼς ἐὰν παρέμεναν μέλη της δὲν θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ ἐπικαλοῦνται αὐτὸν ποὺ οἱ ἡγέτες τῆς συναγωγῆς θανάτωσαν ἀτιμωτικά. Αὐτὴ ἡ σαφὴς ἀντίθεση καὶ ἀποκοπή τους ἀπὸ τὴν Συναγωγὴ τοὺς δημιούργησε πολλὰ προβλήματα και προκάλεσε τὸ μένος τῶν ἀρχῶν τοῦ ἰουδαϊσμοῦ, οἱ ὁποῖες μὲ διάφορους ἄμεσους καὶ ἔμμεσους προσπάθησαν νὰ ἀλλοιώσουν τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Ὅσο καὶ ἂν σήμερα μᾶς φαίνεται αὐτονόητο, εἶναι ἰδιαιτέρως σημαντικὸ ὅτι οἱ πιστοὶ δὲν ἐπικαλοῦνταν γενικῶς καὶ ἀορίστως κάποια θεία δύναμη ἀλλὰ τὸν κεχρισμένο καὶ σαρκωμένο Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ἔλευσή Του στὸν κόσμο καὶ τὴν εἴσοδό Του στὴν ἱστορία μεταμόρφωσε τὰ δεδομένα τῆς φθαρτῆς φύσεώς μας, ἀποκαθιστώντας τὴν στὸ ἀρχαῖο κάλλος της καὶ ὁδηγώντας την στὴν ἁγιότητα καὶ στὴ σωτηρία.

Ἡ ἔκφραση αὐτὴ ἀποτελεῖ τὴν πρώτη ἔνδειξη γιὰ χρήση ἑνὸς ὀνόματος, ἐν προκειμένῳ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ὡς προσδιορισμοῦ τῶν πιστῶν καὶ συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν κυριαρχία τοῦ Χριστοῦ στὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, στὴ διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων καὶ στὴν καθημερινὴ λατρευτικὴ πρακτικὴ τῶν πιστῶν. Ὁ Χριστὸς ἀποτελοῦσε τὴ ζωογόνο δύναμη, τὸ κέντρο τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας ποὺ μεταμόρφωσε τὰ πάντα καὶ ἄλλαξε τὴ ροὴ τῆς ἱστορίας καὶ τὴν πορεία τοῦ κόσμου.

Ἡ βεβαιότητα αὐτὴ τῶν πιστῶν (κάθε ἐποχῆς) διαπιστώνεται ἀπὸ τὴ συχνὴ χρήση τοῦ ὀνόματός του στὴ λατρεία καὶ τὴ διδαχή, καθὼς οἱ πρῶτοι χριστιανοί, ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς σήμερα, ἐπικαλούμαστε τὸ ὄνομά Του σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς μας, καλὴ ἢ κακή, ἰδιαιτέρως δὲ κατὰ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ συμμετοχή μας στὴν κοινὴ λατρεία.

Ἀπὸ τὶς τέσσερεις αὐτὲς ἀναφορὲς δὲν μποροῦμε νὰ προσδιορίσουμε ποιὰ ἀκριβῶς μορφὴ τοῦ ὀνόματος χρησιμοποιοῦσαν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ γραμματεία τὴν περιόδου καὶ ὅπως ὑπονοεῖται ἀπὸ τὴν τέταρτη ἀναφορά, πιθανότατα κυριαρχοῦσαν οἱ ἐκφράσεις «κύριος», «Χριστός», «Ἰησοῦς» καὶ συνδυασμοί τους, ὅπως γίνεται καὶ σήμερα.

Οἱ δύο χρήσεις τῆς φράσης αὐτῆς στὸ ἔνατο κεφάλαιο τῶν Πράξεων συνδυάζονται μὲ τὴν πρώτη διήγηση γιὰ τὴ μεταστροφὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Αὐτὸ μᾶς δείχνει ὅτι πρόκειται γιὰ πολὺ πρώιμη ἐπίκληση ποὺ ἦταν σὲ χρήση ἤδη ἀπὸ τὸν πρῶτο-δεύτερο χρόνο τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.

αγ+Παυλος+1

Τὴν πρώτη φορὰ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Ἀνανία γιὰ νὰ διαμαρτυρηθεῖ πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἐντολή Του νὰ ἀναλάβει τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος μόλις εἶχε δεχθεῖ τὴν κλήση ἀπὸ τὸν Χριστό.

Τὴ δεύτερη φορὰ χρησιμοποιεῖται λίγο παρακάτω, μὲ τὴν ἴδια ἔννοια, ἀπὸ τὰ ἄλλα μέλη τῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα μὲ τρόμο καὶ ἔκπληξη ἄκουγαν τὸν ἀπόστολο Παῦλο νὰ κηρύττει τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ μὲ παρρησία στὶς συναγωγὲς τῆς Δαμασκοῦ καὶ ἔλεγαν: «οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ πορθήσας εἰς Ἰερουσαλὴμ τοὺς ἐπικαλουμένους τὸ ὄνομα τοῦτο, καὶ ὧδε εἰς τοῦτο ἐληλύθει ἵνα δεδεμένους αὐτοὺς ἀγάγῃ ἐπὶ τοὺς ἀρχιερεῖς;»

sghfg

Ἡ τρίτη χρήση εἶναι στὸ προοίμιο τῆς Α΄ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολῆς ὅπου τὴν ἔκφραση χρησιμοποιεῖ, κατὰ τὸν χαιρετισμό του, ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γιὰ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου.

Ἡ τελευταία φορὰ ποὺ χρησιμοποιεῖται ἡ ἔκφραση διαφέρει λίγο. Στὴν Β΄ Ἐπιστολὴ πρὸς τὸν μαθητή του τὸν Τιμόθεο ὁ ἀπόστολος Παῦλος χρησιμοποιεῖ τὴ φράση «μετὰ τῶν ἐπικαλουμένων τὸν Κύριον ἐκ καθαρᾶς καρδίας». Σὲ αὐτὴ φαίνεται ξεκάθαρα ὅτι «οἱ ἐπικαλούμενοι» ἐπικαλοῦνται τὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Ἡ ἐπίκληση αὐτὴ προσδιορίζει τὸν χαρακτῆρα τους καὶ ἀποτελεῖ τὸ κύριο καὶ μοναδικὸ διακριτικό τους.

Ἡ ἔκφραση «οἱ ἐπικαλούμενοι τὸν Κύριον» εἶναι πολὺ παλαιά. Πιθανότατα προηγεῖται κατὰ πολλὰ ἔτη τοῦ ὀνόματος «χριστιανοὶ» ποὺ ὄπως θὰ δοῦμε ἀποδόθηκε στὴν Ἀντιόχεια. Οἱ χρήσεις της ἀποκαλύπτουν ἕνα χρονικὸ εὖρος τουλάχιστον 30-35 ἐτῶν: ἡ πρώτη πρέπει νὰ τοποθετηθεῖ γύρω στὸ 32-34 μ.Χ. καὶ ἡ τελευταία (Β΄ Τιμόθεον) στὸ τέλος τοῦ 66 ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 67 μ.Χ., λίγο πρὶν τὸ μαρτύριο τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν. Αὐτὸ μᾶς πείθει ὅτι εἶχε μακρὰ χρονικὴ χρήση, καθὼς ἐξέφραζε μὲ τὸν καλύτερο τρόπο τὴ σχέση τῶν πιστῶν μὲ τὸν Χριστό.

Συνοψίζοντας, μποροῦμε νὰ ἐντοπίσουμε κάποια κοινὰ χαρακτηριστικὰ τῶν διαφόρων προσδιορισμῶν τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, κάποιους ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἴδαμε σὲ προηγούμενη ἀνάρτησή μας, πρὶν ἀπὸ τὴν καθιέρωση τοῦ ὀνόματος «Χριστιανοί»:

1) Σχετίζονται στενὰ μὲ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ ὑπάρχουν σὲ αὐτὴ παράλληλα χωρία, κάποια ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐξαιρετικὰ ἀκριβῆ (ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ τὸν προσδιορισμὸ «μαθηταί»).

2) Ὅπως εἶναι φυσιολογικὸ καὶ ἀναμενόμενο προέρχονται ἀπὸ τὸν εὐρύτερο πνευματικὸ χῶρο τοῦ ἰουδαϊσμοῦ, μέσα στὸν ὁποῖο εἶχαν ἀνδρωθεῖ πνευματικὰ οἱ πρῶτοι πιστοὶ καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖο προέρχονταν ἐθνικὰ καὶ θρησκευτικά.

3) Εἶναι σημαντικὸ ὅτι αὐτοὶ οἱ προσδιορισμοὶ ποὺ μᾶλλον ἀποτελοῦν αὐτοχαρακτηρισμοὺς δὲν ἔχουν συγκρουσιακὸ περιεχόμενο καὶ χαρακτῆρα καὶ δὲν ὑποδηλώνουν ρήξη μὲ τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο, ἀλλὰ ὑπέρβασή του.

4) Χωρὶς νὰ ἀναφέρονται ἄμεσα στὸν Χριστὸ (ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ τὸν τελευταῖο) σαφῶς παραπέμπουν σὲ Αὐτὸν καὶ δείχνουν ὅτι Αὐτὸς εἶναι τὸ κέντρο τῆς πίστεώς τους ὑποδηλώνοντας ταυτόχρονα καὶ τὴ στενὴ σχέση του μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα.

5) Ἡ στενὴ σύνδεση τῶν χαρακτηρισμῶν αὐτῶν μὲ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ οἱ ἄμεσες ἢ ἔμμεσες ἀναφορὲς σὲ αὐτὴ συσχετίζουν τοὺς πιστοὺς μὲ τὸν Θεὸ ὅπως ἀποκαλύφθηκε σὲ αὐτή.

6) Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν χαρακτηρισμὸ «αἵρεση τῶν Ναζωραίων» (ποὺ ἀποδόθηκε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους) προέρχονται ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς πιστούς, οἱ ὁποῖοι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο δείχνουν ὅτι ἀντιλαμβάνονται τὸν ἑαυτό τους ὡς συνέχεια τοῦ παλαιοῦ Ἰσραήλ, ἀλλὰ μὲ ἐντελῶς διαφορετικὲς προϋποθέσεις καὶ μέσα σὲ πλήρως ἀνακαινισμένο καὶ ἀνανεωμένο πλαίσιο.

7) Ἰδιαίτερα συχνοὶ εἶναι κάποιοι χαρακτηρισμοὶ ποὺ τονίζουν τὴν αἴσθηση τῆς ἑνότητας ἀνάμεσα στοὺς πιστοὺς («ἀδελφοί»), τῆς ἁγιότητας τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας («ἅγιοι») καὶ τῆς πορείας ὅλων τῶν πιστῶν πρὸς τὰ ἔσχατα («οἱ τῆς ὁδοῦ»).

Παρόλα αὐτὰ φαίνεται ὅτι αὐτοὶ οἱ τόσο ὄμορφοι καὶ θεολογικὰ θεμελιωμένοι προσδιορισμοὶ δὲν κάλυπταν τοὺς πιστοὺς καὶ τοὺς ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τελικὰ κυριάρχησε ἕνας ἄλλος προσδιορισμὸς γιὰ τὸν ὁποῖο θὰ μιλήσουμε σὲ ἑπόμενη ἀνάρτησή μας μὲ τίτλο «Ἡ ἐτυμολογία τοῦ ὀνόματος Χριστιανοί».

Πῶς ἀποκαλοῦνται τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας στὴν Καινὴ Διαθήκη

Ετικέτες

, , , , ,

Στὴν Ἀντιόχεια ὀνομαστήκαμε γιὰ πρώτη φορὰ «χριστιανοὶ» (Α΄ μέρος)

Μία πολὺ ἐνδιαφέρουσα στιγμὴ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς τῆς Ἀντιόχειας εἶναι ἡ μαρτυρία τοῦ Πράξεων 11:26 ὅτι ἐκεῖ ἀποδόθηκε γιὰ πρώτη φορὰ στοὺς πιστοὺς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁ χαρακτηρισμὸς «χριστιανοί». Ἐπιπλέον, στὴν πόλη αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία ὀνομάσθηκε γιὰ πρώτη φορὰ «χριστιανισμός», ὅπως μαθαίνουμε ἀπὸ τὴν Ἐπιστολὴ ποὺ ἔστειλε ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος στὴν ἐκκλησία τῆς Μαγνησίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.

Πρὶν ἐξετάσουμε τὸ πῶς δόθηκε αὐτὸς ὁ προσδιορισμὸς στὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας θὰ δοῦμε μὲ συντομία πῶς ἀποκαλοῦνταν τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας μέχρι τότε.

Τὰ πρῶτα χρόνια ὁ πιὸ διαδεδομένος χαρακτηρισμὸς ποὺ ἐμφανίζεται στὰ περισσότερα βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης εἶναι «ἅγιοι». Στὰ ἑβραϊκά, μάλιστα, ἡ λέξη ἅγιος συνοδεύεται ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ Ἀδωνάι ὡς μία ἔκφραση «Ἅγιος τῷ Θεῷ». Παραλλαγές της εἶναι τὸ «κλητοὶ ἅγιοι» (Ρωμ. 1:7, Α´ Κορ. 1:2) καὶ τὸ «Θεοῦ ἅγιοι καὶ ἠγαπημένοι» (Κολ. 3:12).

Ἕνας ἄλλος ἰδιαίτερα συχνὸς χαρακτηρισμὸς εἶναι τὸ «ἀδελφοί», τὸ ὁποῖο ἀπαντᾶται πάρα πολλὲς φορὲς στὰ περισσότερα βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης. Χρησιμοποιεῖται ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀποστόλους ὡς προσφώνηση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ὑποδηλώνοντας τὴν ἑνότητά τους. Ἐτυμολογεῖται ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ λέξη γιὰ τὴ μήτρα, «δελφύς», καὶ ἐννοεῖ αὐτοὺς ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν ἴδια μήτρα. Κατ’ ἐπέκταση ἀναφέρεται στοὺς πιστούς, οἱ ὁποῖοι ἀναγεννήθηκαν ἀπὸ τὸ κοινὸ ποτήριο ἐν Χριστῷ καί, πλέον, εἶναι μέλη μίας οἰκογένειας. Ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτὸς ἀποτελεῖ μία διαχρονικὴ προσφώνηση τῶν χριστιανῶν καθὼς τονίζει περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο τὴν αἴσθηση τῆς ἑνότητας τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας μεταξύ τους καὶ μὲ τὸν Χριστό.

codsin4

Ἀποκλειστικὰ στὶς Πράξεις ἐμφανίζεται σὲ τριάντα περιπτώσεις ὁ χαρακτηρισμὸς «μαθηταὶ» ποὺ τονίζει τὴ σχέση τῶν πιστῶν μὲ τὸν Χριστό. Μπορεῖ οἱ ἀπόστολοι νὰ εἶχαν κατηχήσει τὰ περισσότερα μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ὅλοι εἶχαν τὴ συνείδηση ὅτι ἦταν μαθητὲς τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ὁ ὅρος αὐτὸς χρησιμοποιεῖται στὸ συγκεκριμένο βιβλίο, τὸ ὁποῖο ἀναφέρεται συχνὰ στὴν κοινότητα τῶν μαθητῶν-μελῶν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Πρόκειται γιὰ ἔκφραση ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς.

Ἄλλοι ὅροι ποὺ χρησιμοποιοῦνται στὴν Καινὴ Διαθήκη γιὰ νὰ προσδιορίσουν τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι «κλητοὶ» (Ἐπιστολὴ Ἰούδα 1:1), «υἱοὶ Θεοῦ ζῶντος» (Πρὸς Ρωμαίους 9:26), «οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ» (Πρὸς Ἐφεσίους 2:19), «ἠγαπημένοι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ» (Α´ Θεσσαλονικεῖς 1:4) καὶ «ἠγαπημένοι ὑπὸ τοῦ Κυρίου» (Β´ Θεσσαλονικεῖς 2:13) ποὺ δείχνουν τὴν σαφὴ πεποίθηση τῶν πιστῶν ὅτι τοὺς εἶχε ἐκλέξει ὁ Θεός. Οἱ χαρακτηρισμοὶ αὐτοὶ φανερώνουν τὴ βεβαιότητά τους γιὰ τὴν ἀμεσότητα τῆς σχέσης τους μὲ Αὐτὸν καὶ τὴ δυνατότητα νὰ κληρονομήσουν τὴ βασιλεία Του. Ἡ χρήση τους ἀποκαλύπτει ὅτι τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὶς πρῶτες στιγμὲς τῆς ἐπὶ γῆς πορείας της εἶχαν συνείδηση τῆς διακρίσεώς τους ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμό. Αὐτὸ δείχνει καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς «αἵρεση τῶν Ναζωραίων» (Πράξεις 24:5) ποὺ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ Ἰουδαίους γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς καὶ φανερώνει ὅτι ἡ διάκριση τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμὸ ἦταν ἀντιληπτὴ καὶ ἀπὸ τοὺς ἐκτὸς τοῦ σώματός της. Ἐπίσης δείχνει ὅτι τὰ μέλη της ἀποτελοῦσαν ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ μία ἑνιαία ὁμάδα, ἡ ὁποία ἂν καὶ ἀρχικὰ ξεπήδησε ἀπὸ τὸν ἰουδαϊκὸ θρησκευτικὸ χῶρο σύντομα διαφοροποιήθηκε ἀπὸ αὐτόν. Ὁ προσδιορισμὸς αὐτὸς θὰ μποροῦσε νὰ χρησιμοποιηθεῖ καὶ ἀπὸ Ἰουδαίους, καθὼς ἡ παρουσία διαφορετικῶν ὁμάδων στὸν ἰουδαϊκὸ χῶρο ἦταν θεμιτὴ καὶ ἀποδεκτή. Παράλληλα δὲν προσβάλλει τὸ ἰουδαϊκὸ αἴσθημα μὲ τὴ χρήση τοῦ ὅρου «Χριστὸς» ποὺ θὰ ἀποτελοῦσε «κόκκινο πανὶ» γιὰ κάθε πιστὸ Ἰουδαῖο.

Ἐνδιαφέρον ἔχει ἡ φράση τοῦ Ἀπ. Παύλου στὸ χωρίο Ἐφεσίους 3:8, στὴν ὁποία χαρακτηρίζει τὸν ἑαυτό του ὡς τὸν «ἐλαχιστότερο πάντων τῶν ἁγίων». Μία παρόμοια χρήση δὲ θὰ μποροῦσε νὰ γίνει στὶς μέρες μας, καθὼς κανεὶς δὲ θὰ κατέτασσε τὸν ἑαυτό του στὴν χορεία τῶν ἁγίων, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Καινῆς Διαθήκης ὁλόκληρη ἡ πιστεύουσα κοινότητα εἶχε τὴ συνείδηση τῆς συλλογικῆς ἁγιότητας, ἡ ὁποία πήγαζε ἀπὸ τὴ συμμετοχὴ στὸν ἅγιο λαὸ τοῦ Θεοῦ, στὸ ἱερὸ λῆμμα, τὸ ὁποῖο ἦταν φορέας τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ἁγιότητα δὲν ἦταν καρπὸς προσωπικῆς εὐσέβειας οὔτε ἀτομικῆς ἠθικῆς τελείωσης, ἀλλὰ καρπὸς τῆς συμμετοχῆς στὸν χῶρο τῆς χάριτος, στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σῶμα Χριστοῦ καὶ σὲ ὅ,τι αὐτὴ ἀντιπροσώπευε.

Ἕνας σημαντικὸς γιὰ τὰ χρόνια τῆς Καινῆς Διαθήκης χαρακτηρισμὸς ποὺ δὲν χρησιμοποιεῖται πλέον, καὶ γι᾿ αὐτὸ εἶναι ἴσως λίγο δυσνόητος γιὰ ἐμᾶς, εἶναι «οἱ τῆς ὁδοῦ» ποὺ τὸν συναντᾶμε στὶς Πράξεις (9:2, 19:9, 23, 22:4, 24:14, 22) καὶ στὴν Α´ Θεσσαλονικεῖς (3:11). Ἡ προσφώνηση αὐτὴ συνδέεται μὲ τὴν πίστη τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ὅτι πορεύονται ἀπὸ τὴν ἐπίγεια καὶ φθαρτὴ πραγματικότητα σὲ μία ἀνακαινισμένη καὶ ἐξαγιασμένη ζωὴ (Πρ. 16:17, ὅπου χαρακτηρίζεται ὡς «ὁδὸς σωτηρίας»). Ἡ συγκεκριμένη ἔκφραση τονίζει τὴν ἑνότητα τῶν μαθητῶν μεταξύ τους καὶ μὲ τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ὁδοδείκτης καὶ ὁ ὁδηγός τους καὶ προϋποθέτει μία δυναμικὴ κατανόηση τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, καθὼς τονίζει τὴ διαρκὴ πορεία τοῦ χριστιανισμοῦ πρὸς τὴν τελείωση διὰ τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Χριστό. Ἡ κατανόηση αὐτὴ ἦταν ἰδιαίτερα ἔντονη κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες τῆς Ἐκκλησίας ὅταν ἡ ἀναμονὴ τῶν ἐσχάτων ἀποτελοῦσε ἄμεση προσδοκία τῶν πιστῶν. Οἱ μαθητὲς εἶχαν τὴν πεποίθηση ὅτι διαρκῶς βρίσκονται σὲ μία πορεία, ἡ ὁποία τέλος καὶ ὁλοκλήρωση θὰ ἔχει τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Τὸ χωρίο Πράξεων 24:14 ἀποκαλύπτει τὴ διαφορετικὴ προσέγγιση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Ἰουδαίων πρὸς τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Οἱ πιστοὶ αὐτοχαρακτηρίζονταν ὡς «οἱ τῆς ὁδοῦ», ἐνῶ οἱ ἀντίπαλοί τους, στὴ συγκεκριμένη περίπτωση οἱ Ἰουδαῖοι, ἀποκαλοῦσαν τὴν πίστη τους «αἵρεση»: «κατὰ τὴν ὁδὸν ἣν λέγουσιν αἵρεσιν, οὕτως λατρεύω τῷ πατρώῳ Θεῷ πιστεύων πᾶσι τοὶς κατὰ τὸν νόμον καὶ τοῖς ἐν τοῖς προφήταις γεγραμμένοις» λέει ὁ Ἀπ. Παῦλος πρὸς τὸν Ρωμαῖο Ἐπίτροπο τῆς Ἰουδαίας Φήλικα (52-59 μ.Χ.).

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς γιὰ νὰ περιγράψει τὴ χριστιανικὴ κοινότητα τῆς Δαμασκοῦ υἱοθετεῖ τὴν ἔκφραση «οἱ τῆς ὁδοῦ» (Πρ. 9:2).  Ἡ χρήση τῆς ἔννοιας «ὁδὸς» γιὰ τοὺς Ἰουδαίους ἦταν ἰδιαίτερα οἰκεία καὶ σαφής, καθὼς εἶναι πολὺ συνηθισμένη ἤδη ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Δεκάδες φορὲς συσχετίζεται μὲ τὸν Θεό, ὡς «οἱ ὁδοὶ Κυρίου» (Γεν. 18:19), ἐνῶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις ἀναφέρεται στὶς «ὁδοὺς τῶν ἀσεβῶν» (Ἰερ. 12:1), οἱ ὁποῖες πρέπει νὰ ἀποφεύγονται. Σχετικὴ εἶναι ἡ ἔκφραση «ὁδοὶ ἐθνῶν» (Ἰερ. 10:2) ποὺ ὁ προφήτης Ἰερεμίας ταυτίζει μὲ τὴν ἀσέβεια καὶ τὴν παραθεώρηση τοῦ Νόμου. Σὲ ἄλλο σημεῖο (Ἰερ. 25:5) ὁ Θεὸς διὰ τοῦ στόματος τοῦ ἴδιου προφήτη προτρέπει τοὺς Ἰσραηλίτες νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὶς «πονηρὲς ὁδοὺς» καὶ νὰ ἐπιστρέψουν στὴ γῆ ποὺ παραχώρησε στοὺς πατέρες τους.

Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη συναντοῦμε ἐκφράσεις ποὺ ἐντοπίσαμε καὶ στὴν Καινή, ὅπως ὁδὸς «ἀληθείας» (Ψλμ. 118:30) καὶ «δικαιοσύνης» (Παρ. 16:17). Παράλληλα ἐμφανίζονται καὶ ἄλλες, ὅπως «ὁδοὶ ἀμώμων» (Ψλμ. 36:18), «ὁδοὶ εὐθεῖαι» (Δαν. 3:27). Στὴν ἀρχὴ τοῦ 127ου Ψαλμοῦ μακαρίζονται «οἱ πορευόμενοι ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ» μὲ τρόπο ποὺ προσεγγίζει πολὺ τὴ χρήση τῆς ἔκφρασης στὴν Καινὴ Διαθήκη. Ὅπως οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου χαρακτηρίζονται ὡς «οἱ τῆς ὁδοῦ» ἔτσι καὶ ὅσοι τηροῦν τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, ἀκόμη καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, θεωρεῖται ὅτι πορεύονται τὴν ὁδό Του. Μὲ αὐτὴ τὴν προετοιμασία, ἤδη ἀπὸ τὴν προχριστιανικὴ ἐποχή, δὲ θὰ ἦταν παράδοξο γιὰ τοὺς ἐξ Ἰουδαίων πιστοὺς νὰ ἀποδεχθοῦν εὔκολα αὐτὸν τὸν χαρακτηρισμό, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ συνδεόταν εὐθέως μὲ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἔδειχνε τὴν ὑπακοὴ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας στὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτὸς διαμορφώθηκε ἀπὸ τὴ Σάρκωση καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

(Θὰ ἀκολουθήσει Β΄ μέρος μὲ τίτλο

«Τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας «Οἱ ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομα»«)

Οἱ Μυροφόρες φθάνουν στὸν κενὸ τάφο

Ετικέτες

, , , , , ,

Χριστὸς ἀνέστη!

Σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατοῦσα στὸν ἰουδαϊσμὸ συνήθεια κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ ἕνα νεκρὸ σῶμα ἔπρεπε νὰ ἀλειφθεῖ μὲ πολύτιμα μύρα ὥστε νὰ εἶναι ἕτοιμο γιὰ νὰ παραδοθεῖ στὴ φθορὰ τοῦ θανάτου. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν πρακτικὴ δὲν ἐξαιρέθηκε οὔτε τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ὁμάδα μυροφόρων γυναικῶν ἐπισκέφθηκε τὸν τάφο γιὰ νὰ πράξει τὸ καθῆκον κάθε εὐσεβοῦς Ἰουδαίου ἀπέναντι σὲ ἕναν νεκρό.

Κανονικὰ οἱ τιμὲς αὐτὲς ἀποδιδόταν κατὰ τὴ στιγμὴ τῆς ταφῆς καὶ ἔπειτα ὁ τάφος σφραγιζόταν. Στὴν περίπτωση τοῦ Κυρίου δὲν ἔγινε ἡ ἐπάλειψη κατὰ τὴ στιγμὴ τῆς ταφῆς, καθὼς ἡ ὥρα εἶχε παρέλθει καὶ λόγῳ τῆς αὐστηρῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου, ποὺ εἶχε ξεκινήσει κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἀποκαθηλώσεως (ἡ ὁποία προφανῶς ἔγινε νωρὶς τὰ ξημερώματα τοῦ Σαββάτου), δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ἀγοράσουν τὰ ἀπαραίτητα οὔτε νὰ παραμείνουν στὴν περιοχὴ τῆς ταφῆς ποὺ ἦταν ἔξω ἀπὸ τὶς πύλες τῆς Ἰερουσαλήμ.

Ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς καὶ αὐστηροὺς περιορισμοὺς ποὺ ἴσχυαν κατὰ τὸ Σάββατο ἦταν ἡ ἀπαγόρευση νὰ βαδίσουν περισσότερο ἀπὸ «Σαββάτου ὁδὸν» ποὺ σύμφωνα μὲ τὴ μία σχολὴ ἑρμηνευτῶν τοῦ νόμου ἦταν χίλια (περίπου 500 μέτρα) καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἄλλη δύο χιλιάδες βήματα (περίπου 1.000 μέτρα). Γι᾿ αὐτὸ οἱ μυροφόρες κατόρθωσαν νὰ ἀγοράσουν τὰ μύρα, ἀλλὰ δὲν εἶχαν τὴ δυνατότητα νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν τάφο καί, φυσικά, δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ κυλίσουν τὸν λίθο ποὺ κάλυπτε τὴ θύρα τοῦ μνημείου.

Ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν τὰ βιβλικὰ χωρία, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦν τὸ ρωμαϊκὸ σύστημα χρονολόγησης καὶ δέχονται ὅτι τὸ Σάββατο ἔληγε τὰ ξημερώματα τῆς ἑπομένης ἡμέρας: τῆς μίας τῶν Σαββάτων, δηλαδὴ τῆς πρώτης μετὰ τὸ Σάββατο. Στὸ χωρίο Ματθαίου 28:1 παραδείγματος χάριν διαβάζουμε «ὀψὲ δὲ σαββάτων, τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν σαββάτων». Αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποδοθεῖ «πολὺ ἀργὰ τὸ Σάββατο, ἐνῶ χάραζε ἡ πρώτη ἡμέρα μετὰ τὸ Σάββατο», δηλώνοντας ὅτι μέχρι τὰ ξημερώματα τοῦ Σαββάτου ἴσχυε τὸ Σάββατο καὶ ἡ ἑπόμενη ἡμέρα ξεκινοῦσε μὲ τὴν πρώτη ὑποψία τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου.

Ὁ μόνος ποὺ φαίνεται νὰ μένει πιστὸς στὸ ἰουδαϊκὸ σύστημα χρονολόγησης τῶν τμημάτων τῆς ἡμέρας εἶναι ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος. Τὸ χωρίο Μάρκου 16:1 δηλώνει ὅτι ἀγόρασαν ἀρώματα μόλις πέρασε ἡ ἀργία τοῦ Σαββάτου (ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου) καὶ τὸ πρωῒ τῆς μίας τῶν σαββάτων, τῆς ἑπομένης ἡμέρας μετὰ τὸ Σάββατο, ὅταν εἶχε λήξει ἡ ἀργία τοῦ Σαββάτου ἐπισκέφθηκαν τὸ μνῆμα τοῦ Κυρίου: «καὶ διαγενομένου τοῦ Σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. καὶ λίαν πρωῒ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖο ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου». Προφανῶς ξεκίνησαν ἀξημέρωτα ἀπὸ τὶς κατοικίες τους καὶ μόλις βγῆκαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη ἄρχιζε νὰ ἀχνοφαίνεται ἡ αὐγή. Πιθανότατα αὐτὸ συμβαίνει διότι εἶναι ὁ μόνος ποὺ περιγράφει μία πράξη ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὶς Μυροφόρες ἐντὸς τῆς πόλεως. Ἡ ἐνέργεια αὐτή, ἡ ἀγορὰ ἀρωμάτων, πραγματοποιήθηκε σύμφωνα μὲ τὸ ἰουδαϊκὸ τυπικὸ τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου.

Βέβαια, μὲ μία λίγο διαφορετικὴ ἑρμηνεία θὰ μποροῦσε καὶ αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ τοῦ εὐαγγελιστοῦ Μάρκου νὰ ταιριάζει μὲ τὸ ρωμαϊκὸ σύστημα χρονολόγησης ἐὰν δεχθοῦμε ὅτι τὸ «διαγενομένου τοῦ Σαββάτου» ἀναφέρεται στὸ πρωὶ τοῦ Σαββάτου (ὅπως στοὺς ἄλλους εὐαγγελιστὲς) καὶ κατὰ συνέπεια οἱ Μυροφόρες ἀγόρασαν τὰ ἀρώματα λίγο πρὶν τὰ ξημερώματα (προφανῶς τὰ καταστήματα ἦταν ἀπὸ πολὺ νωρὶς ἀνοικτὰ στὴν Ἰερουσαλὴμ γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν τὶς δεκάδες χιλιάδες τῶν ἐπισκεπτῶν τοῦ Πάσχα) καὶ μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου ἔφτασαν στὸ μνημεῖο.

Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς σημειώνει ὅτι ἡ ἀποκαθήλωση ἔγινε πολὺ ἀργὰ τὴν Παρασκευή, ἐνῶ ξημέρωνε τὸ Σάββατο, ὅμως πρὶν ἀνατείλει ὁ ἥλιος, ὁ ὁποῖος θὰ δήλωνε τὴν ἔναρξη τοῦ Σαββάτου (Λκ. 23:54) «καὶ ἡμέρα ἦν παρασκευῆς καὶ σάββατον ἐπέφωσκεν». Συνεπῶς, ὁ εὐαγγελιστὴς δὲν θεωρεῖ ὅτι ἡ ἀργία τοῦ Σαββάτου εἶχε ξεκινήσει τὸ ἀπόγευμα τῆς Παρασκευῆς, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνατολὴ τὸ πρωὶ τοῦ Σαββάτου.

Οἱ μυροφόρες γυναῖκες ἑτοίμασαν τὰ ἀρώματα γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουν τὴ νεκρικὴ φροντίδα τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου καὶ ἐπισκέφθηκαν τὸ μνῆμα ἀμέσως μόλις τελείωσε ἡ ἀργία του Σαββάτου, πολὺ νωρὶς τὸ πρωὶ τὴν ὥρα ποὺ χάραζε ἡ ἑπόμενη ἡμέρα ἀπὸ τὸ Σάββατο (ἡ Κυριακὴ): «τὸ μὲν σάββατον ἡσύχασαν κατὰ τὴν ἐντολήν, τῇ δὲ μιᾷ τῶν σαββάτων ὄρθρου βαθέως ἐπὶ τὸ μνῆμα ἦλθον» (Λκ. 23:56-24:1).

Ἀντιστοίχως, ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης τονίζει καὶ αὐτὸς ὅτι ἡ Ἁγία Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ «ἔρχεται πρωῒ σκοτίας ἔτι οὔσης εἰς τὸ μνημεῖον καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ μνημείου» (Ἰωάννου 20:1) ἔφθασε στὸν τάφο πολὺ πρωΐ. Μάλιστα, σημειώνει ὅτι ἦταν ἀκόμη σκοτάδι.

Ἀπὸ τὴ μελέτη αὐτῶν τῶν χωρίων διαπιστώνουμε ὅτι οἱ μυροφόρες ἔφθασαν στὸν τάφο πολὺ νωρὶς τὸ πρωὶ τῆς Κυριακῆς, μόλις ἡ μετακίνησή τους ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη ἦταν ἐπιτρεπτή. Τὸ σύστημα αὐτὸ ἦταν σύμφωνο μὲ τὸ ρωμαϊκὸ ἡμερήσιο πρόγραμμα ποὺ δεχόταν ὅτι ἡ 1η ὥρα τῆς ἡμέρας ξεκινοῦσε μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου. Σύμφωνα μὲ αὐτὸ τὸ σύστημα ἡ κάθε ἡμέρα χωριζόταν σὲ 12 ὧρες τῆς ἡμέρας καὶ 12 ὧρες τῆς νύκτας. Ἀνάλογα μὲ τὴν ἐποχὴ τοῦ χρόνου καὶ τὴν περιοχὴ τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ποὺ γινόταν ἡ μέτρηση ὑπῆρχαν σημαντικὲς διαφορές.

Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁρίζουν τὸν χρόνο οἱ εὐαγγελιστὲς στὶς διηγήσεις τοῦ πάθους καὶ τῆς σταυρώσεως:

α) «ἀπὸ δὲ ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης. περὶ δὲ τὴν ἐνάτην ὥραν ἀνεβόησεν ο Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων …». Σὲ μετάφραση τὸ χωρίο αὐτὸ ἔχει ὡς ἐξῆς: «ἀπὸ τὶς 12 τὸ μεσημέρι μέχρι τὶς 3.00 μ.μ. ἔγινε σκοτάδι σὲ ὁλόκληρη τὴ γῆ. Γύρω στὶς 3.00 μ.μ. ὁ Ἰησοῦς κραύγασε μὲ δυνατὴ φωνὴ …» (Ματθαίου 27:45-46).

β) ἀκριβῶς τὸ ἴδιο εἶναι τὸ χωρίο 15:33-34 τοῦ εὐαγγελιστοῦ Μάρκου

γ) καὶ τὸ χωρίο 23:44 τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, τὸ ὁποῖο ὅμως δὲν ἀναφέρει τὴν ὥρα ποὺ ἐξέπνευσε ὁ Κύριος.

δ) Ἀνάλογο προσδιορισμὸ ἔχει καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «ἦν δὲ παρασκευὴ τοῦ πάσχα, ὥρα ἦν ὡς ἕκτη. καὶ λέγει [ὁ Πιλᾶτος] τοῖς Ἰουδαίοις…» (Ἰωάννου 19:14) μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι δίνει μόνο τὸ ἀρχικὸ χρονικὸ ὅριο καὶ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τελείωσε ἡ δίκη τοῦ Ἰησοῦ ἐνώπιον τοῦ Πιλάτου, γύρω στὶς 12.00 τὸ μεσημέρι.

Σύμφωνα μὲ αὐτὸ τὸ σύστημα προσδιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς ἡμέρας, ποὺ σημειωτέον ἦταν σὲ χρήση καὶ στὸ Βυζάντιο, φαίνεται ὅτι οἱ μυροφόρες ξεκίνησαν ἀπὸ τὶς κατοικίες τους μετὰ τὴν 11η ὥρα τῆς νυκτὸς καὶ ἔφτασαν στὸ μνημεῖο κατὰ τὴν 1η ὥρα τῆς ἡμέρας ἢ πρὸς τὸ τέλος τῆς 11ης ὥρας τῆς νυκτός, δηλαδὴ ὅσο νωρίτερα τοὺς ἐπιτρεπόταν νὰ πᾶνε στὸν τάφο.

Καθοριστικὸ ρόλο στὴν ἀπόφαση τῶν Μυροφόρων νὰ ἐπισκεφθοῦν νωρὶς τὸ πρωί, καὶ ὄχι τὸ ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου, τὸν τάφο τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ στὴν χρήση ἀπὸ τοὺς εὐαγγελιστὲς τοῦ ρωμαϊκοῦ ἡμερησίου προγράμματος ἔπαιξε προφανῶς τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ τόπος τῆς Σταυρώσεως καὶ τὸ μνημεῖο τοῦ Κυρίου ἦταν ἔξω ἀπὸ τὶς πύλες τῆς Ἰερουσαλήμ. Τὸ βράδυ, μὲ τὴ δύση τοῦ ἡλίου, ὅπως σὲ ὅλες τὶς πόλεις τοῦ ἀρχαίου κόσμου, οἱ πύλες ἔκλειναν καὶ ἄνοιγαν καὶ πάλι μὲ τὴν ἀνατολή. Μάλιστα, ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες ποὺ χιλιάδες προσκυνητὲς καὶ ὁ ρωμαῖος ἐπίτροπος Πόντιος Πιλᾶτος ἦταν στὴν πόλη τὰ μέτρα ἀσφαλείας θὰ ἦταν αὐστηρότερα καὶ οἱ φρουροὶ πιὸ προσεκτικοί. Ἐπειδὴ ἡ Ἀποκαθήλωση καὶ ἡ γρήγορη ταφὴ ἔγιναν μὲ ἄδεια τοῦ Πιλάτου κατέστη δυνατὸ ὅσοι συμμετεῖχαν σὲ αὐτὲς τὶς ἐνέργειες νὰ παραμείνουν ἔξω ἀπὸ τὶς πύλες μετὰ τὴ δύση. Ἔτσι, τὸ πρόγραμμα μετακινήσεων τῶν μαθητῶν καὶ τῶν Μυροφόρων, ὅπως τὸ καταγράφουν οἱ εὐαγγελιστές, ἔπρεπε νὰ καθοριστεῖ βάσει τῶν ρωμαϊκῶν καὶ ὄχι βάσει τῶν ἰουδαϊκῶν μεθόδων μέτρησης τοῦ χρόνου.anastas570

«Μεῖνον μεθ᾿ ἡμῶν, ὅτι πρός ἑσπέραν ἤδη ἡ ἡμέρα …»

Ετικέτες

, , , ,

Πολλά σημεῖα γύρω ἀπό τό μεγάλο γεγονός τῆς Ἀναστάσεως μένουν ἄγνωστα καί ἀκατανόητα ἀπό τούς ἀνθρώπους, πιστούς καί μη. Πρῶτα καί κύρια τό γεγονός καθ᾿ ἑαυτό. Ὁ φιλοπερίεργος νοῦς μας συχνά ἀνατρέχει σέ αὐτές τίς μοναδικές στιγμές καί ἐρευνώντας προσπαθεῖ νά ἀποκαλύψει τόν μυστικό τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἐξελίχθηκαν τά πράγματα.Στήν πραγματικότητα πολύ λίγα γνωρίζουμε γιά τό πότε ἀκριβῶς ἔγινε, πῶς ἔγινε, τί εἶδαν ἤ τί ἔνιωσαν οἱ φυλάσσοντες τόν τάφο στρατιῶτες, ποιά ἦταν ἡ πρώτη ἀντίδραση τῶν μυροφόρων καί τῶν μαθητῶν μπροστά στόν κενό τάφο καί ἄλλα παρόμοια.

Λίγα γνωρίζουμε γιά τίς ἐμφανίσεις τοῦ Κυρίου, τήν ψηλάφιση τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ, τίς συζητήσεις μέ τόν Ἀναστημένο Χριστό, τή συναναστροφή μέ Αὐτόν γιά σαράντα ἡμέρες.

Πολλά τά ἐρωτήματα λίγες οἱ ἀπαντήσεις καί βέβαια ὄχι κατ᾿ ἀνάγκην ἀναγκαῖες …

Ἀπό ὅλα αὐτά τό ἐνδιαφέρον μου τραβᾶ —ὡς μία προσωπική περιέργεια, ἀδυναμία καλύτερα πεῖτε τη— τό ἐρώτημα πῶς αἰσθάνονταν οἱ μαθητές ἐκεῖνες τίς ἡμέρες.

Ἀρχικά ἀμέσως μετά τήν Ἀποκαθήλωση καί τήν Ταφή τοῦ Διδασκάλου. Παρά τό ὅτι ὁ Χριστός τούς εἶχε μιλήσει κατά τήν περίοδο πού ἦταν μαζί τους γιά τά ὅσα θά συνέβαιναν μετά τό θάνατό Του ἦταν πολύ δύσκολο νά προετοιμαστοῦν γιά τά ὅσα συνέβαιναν καί γιά τά ὅσα θά ἀκολουθοῦσαν. Καλύτερα ἀπό κάθε δική μας προσπάθεια νά περιγράψουμε τά συναισθήματα τῶν μαθητῶν τά ἀποδίδει ἡ φράση τοῦ Εὑαγγελιστοῦ Μάρκου πού ἀναφέρεται στόν Ἰωσήφ ἀπό τήν Ἁριμαθαία, τόν εὐσχήμονα βουλευτή καί μέλος τοῦ Μεγάλου Συνεδρίου. Αὐτός, παρά τήν ἡγετική του θέση στήν ἰουδαϊκή κοινωνία, γιά νά πλησιάσει τόν Πιλᾶτο καί νά ζητήσει τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ χρειάστηκε τόσο θᾶρρος πού τό καταγράφει ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος στόν 43 στίχο τοῦ 15ου κεφαλαίου τοῦ Εὐαγγελίου του: «τολμήσας εἰσῆλθεν πρός τόν Πιλᾶτον καί ᾐττήσατο τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ». Προφανῶς, γιά νά προχωρᾶ σέ αὐτήν τήν παρατήρηση, θά γνώριζε ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι μαθητές θά εἶχαν καταληφθεῖ ἀπό τρόμο καί κανείς δέν θά τολμοῦσε νά πάει στόν Πιλᾶτο καί νά ζητήσει τό σῶμα τοῦ κεκοιμημένου.

Ἡ στάση αὐτή τῶν ἀποστόλων νομίζω ὅτι εἶναι ἀπολύτως κατανοητή καί, δεδομένων τῶν συνθηκῶν, ἀναπόφευκτη…

Αὐτές οἱ τρεῖς πρῶτες ἡμέρες θά πρέπει νά ἦταν πολύ δύσκολες, ὄχι μόνο λόγῳ τῆς βαθειᾶς θλίψεώς τους γιά τήν ἀπώλεια τοῦ ἀγαπημένου τους δασκάλου, ἀλλά καί τῆς συνοχῆς καί τοῦ φόβου γιά ὅσα θά ἀκολουθοῦσαν καί τά ὁποῖα, ἐκεῖνες τίς πρῶτες ἡμέρες, ἦταν παντελῶς ἄγνωστα.

Ἡ πρώτη ἀλλαγή συναισθημάτων καί διαθέσεως καταγράφεται ἀπό τή στιγμή πού οἱ μυροφόρες μετέφεραν τό μήνυμα τοῦ κενοῦ τάφου στούς μαθητές. Αὐτή ἡ συναισθηματική μετάπτωση περιγράφεται ἐξαιρετικά στό κατά Μᾶρκον Εὐαγγέλιο: «καί ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπό τοῦ μνημείου, εἶχεν γάρ αὐτάς τρόμος καί ἔκστασις· καί οὐδενί οὐδέν εἶπαν ἐφοβοῦντο γάρ» (Μάρκου 16:8).

Ὁ καθαρός τρόμος τῶν πρώτων ἡμερῶν ἔδωσε τή θέση του σέ ἕνα ἄλλο μεικτό συναίσθημα: τρόμος, γιά τά ὅσα εἶχαν γίνει πρίν ἀπό τρεῖς ἡμέρες, ἀλλά καί ἔκστασις, γιά ὅσα ἀντίκρισαν τά μάτια τῶν ἐπισκεπτῶν τοῦ κενοῦ τάφου μά καί γιά ὅσα ἐπρόκειτο νά συμβοῦν στό μέλλον.

Τό «ἐφοβοῦντο γάρ» δέν δείχνει μόνο φόβο, ὅπως συμβαίνει σήμερα. Γιά νά κατανοήσουμε ὀρθά τήν ἔννοιά του θά πρέπει νά ἀναμείξουμε τίς ἔννοιες τοῦ σεβασμοῦ μπροστά στό ἄγνωστο, τῆς συνοχῆς τῆς καρδιᾶς μπροστά στό μυστήριο, τῆς συστολῆς ἀπέναντι στό ἄγνωστο, μπροστά στά ἐπερχόμενα…

Νομίζω ὅτι ἡ λέξη «φόβος», μία πολύ δυνατή λέξη, χρησιμοποιεῖται περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη γιά νά περιγράψει τήν ψυχική κατάσταση τῶν μαθητῶν ἀμέσως μετά τήν διαπίστωση ὅτι κάτι περίεργο, ἀναμενόμενο μέν ἀπίστευτο δέ, εἶχε συμβεῖ.

Αὐτόν τόν φόβο διέρρηξε ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή Του. Χαρακτηριστική εἶναι ἡ περιγραφή τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου ὅταν οἱ μαθητές εἶναι συγκεντρωμένοι «διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων» καί «ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καί ἔστη εἰς τό μέσον καί λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν» (Ἰωάννου 20:19). Ἡ παρουσία καί ἡ εὐλογία τοῦ Χριστοῦ προσφέρει τήν Εἰρήνη πού ξεπερνᾶ κάθε χωρισμό καί διαλύει κάθε διάκριση. Εἶναι τό ἀντίδοτο στό φόβο, στό μίσος, στή μοναξιά.

Στήν ἀπορία μου πῶς νά ἔνιωθαν οἱ μαθητές ἀπαντᾶ ἄριστα ἡ φράση τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ πού προέρχεται ἀπό τή διήγηση τῆς πορείας πρός Ἐμμαούς: «μεῖνον μεθ᾿ ἡμῶν, ὅτι πρός ἑσπέραν ἤδη ἡ ἡμέρα…».

Ἀποδίδει τή χαρά καί τήν προσδοκία τῆς συναναστροφῆς τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Κύριο, ἀκόμη καί ὅταν, ὅπως ἀκριβῶς οἱ μαθητές, δέν ἔχει σαφή συνείδηση ὅτι δίπλα του εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ πρόσκληση αὐτή περιγράφει τή συναισθηματική κατάσταση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ἐκεῖνες τίς δύσκολες πρῶτες ἡμέρες. Θά ἔνιωθαν μία γλυκειά μοναξιά πού θά τήν θεράπευε ἡ ἐν ἀπουσίᾳ παρουσία τοῦ Κυρίου καί ἡ ἔντονη προσμονή τῶν ἐσχάτων. Ὁ Χριστός ἦταν δίπλα τους, τόν εἶχαν ζήσει καί τόν ἀγαποῦσαν. Ἤθελαν νά μείνει κοντά τους, ὄχι μόνο γιατί ἔνιωθαν φόβο, ἀλλά νομίζω κυρίως διότι ἡ παρουσία Του γέμιζε τίς καρδιές τους μέ τή χαρά τῆς Ἀναστάσεως καί τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας. Ἔκεῖνες τίς πρῶτες ἡμέρες οἱ πιστοί περισσότερο ζοῦσαν καί λιγότερο ἐπεξεργάζονταν νοητικά τήν παρουσία του Κυρίου.Ἡ πορεία πρός Ἐμμαούς μᾶς προσφέρει μία πραγματικά ἐντυπωσιακή σκηνή. Φανταστεῖτε τούς δύο Ἰουδαίους νά περπατοῦν καί νά συνομιλοῦν μέ τόν Κύριο. Ἐκεῖνος νά τούς ἐξηγεῖ τίς Γραφές καί νά ἀναλύει θεολογικά τά γεγονότα πού μόλις πρίν ἀπό λίγο οἱ μαθητές εἶχαν ζήσει καί αὐτοί νά ἀρχίζουν νά νιώθουν τή ζεστασία πού τούς κάνει νά τόν παρακαλέσουν νά μείνει μαζί τους.

Ἡ πρώτη μας σκέψη νομίζω ὅτι εἶναι «ἄχ καί νά ἤμουν καί ἐγώ ἐκεῖ…». Μια σκέψη περιττή, μάταιη θά ἔλεγα, γιατί ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς εἶναι μαζί Του καί Ἐκεῖνος μένει μαζί μας «ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος», ὅπως ἀκριβῶς μᾶς τό ὑποσχέθηκε. Δέν μᾶς ἄφησε, δέν μᾶς ἀφήνει καί δέν πρόκειται νά μᾶς ἀφήσει ποτέ μόνους μας.

Εἶναι ὁ Λυτρωτής μας, ὁ συμπαραστάτης, τό στήριγμα καί ἡ ἐλπίδα μας!

Καί ὅλα αὐτά εἶναι πραγματικότητα γιά κάθε ἄνθρωπο ἀφοῦ ὁ Χριστός Ἀνέστη!

Ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης: Λίγες σκέψεις

Ετικέτες

, , ,

Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ δημοσιεύθηκε στὶς σελίδες 32-34 τοῦ 44ου τεύχους τοῦ ἠλεκτρονικοῦ (πλέον) περιοδικοῦ τοῦ Ζαχαρία Κουζούκα (e-Nῆσος Κῶς), ὁ ὁποῖος ἀνήσυχο πνεῦμα προσπαθεῖ πάντα νὰ πρωτοτυπεῖ καὶ νὰ ἀνοίγει δρόμους στὴν ἐνημέρωση. Σᾶς τὸ προσφέρουμε καὶ ἀπὸ ἐδῶ μὲ τὶς εὐχές μας γιὰ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα.

«Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς συμπληρώσεως εἰκοσιπέντε ἐτῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου στὴν Καθέδρα τῆς Πρωτόθρονης Ἐκκλησίας θυμήθηκα ἕνα κείμενο ποὺ μὲ προτροπὴ καὶ καθοδήγηση τοῦ Καθηγητοῦ μας στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ κ. Γεωργίου Ἀντ. Γαλίτη εἶχα γράψει στὸ περιοδικὸ «Ἀνάπλασις» (ἀρ. φύλλου 339 Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 1991, σελ. 152) τὶς ἡμέρες τῆς ἐκλογῆς του.

Σὲ ἐκεῖνο τὸ ἄρθρο ἀνέφερα τὰ ἑξῆς:

«Μὲ τὴν ἐκλογὴ τοῦ νέου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, κοντὰ στὰ ἄλλα ἀνακινήθηκε καὶ τὸ θέμα τῆς ἐπαναλειτουργίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης.

Ἡ Σχολὴ αὐτή, ποὺ βρίσκεται στὴ νῆσο Χάλκη, ἕνα ἀπὸ τὰ Πριγκιπόννησα, ἱδρύθηκε τὸ 1843 ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Γερμανὸ τὸν Δ΄ στὴν ἀνακαινισθεῖσα ἀπὸ τὸν ἴδιο Μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τὰ ἐγκαίνιά της ἔγιναν τὸ 1844 καὶ ἡ διεύθυνσή της ἀνατέθηκε στὸν Κεφαλλονίτη λόγιο θεολόγο Κωνσταντῖνο Τυπάλδο-Ἰακωβάτο. Ἀρχικὰ ὁ κύκλος σπουδῶν ἦταν τριετής, ἀργότερα ὅμως (1853) ἔγινε ἑπταετής. Περιελάμβανε ἕνα πλῆρες γυμνάσιο καὶ σχεδὸν πλήρη κύκλο θεολογικῶν μαθημάτων. Τὸ πτυχίο τῆς Σχολῆς θεωρεῖται ἰσότιμο τοῦ Πανεπιστημίου. … Τὸ 1971 ἡ Τουρκικὴ κυβέρνηση διέκοψε τὴ λειτουργία της.Ἡ Σχολὴ κατέχει ἀξιόλογη Βιβλιοθήκη μὲ 40.000 περίπου τόμους, καθὼς καὶ μεγάλο ἀριθμὸ χειρογράφων κωδίκων. Σπουδαία εἶναι ἡ συλλογὴ ἐκκλησιαστικῶν κειμηλίων, ποὺ περιλαμβάνει ἀρχιερατικά, ἱερατικὰ καὶ διακονικὰ ἄμφια, χειρόγραφα καὶ παλαιὰ ἔντυπα Εὐαγγέλια, Ἱερὰ Σκεύη, Σταυροὺς εὐλογίας καὶ πολλὰ ἀξιόλογα προϊόντα τῆς χρυσοκεντητικῆς.

Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀποφοίτους της ἔγιναν Πατριάρχες, κατέλαβαν ἄλλα ἀνώτερα καὶ ἀνώτατα Ἐκκλησιαστικὰ διακονήματα καὶ λάμπρυναν Πανεπιστημιακὲς ἕδρες.

Μέρος τῆς ἱστορίας τῆς Σχολῆς εἶναι καὶ ὁ τελευταῖος Σχολάρχης της, ὁ προσφάτως μεταστὰς [4 Ἰανουαρίου 1991] Μητροπολίτης Σταυρουπόλεως κυρὸς Μάξιμος [Ρεπανέλλης], ὁ ὁποῖος γιὰ τέσσερις περίπου δεκαετίες βρισκόταν στὸ πηδάλιό της. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του διεκόπη ἡ λειτουργία της καὶ τότε ἄρχισε μὲ ἐλάχιστα μέσα τὸ ἔργο τῆς συντηρήσεως τῶν ἐγκαταστάσεων μέχρι νὰ ἐπαναλειτουργήσει. Εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικὸ τὸ ὅτι μετὰ ἀπὸ δύο δεκαετίες «κλεισίματος» [1971-1991] βρίσκεται σὲ ἄριστη κατάσταση, ὥστε σήμερα κάθε στιγμὴ νὰ μπορεῖ νὰ δεχθεῖ πάλι σπουδαστὲς καὶ νὰ διακονήσει τὴν Ἐκκλησία.

Τὸ περιβάλλον τῆς Σχολῆς, τὸ ἐπιβλητικὸ καὶ καλόγουστο κτήριό της, τὸ πολὺ πράσινο τοῦ λόφου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ ἠρεμία τοῦ γύρω χώρου καὶ τὸ ὑποβλητικὸ περιβάλλον βοηθοῦν τὸν μελετητὴ νὰ ἐπιδοθεῖ μὲ ὄρεξη στὴν ἔρευνα καὶ στὴν σπουδὴ σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλες Σχολὲς ποὺ ὡς κτήρια καὶ ὡς περιβάλλον ἀπωθοῦν καθηγητὲς καὶ φοιτητές.

Ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, πτυχιοῦχος τῆς Χάλκης καὶ γιὰ λίγα χρόνια βοηθὸς Σχολάρχης της, δείχνει ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον του θὰ εἶναι ἔντονο γι᾿ αὐτὸ τὸ κεφάλαιο τῆς παιδείας τοῦ Γένους.

Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνηση θὰ πρέπει νὰ συνεπικουρήσει, ὥστε σύντομα νὰ δοῦμε νὰ ἀξιοποιοῦνται οἱ χῶροι, ἡ βιβλιοθήκη, ὁ περιβάλλων χῶρος καὶ ἡ παράδοσή της. Θὰ μποροῦσε νὰ λειτουργήσει ὡς καλὰ ὀργανωμένο Πατριαρχικὸ Μεταπτυχιακὸ Θεολογικὸ Σεμινάριο, ὥστε νὰ ἀποφεύγονται οἱ μετακινήσεις τῶν ἐνδιαφερομένων στὴ Δύση. Θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελέσει πόλο ἕλξης γιὰ ἀλλοδαποὺς ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ σπουδάσουν Ὀρθόδοξη Θεολογία. Τὸ μεγαλύτερο πλεονέκτημα ἑνὸς τέτοιου Σεμιναρίου θὰ εἶναι ὅτι οἱ σπουδαστές του, «κοινοβιάζοντας» στὸν ἱερὸ χῶρο τῆς Μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος, θὰ ἔχουν στενὴ ἐπαφὴ μὲ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἀποφεύγοντας ἔτσι τὴν καλλιέργεια Ἀκαδημαϊκῆς μόνο Θεολογίας.

Ὁλοκληρώνοντας τὴ σύντομη αναφορά μας στὴν ἰστορικὴ αὐτὴ Θεολογικὴ Σχολή, μαζὶ μὲ τὶς εὐχές μας γιὰ ὀρθή, σύντομη, δυναμικὴ καὶ ἀποδοτικὴ ἐπαναλειτουργία της, συνάπτουμε καὶ τὶς εὐχές μας γιὰ μακροημέρευση τοῦ νέου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἀπ᾿ τὸν ὁποῖο ὅλοι περιμένουν πολλά.»

Διαβάζοντας αὐτὸ τὸ κείμενο μετὰ ἀπὸ 25 χρόνια μὲ χαρὰ διαπιστώνω ὅτι οἱ βασικὲς γραμμές του εἴτε παραμένουν ἐπίκαιρες εἴτε δικαιώθηκαν ἀπὸ τὰ μέχρι τοῦδε γεγονότα.

Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα πράγματι τὸ ἔργο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου εἶναι μεγάλο τόσο σὲ ἔκταση ὅσο καὶ σὲ ποιότητα. Μὲ τὶς προσπάθειές του ἔχει κατορθώσει νὰ φέρει τὴν Ὀρθοδοξία στὸ ἐπίκεντρο. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του διακηρύχθηκε ἡ ἁγιότητα πολλῶν ἁγίων, συνεκλήθη μὲ ἐπιτυχία ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἱδρύθηκαν πολλὲς νέες μητροπόλεις γιὰ τὴν εὐχερέστερη λειτουργία τῆς ἱεραποστολῆς καὶ τὴν ἀρτιότερη διαποίμανση τῶν ὅπου γῆς Ὀρθοδόξων, χειροτονήθηκαν ἄξιοι καὶ δυναμικοὶ ἱεράρχες, διοργανώθηκαν συνέδρια παγκοσμίου κύρους, προστατεύονται καλύτερα τὰ δίκαια τῶν ὀρθοδόξων τῆς Τουρκίας, ἀνοίγουν ναοὶ καὶ σχολεῖα σὲ περιοχὲς ποὺ ἦταν κλειστὰ γιὰ δεκαετίες καὶ ἄλλα πολλά.

Ἡ ἐπαναλειτουργία τῆς Χάλκης, πράγματι, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ βρέθηκε στὸ ἐπίκεντρο τῶν προσπαθειῶν του. Δημοσιοποίησε τὸ πρόβλημα προβάλλοντας τὴν ἀνάγκη καταρτίσεως στελεχῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ σὲ κάθε εὐκαιρία θέτει τὸ αἴτημα τῆς ἐπαναλειτουργίας της, στὸ ὁποῖο πλέον ἔχει συμπαραστάτες τὴ διεθνὴ κοινὴ γνώμη, ἡγέτες κρατῶν, πολιτικοὺς καὶ προσωπικότητες ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Τουρκίας. Ἀπὸ τὸν Αὔγουστο τοῦ 2011, μὲ τὴ φροντίδα τοῦ Πατριάρχου, ἡ Σχολὴ ζεῖ μία ἔντυπωσιακὴ ἄνθιση μὲ Ἡγούμενο τὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Προύσης κ. Ἐλπιδοφόρο, Καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης: ἐπανδρώνεται μὲ νέους μοναχούς, τελοῦνται οἱ ἡμερήσιες ἀκολουθίες, πραγματοποιοῦνται διεθνῆ συνέδρια, ἐμπλουτίζεται συντηρεῖται καὶ ψηφιοποιεῖται μὲ ἐπιστημονικὸ τρόπο ἡ πολύτιμη βιβλιοθήκη της, σχεδιάζεται ἀνανέωση τῶν ἐγκαταστάσεών της μὲ προσθήκη νέων χώρων, δέχεται πλῆθος ἐπισκεπτῶν μέσα σὲ ἕνα κλίμα ἔντονης ἐξωστρέφειας.Ἄν καὶ οἱ Τουρκικὲς Κυβερνήσεις ἀναζητοῦν καὶ βρίσκουν διάφορα προσκόμματα γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὴν ἐπαναλειτουργία της μὲ ὅσα συμβαίνουν ἐκεῖ ἕνα σημαντικὸ μέρος αὐτοῦ τοῦ στόχου ἔχει ἤδη ἐπιτευχθεῖ.

Εἶχα τὴ χαρὰ νὰ ἐπισκεφθῶ μὲ ὅμιλο συσπουδαστῶν μου ἀπὸ τὴν (τότε) Ἀνωτέρα Ἐκκλησιαστικὴ Σχολὴ Ἀθηνῶν τὴ νῆσο Χάλκη καὶ τὴν ἱστορικὴ Σχολὴ τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1988. Στὴν ἐπίσκεψη, μεταξὺ ἄλλων καθηγητῶν, μᾶς συνόδευε καὶ ὁ ἀπόφοιτος τῆς Σχολῆς Καθηγητὴς Κωνσταντῖνος Δεληκωνσταντὴς καὶ μᾶς ὑποδέχθηκε ὁ τότε Σχολάρχης της Μητρ. Σταυρουπόλεως Μάξιμος Ρεπανέλλης, μία ἀρχοντικὴ μορφή. Ἤδη ἡ Σχολὴ ἦταν «κλειστὴ» γιὰ 17 χρόνια. Τίποτα ὅμως δὲν ἔδειχνε παρακμὴ ἢ ἐγκατάλειψη. Ὁ ναὸς τῆς Ἁγίας Τριάδος ἦταν σὲ συνεχῆ χρήση, οἱ αἴθουσες διδασκαλίας διατηροῦνταν καθαρὲς καὶ τακτοποιημένες, τὰ θρανία στὴ θέση τους, οἱ κοιτῶνες περίμεναν τοὺς μαθητὲς μὲ τὰ κρεβάτια στρωμένα, οἱ τραπεζαρίες, σὲ ἄριστη κατάσταση, μᾶς φιλοξένησαν μὲ ζεστασιά, οἱ κῆποι φροντισμένοι καὶ θαλεροί, ἡ βιβλιοθήκη ἐντυπωσιακή. Ὅλα σοῦ ἔδιναν τὴν εἰκόνα τοῦ «κολλεγίου» ποὺ ἦταν ἥσυχο καὶ ἄδειο ἀπὸ μαθητὲς γιὰ τὴν περίοδο τῶν καλοκαιρινῶν διακοπῶν καὶ σὲ λίγες ἡμέρες θὰ ἔσφυζε καὶ πάλι ἀπὸ ζωὴ καὶ νεανικὲς φωνές.

Οἱ προσπάθειες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τοῦ Σχολάρχου Μαξίμου κατόρθωσαν νὰ νικήσουν τὸν χρόνο. Ἡ ἐμπειρία τῆς ἐπισκέψεως στὴ Χάλκη εἶναι ἀξέχαστη. Τὸ ὅλο κλίμα, ὅπως σημείωνα καὶ στὸ κείμενο τοῦ 1991, σὲ ὠθεῖ νὰ ἐργαστεῖς πνευματικά: νὰ διαβάσεις, νὰ μελετήσεις, νὰ ἐρευνήσεις, ἀλλὰ καὶ νὰ συμμετάσχεις στὶς ἀκολουθίες τῆς Μονῆς, νὰ προσευχηθεῖς, νὰ «δουλέψεις» τὸν ἑαυτό σου πνευματικά. Κάθε φορὰ ποὺ βλέπω πανεπιστημιακὰ ἱδρύματα στὸ ἐξωτερικὸ μὲ ὄμορφους κήπους, μὲ ζωντανὲς φοιτητικὲς κοινότητες, μὲ ἀνοιχτὲς καὶ φιλικὲς βιβλιοθῆκες καὶ πολλὰ ἄλλα ποὺ λείπουν σὲ ἐμᾶς τοὺς ἀποφοίτους τῶν Ἑλληνικῶν Πανεπιστημίων ὁ νοῦς μου τρέχει στὴ Χάλκη καὶ σὲ αὐτὰ ποὺ ἀπήλαυσαν κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ θὰ ἀπολαύσουν στὸ μέλλον ὅσοι φοιτήσουν σὲ αὐτή.

Εὐχή μας εἶναι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριάρχου, κ. κ. Βαρθολομαίου, ὁ ὁποῖος ὡς φοιτητὴς ὠφελήθηκε ἀπὸ τὴ Σχολὴ μὰ ὡς στέλεχός της καὶ ὡς Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης τόσα προσέφερε σὲ αὐτὴ καὶ τόσο τὴν ἀγάπησε, νὰ δοθεῖ ἐπιτέλους ἡ ἄδεια νὰ λειτουργήσει καὶ πάλι γιὰ νὰ λάμψει ὅπως ἔλαμψε κατὰ τὸ παρελθόν στὸν Ὀρθόδοξο καὶ ὄχι μόνο κόσμο.

Καλή Μεγάλη Ἑβδομάδα!

25η Μαρτίου: Ημέρα γιορτής στο 7ο Δημοτικό Σχολείο Κω!

Ετικέτες

, ,

Παραμονή 25ης Μαρτίου σήμερα και στα σχολεία μας έγιναν οι καθιερωμένες γιορτές για να τιμήσουμε τους ήρωες, να αναφερθούμε στο μήνυμα του Ευαγγελισμού, να μάθουμε τι περίπου έγινε, να θυμηθούμε τα χρόνια της σκλαβιάς …

Παρακολουθήσαμε την γιορτή που ετοίμασαν τα παιδιά των δύο τμημάτων της Δ΄ τάξης του 7ου Δημοτικού Σχολείου Κω με την καθοδήγηση των δύο διδασκαλισσών της κ. Εύας Κουτσουδάκη (Δ1) και της κ. Κατερίνας Πάστρα (Δ2).

Η γιορτή διήρκεσε περισσότερο από 40 λεπτά που πέρασαν δίχως να το καταλάβουμε. Άρχισε με μία περιεκτική παρουσίαση του διπλού μηνύματος της ημέρας από την κ. Πάστρα, συνεχίστηκε με τη δουλειά των παιδιών και ευχαριστίες από την κ. Κουτσουδάκη και την κ. Ειρήνη Κουτσούτη, Διευθύντρια του σχολείου, ενώ έκλεισε με συγχαρητήρια και ευχές από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας κ. Ναθαναήλ καί τον Δήμαρχο Κω κ. Γιώργο Κυρίτση.

Η προετοιμασία των παιδιών ξεκίνησε αρκετά νωρίς, ώστε τα παιδιά να μάθουν τα λόγια τους με άνεση. Τα σκετσάκια ήταν μικρά και συγκρότησαν μία σπονδυλωτή γιορτή που ως συνδετικούς κρίκους είχε τραγούδια, που απέδωσαν με απλότητα και ψυχή τα παιδιά (αλλά συνοδεύαμε και εμείς …), και στιγμιότυπα από διάφορες πτυχές της σκλαβιάς και του αγώνα για την ελευθερία προσφέροντας μία πολύπλευρη προσέγγιση. Παρόντες ήταν: η μάνα που έχανε το παιδί της στο παιδομάζωμα, ο καλόγερος που μάθαινε γράμματα στα παιδιά, οι Φιλικοί, οι ήρωες του ξεσηκωμού, οι μανάδες του Ζαλόγγου, ο Αθανάσιος Διάκος, ο όρκος των Φιλικών και άλλα.

Απλή, περιεκτική, με νεύρο και ρυθμό, χωρίς να χαλαρώνει, αν και σε μία σχολική γιορτή δεν ζητά κανείς υποκριτικές ικανότητες … Είναι αρκετό οι συμμετέχοντες να στείλουν και να λάβουν τα κατάλληλα μηνύματα. Όμως, η γιορτή της Δ΄ τάξης του 7ου Δημοτικού Σχολείου Κω είχε πολλά περισσότερα: είχε ενδιαφέρον, όρεξη από τα παιδιά, ψυχή από τα δύο κοριτσάκια που την παρουσίασαν, έκρυβε κόπο και υπομονή από τις δύο δασκάλες, προετοιμασία από το σχολείο, απαιτούσε συμμετοχή και των γονέων, μελέτη των ρόλων, εμπέδωση των τραγουδιών και του τροπαρίου «Τῇ Ὑπερμάχῳ» και πολλά άλλα.

Θα μου επιτρέψετε να σχολιάσω τη συγκίνηση που η σημερινή γιορτή σκόρπισε σε εμάς τους θεατές. Πέρα από το να δούμε τα παιδιά μας ή να παρακολουθήσουμε τη δουλειά του σχολείου νιώσαμε και κάτι άλλο. Κάτι πιο βαθύ, πιο ουσιαστικό. Πίσω από τα λόγια των παιδιών κρυβόταν μια πίστη. Δεν τα έλεγαν άτονα και άχρωμα. Φαινόταν να τα πιστεύουν και να μιλάνε στην καρδιά τους. Δεν ήταν λίγες οι στιγμές που τα μάτια μας υγράνθηκαν και μάλιστα, στο τέλος, ο ένας με τον άλλο το σχολιάσαμε και λίγο λίγο διαπιστώναμε ότι και ο διπλανός, ο μπροστινός μας, ο παππούς, η γιαγιά, η συνάδελφος, ο δεσπότης μας, ο δήμαρχος είχαν νιώσει το ίδιο.

Να είναι σύμπτωση; Δεν το νομίζω!

Κάτι ξεχωριστό ενέπνευσαν η κ. Κατερίνα και η κ. Εύα στους μικρούς μαθητές τους, οι οποίοι όπως εύστοχα παρατήρησε ο Σεβασμιώτατος έμοιαζαν μεγαλύτεροι, πιο ώριμοι, πιο αντρειωμένοι, πιο δυνατοί.

Και πώς να μην συμβεί κάτι τέτοιο όταν τα παιδιά δούλεψαν για τη γιορτή κοντά στις δασκάλες, έμαθαν, αναζήτησαν, ρώτησαν, δυσκολεύτηκαν, προσπάθησαν, αντιμετώπισαν εμπόδια, επιτυχίες και αποτυχίες.

Και στο σπίτι ρωτήσαμε, διαβάσαμε, είδαμε φωτογραφίες και βίντεο σχετικά με την Επανάσταση, τους ήρωες, τα μεγάλα γεγονότα του Αγώνα. Ωφεληθήκαμε όλοι.

Έχουμε τις καλύτερες αναμνήσεις από τις γιορτές -και όχι μόνο- του 7ου Δημοτικού Σχολείου Κω, το οποίο με την καθοδήγηση της κ. Ειρήνης Κουτσούτη και των άλλων εκπαιδευτικών δίνει όραμα στα παιδιά και τα οδηγεί στον δρόμο της προσπάθειας για τη γνώση και την πραγματική μόρφωση!

Καμαρώνουμε που το σχολείο εμφυσά ιδανικά, πίστη στον Θεό και αγάπη -αυθεντική- στην πατρίδα!

Συγχαίρουμε τους δασκάλους και ευχαριστούμε τους μαθητές για όσα μας πρόσφεραν!

Και του χρόνου!

DSC_5270

DSC_5279

DSC_5292

DSC_5298

DSC_5314DSC_5317DSC_5324DSC_5349DSC_5359DSC_5361DSC_5369DSC_5375DSC_5378DSC_5386

Παραμονή Πρωτοχρονιᾶς τοῦ 2017 στό ξωκκλήσι τοῦ Ἁγίου Βασιλείου στήν Κῶ

Ετικέτες

, , , , , ,

Ἐφέτος ζήσαμε ἕνα ἀλλιώτικο ἀπόγευμα παραμονῆς πρωτοχρονιᾶς. Μία ὁμάδα δραστήριων πιστῶν τῆς Κῶ μέ τή στήριξη καί τή βοήθεια τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κώου καί Νισύρου Ναθαναήλ ὀργάνωσε τήν τέλεση τοῦ Ἑσπερινοῦ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου στό Παλαιό Πυλί τῆς Κῶ.

Τό Παλιό Πυλί, γιά όσους δέν γνωρίζουν, εἶναι μία ἐντυπωσιακή καστροπολιτεία ἀπό τή βυζαντινή ἐποχή. Τό 1080 μ.Χ. ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος ἔκτισε σέ αὐτή τήν Ἱερά Μονή τῆς Παναγίας Καστριανῶν, πού ἦταν καί τό πρῶτο μοναστήρι του στή Δωδεκάνησο. Ἀργότερα, ἀναζητώντας περισσότερη ἡσυχία, κατέφυγε στήν ἔρημη τότε Πάτμο τήν ὁποία τοῦ παρεχώρησε ὁ Αὐτοκράτορας Ἀλέξιος Α΄ Κομνηνός (1081-1118 μ.Χ.) ὡς ἀντάλλαγμα γιά τήν ἀπόδοση στό δημόσιο ταμεῖο τῆς περιουσίας πού κατεῖχε ἡ Παναγία Καστριανῶν στήν Κῶ καί σέ ἄλλα νησιά. Νά σημειώσουμε ὅτι τήν περιουσία αὐτή τοῦ εἶχε παραχωρήσει ὁ Κῶος μοναχός Ἀρσένιος Σκηνούριος ὅταν προσκάλεσε τόν Ὅσιο Χριστόδουλο στήν Κῶ.

Δέν γνωρίζαμε τό ξωκκλήσι, τό ὁποῖο βρίσκεται στούς βορεινούς πρόποδες τοῦ λόφου τοῦ Παλαιοῦ Πυλίου, λίγο μετά τό δάσος τοῦ Κονιαριοῦ. Τό παλαιότατο ἐκκλησάκι στό πέρασμα των αἰώνων εἶχε προσχωθεῖ ἀπό χώματα πού κατέβαζε ἡ βροχή ἀπό τούς παρακείμενους λόφους καί σχεδόν εἶχε χαθεῖ. Εὐτυχῶς, τό 1990 ὁ Ἰάκωβος Δ. Χατζηδαυίδ ἀνέλαβε τήν ἀποκατάστασή του μέ ἀποτέλεσμα σήμερα, πού ἀπόγονοί του, μαζί μέ τήν Ἱερά Μητρόπολη καί ἄλλους κατοίκους τῆς περιοχῆς ἔχουν ἀναλάβει τή φροντίδα του, ὁ ἐπισκέπτηςνά ἀντικρύζει ἕνα ὡραιότατο, ταπεινό, ἀλλά καί ὑποβλητικό συνάμα μονόχωρο ξωκκλήσι πού τόν ὁδηγεῖ σέ ἄλλους χρόνους …

Ὁ Ἑσπερινός ξεκίνησε νωρίς τό ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου. Χοροστάτησε, μέ τή χαρακτηριστική του ἁπλότητα, ὁ Σεβασμιώτατος καί οἱ ἱεροψάλτες ἀπέδωσαν κατανυκτικότατα καί μέ γοργό ρυθμό τούς ὕμνους τῆς διπλῆς ἑορτῆς τῆς 1ης Ἰανουαρίου. Στήν ἀκολουθία συμμετεῖχαν ὁ π. Ἰωάννης Διακοπαναγιώτης, Γενικός Ἀρχιερατικός Ἐπίτροπος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, ὁ π. Μιχαήλ Τσακίρης, ἐφημέριος τῆς ἐνορίας τοῦ Ἀμανιοῦ, ὁ π. Ἀναστάσιος Τσουκνιᾶς καί ὁ διάκονος π. Ἀμβρόσιος Καμπούρογλου.

Παρά τό πολύ ἔντονο κρύο, τό ὁποῖο αὐξανόταν ὅσο ἔπεφτε ἡ νύκτα, πολλοί ἦταν αὐτοί πού εἶχαν συγκεντρωθεῖ γιά νά προσευχηθοῦν καί νά τιμήσουν τή μνήμη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ἀνάμεσά τους ὁ Ταξίαρχος κ. Στυλιανός Σεργεντάνης, Διοικητής τῆς 80 ΑΔΤΕ, καί ἡ Δημοτική Σύμβουλος κ. Ἰωάννα Ρούφα.

Τό τοπίο καί οἱ μνῆμες τῶν ἀσκητῶν πού ἔζησαν καί ἀσκήθηκαν στήν περιοχή ὑποβάλουν, κατά κυριολεξία, τόν προσκυνητή στήν αἴσθηση ὅτι βρίσκεται σέ ἄλλο χρόνο, στήν ἀκμάζουσα βυζαντινή Κῶ τοῦ 11ου αἰῶνα. Οἱ γύρω ἀπόκρημνοι βράχοι πού σκεπάζουν τό πλάτωμα πού βρίσκεται τό ἐξωκκλήσι μοιάζουν νά στεφανώνουν τό χῶρο. Τό ἀπόγευμα πού βρεθήκαμε ἐκεῖ σύννεφα κάλυπταν τόν οὐρανό κάνοντας ἀκόμη πιό κατανυκτικό τό περιβάλλον.

Γύρω ἀπό τό ἐκκλησάκι διατηροῦνται λείψανα παλαιοτέρων οἰκοδομημάτων, τά ὁποῖα προέρχονται ἀπό τόν παλαιό οἰκισμό πού ὑπῆρχε γύρω ἀπό τό βυζαντινό κάστρο τοῦ Παλαιοῦ Πυλίου. Μέ λιθόστρωτο μονοπάτι ὁ ἐπισκέπτης μπορεῖ νά ὁδηγηθεῖ στά σκαλοπάτια πού θά τόν ἀνεβάσουν στήν καστροπολιτεία καί στούς ναούς πού σώζονται ἐκεῖ.

Παλαιότερα σωζόταν τοιχογραφίες πού οἱ ἀρχαιολόγοι τίς τοποθετοῦν στόν 14ο καί στόν 17ο αἰῶνα. Μέσα εἶναι πολύ μικρό, μέ λευκούς τοίχους, καί γιά τό λόγο αὐτό οἱ περισσότεροι προσκυνητές παραμείναμε ἔξω ὑπομένοντας τό κρύο. Κάποιοι πῆραν τό μονοπάτι γιά τό Παλαιό Πυλί, ἐνῶ μέ τήν ὁλοκλήρωση τῆς Ἀκολουθίας προσφέρθηκε καρδιακό κέρασμα, πού ζέστανε τήν ὁμήγυρη.

Ὁμολογῶ ὅτι, παρά τό κρύο, δέν μᾶς ἔκανε καρδιά νά φύγουμε θέλοντας νά παρατείνουμε τήν ἐμπειρία νά ζήσουμε γιά λίγο σέ μια ἄλλη ἐποχή, σέ συνθῆκες ζεστές, πρωτόγνωρες.

Ὁ χῶρος εἶναι πολύ ὄμορφος γιά νά τόν ἐπισκεφθεῖ κάποιος μέ τήν οἰκογένειά του καί νά περάσει κάποιες ὧρες ἀνάπαυλας καί χαρᾶς, ἀλλά πραγματικά, δέν ξέρω ἄν μία ἡλιόλουστη μέρα μπορεῖ νά προσφέρει στόν ἐπισκέπτη τήν κατάνυξη καί τή ζεστασιά πού μᾶς προσέφερε τό παγωμένο ἀπόγευμα τῆς παραμονῆς τῆς Πρωτοχρονιᾶς τοῦ 2017!

Τά ἀναμμένα κεριά πού φώτιζαν διακριτικά τόν ναό, τό θυμίαμα πού ξεχυνόταν μέχρι ἔξω, οἱ φωνές τῶν ἱεροψαλτῶν, οἱ κατανυκτικοί ὕμνοι, οἱ νουθεσίες τοῦ δεσπότη μας, ἡ ζεστασιά αὐτῶν πού προετοίμασαν τό χῶρο καί τό κέρασμα, ὅλα δημιουργοῦσαν μία ἀτμόσφαιρα κατάλληλη γιά προσευχή … Καί αὐτό δέν τό λέω μέ διάθεση μιᾶς γλυκερῆς κατάνυξης πού συχνά θεωρεῖται προσόν στήν καλλιέργεια τῆς σχέσης μας μέ τόν Θεό καί τούς Ἁγίους, ἀλλά μέ τήν ἔννοια τῆς δημιουργίας τῶν προϋποθέσεων ἀπαγκίστρωσης ἀπό τίς πολλές βιοτικές μέριμνες, οἱ ὁποῖες μᾶς παρασύρουν, μᾶς κρατοῦν δέσμιους καί δέν μᾶς ἐπιτρέπουν νά δοῦμε τά πράγματα μέσα ἀπό μία ἄλλη προοπτική. Μέσα ἀπό μία προοπτική πού μᾶς ἐλευθερώνει ἀπό τά δεσμά καί τίς ἔγνοιες τῆς καθημερινότητας πού δυναμώνει τή διάθεσή μας γιά ἀγῶνα, γιά καλλιέργεια τῶν χαρισμάτων μας, γιά προσφορά ἀγάπης καί γιά μία διαφορετική στάση μας ἀπέναντι στά προβλήματα πού πολλές φορές μᾶς κάνουν νά λυγίζουμε, νά σκύβουμε ἐξουθενωμένοι.

Μέ αὐτές τίς σκέψεις ἄς ξεκινήσουμε τή νέα χρονιά καί ἄς προσπαθήσουμε, μέ πίστη καί ἔλπίδα, νά μην ἐπιτρέψουμε στίς δυσκολίες νά μᾶς λυγίσουν.

Ἄς προσβλέπουμε, ἀκόμη καί τή στιγμή πού τό φῶς μοιάζει νά χάνεται, νά σβήνει, στήν Ἀνατολή πού πάντοτε ἀκολουθεῖ τή νύχτα καί φωτίζει τά βήματά μας.

Ἐλπιδοφόρες οἱ σκέψεις καί μέ πίστη οἱ ἐπιλογές μας καί γιά τό 2017!

Καλή χρονιά!

dsc_4034dsc_4035dsc_4036dsc_4039

dsc_4040dsc_4041dsc_4042dsc_4043dsc_4044dsc_4045dsc_4046dsc_4048dsc_4049dsc_4051dsc_4055dsc_4057dsc_4058dsc_4059dsc_4063dsc_4064dsc_4066dsc_4071dsc_4072dsc_4076dsc_4077dsc_4078

Σφαγή τῶν νηπίων: συνεχίζεται ἀκόμη;

Ετικέτες

, , , ,

Ἕνα ἀπό τά πολύ ἐνδιαφέροντα καί χαρακτηριστικά —τοῦ τρόπου πού λειτουργεῖ ὁ κόσμος μας— περιστατικά πού ἀναφέρονται στήν Καινή Διαθήκη εἶναι ἡ σφαγή τῶν νηπίων ἀπό τόν Βασιλέα Ἡρώδη.

sgagh

Ὁ Ἡρώδης ἦταν μία περίεργη μορφή τῆς βιβλικῆς ἐποχῆς. Ἰδουμαῖος, δηλαδή Ἄραβας καί ὄχι Ἑβραῖος, στήν καταγωγή, ἔξυπνος, δραστήριος, σχεδίαζε κάθε κίνησή του μέ προοπτική τό προσωπικό του ὄφελος, συνεργάτης τῶν Ρωμαίων, οἱ ὁποῖοι τήν περίοδο ἀπό τό 64 π.Χ. καί ἑξῆς ἀνασχεδίασαν τά κράτη καί τά βασίλεια τῆς Ἀνατολῆς ὥστε νά τά ἐλέγχουν καί νά ἐξυπηρετοῦν τούς στόχους τους στήν περιοχή. Μετά ἀπό προσπάθειες πολλῶν ἐτῶν, πού εἶχαν ξεκινήσει ἀπό τόν πατέρα του, Ἀντίπατρο, κατώρθωσε νά πάρει τό χρίσμα τῆς ἐξουσίας ἀπό τούς Ρωμαίους ἐπικυρίαρχους καί νά στήσει τή δική του δυναστεία.

Τό πρῶτο πού ἔκανε ἦταν νά νυμφευθεῖ τήν Μαριαμνῆ, μία πριγκίπισσα τῆς προηγούμενης Ἰουδαϊκῆς δυναστείας καί ἔτσι νά παρουσιαστεῖ ὡς κληρονόμος τοῦ θρόνου. Ἀπό τήν ἀνάληψη τῆς ἐξουσίας καί ἔπειτα θά τολμούσαμε νά ποῦμε ὅτι ἡ βασιλεία του χωρίζεται σέ δύο κύριες περιόδους: τήν πρώτη, κατά τήν ὁποία πραγματοποίησε πολλά καί σημαντικά ἔργα σέ ὁλόκληρη τήν Παλαιστίνη, μέ ἀποτέλεσμα μεγάλη οἰκονομική ἀνάπτυξη καί εὐμάρεια, καθώς ὁ λαός εἶχε δουλειά, οἱ πλούσιοι παρακινημένοι από τό παράδειγμα τοῦ βασιλιᾶ τόν ἀκολουθοῦσαν στά ἔργα, μοίραζε χρήματα ἀπό τό κρατικό ταμεῖο στους φτωχούς, μείωσε τούς φόρους, τό ἐμπόριο ἀνθοῦσε καί ὅλοι ἦταν εὐχαριστημένοι, καί τή δεύτερη, κατά τήν ὁποία φαίνεται ἕνα ἐντελῶς διαφορετικό πρόσωπο, ἑνός ἡγεμόνα πού ὑποψιάζεται τούς πάντες, πού δολοφονεῖ τούς οἰκείους του, τά ἴδια του τά παιδιά, τήν «ἀγαπημένη» σύζυγό του Μαριαμνῆ.

Ἡ στάση του ἀπέναντι στή γέννηση τοῦ Κυρίου, ὅπως περιγράφεται ἀπό τόν Εὐαγγελιστῆ Ματθαῖο στό δεύτερο κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου του, εἶναι ἀπολύτως συμβατή μέ τίς πράξεις του ὅπως ἔχουν καταγραφεῖ ἀπό τούς ἱστορικούς τῆς ἐποχῆς καί κυρίως ἀπό τόν Φλάβιο Ἰώσηπο. Ὁ φόβος μήπως χάσει τήν ἐξουσία καί τά ἀγαθά της τόν εἶχε κάνει τόσο καχύποπτο πού ὡς πιθανούς σφετεριστές τῆς ἐξουσίας του ἔβλεπε τά ἴδια του τά παιδιά καί δολοφόνησε ἀρκετά ἀπό αὐτά.

Μέσα σέ αὐτό τό ζοφερό πλαίσιο ἡ ἐντολή τῆς σφαγῆς τῶν νηπίων καί οἱ μεθοδεύσεις του γιά νά παγιδεύσει τούς μάγους εἶναι ἀπολύτως συμβατές καί ταιριαστές πρός τόν χαρακτήρα του.

Αὐτή τήν κακία καί τόν παραλογισμό τοῦ ἐγωισμοῦ ἦλθε γιά νά ἀντιμετωπίσει ὁ Χριστός στόν κόσμο μας. Δέν πρέπει νά μᾶς προκαλεῖ ἔκπληξη τό ὅτι ὁ Χριστός βρέθηκε ἀπέναντί του ἀπό τήν πρώτη στιγμή, ἀλλά ὀφείλουμε νά θυμόμαστε πάντοτε ὅτι ἀποτελεῖ χαρακτηριστικό τῆς ἀσθένειας πού βασανίζει τόν κόσμο μας ἀπό τήν Πτώση καί ἔπειτα. Κίνητρο στις πράξεις καί στήν ἐπιλογές τοῦ Ἡρώδη ἦταν ὁ ἀπολύτως «καθαρός» —ἄν μποροῦμε νά τόν χαρακτηρίσουμε ἔτσι— ἐγωισμός του ἀπαλλαγμένος ἀπό κάθε τύψη, κάθε σεβασμό στόν ἄλλο, ἀπό κάθε μεταμέλεια, ἀπό τήν παραμικρή ὑποψία μετάνοιας. Πορεύτηκε τή ζωή του μέ κακότητα καί μοναξιά καί μέ ἀνάλογο τρόπο πέθανε.

346840357

Αὐτό πού πρέπει νά μᾶς ἀπασχολεῖ πλέον εἶναι πῶς δέν θά ἐπαναλάβουμε τίς πράξεις τοῦ Ἡρώδη.

Βέβαια, οἱ περισσότεροι ἀπό ἐμᾶς δέν φτάνουμε στό σημεῖο νά διαπράττουμε φόνους, ἀλλά, ὅπως προσφάτως σχολίαζε πολύ εὔστοχα ὁ Μητροπολίτης Κώου καί Νισύρου Ναθαναήλ κατά τήν κατήχηση ἐνηλίκων, σκοτώνουμε τά παιδιά μας μέ τή συμπεριφορά μας· μέ τήν ἀδιαφορία πού δείχνουμε ἤ μέ τήν ἐλαφρότητα μέ τήν ὁποία τά ἀντιμετωπίζουμε… Ἔχουμε ἀποκοπεῖ ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ζωή καί ἀπό τίς παραδόσεις μας καί τά τρέφουμε μέ ξενόφερτες συνήθειες πού δέν ἔχουν νά τούς προσφέρουν τίποτα.

Ἄς μή λησμονοῦμε ὅτι ἡ φιγούρα πού κυριαρχεῖ τίς γιορτινές αὐτές ἡμέρες εἶναι ὁ φέρων εὐτελῆ, ὡς προς τήν οὐσία τους, δῶρα κοκκινοφορεμένος τύπος καί ὄχι τό πρόσωπο χάριν τοῦ ὁποίου ἑορτάζονται τά Χριστούγεννα καί χάριν τοῦ ὁποίου ἔχει καθιερωθεῖ ἡ ἀργία. Φαντάζομαι ὅτι κάποτε ὁ στολισμός θά ὑπογράμμιζε τή χαρά τῶν ἀνθρώπων γιά τή Θεία Γέννηση. Σήμερα ὅμως; Τί ἀντιπροσωπεύει ὁ ἑορταστικός διάκοσμος; Ποιά ἡ σχέση τῆς πλειοψηφίας τῶν ἑορταστικῶν ἐκδηλώσεων μέ τά Χριστούγεννα;

Τί προσφέρουμε ἐν τέλει στά παιδιά μας;

Μεγάλο πρόβλημα τῆς ἐποχῆς μας, ἀλλά καί κάθε ἐποχῆς, ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο στεκόμαστε ἀπέναντι στά παιδιά, στούς μαθητές, στούς νεότερους ἐν γένει …

Ὑφίστανται βλάβες σοβαρές, καί σέ κάποιες περιπτώσεις ἀθεράπευτες, ἀπό τή δική μας στάση ἀπέναντί τους καί ἀπό αὐτά πού προβάλλουμε ὡς πρότυπα.

Μέ αὐτές τίς σκέψεις, ἀναζητώντας τό νόημα τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων δέν μποροῦμε παρά νά ἀναρωτηθοῦμε γιά τούς λόγους τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ;

Συχνότατα —ὀρθῶς— ἀποκαλοῦμε τά Χριστούγεννα ἑορτή τῆς ἀγάπης. Σέ ποιά ἀγάπη ἀναφερόμαστε ὅμως;

Στήν ἀγάπη πού χωρίς προϋποθέσεις γεφύρωσε τό χάσμα ἀπό τό εγώ στό ἐμεῖς, ἀπό τή μοναξιά στήν κοινωνία;

Δίχως ἄλλο, σκοπός τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἁμαρτία· ἡ λύτρωσή του ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα.

Ἄν καί τό δῶρο τῆς λυτρώσεως προσφέρθηκε ἁπλόχερα στόν ἄνθρωπο φαίνεται ὅτι μέ τίς ἐπιλογές μας ἐπιμένουμε νά ἀντιγράφουμε καί νά μιμούμαστε τόν Ἡρώδη σφαγιάζοντας καί ἐμεῖς μέ τή σειρά μας τήν ἀθωότητα, τήν ἁγνότητα, τήν εὐαισθησία, τήν καλοσύνη τῶν παιδιῶν. Δέν διστάζουμε νά κόψουμε τίς ρίζες πού τρέφουν τούς νέους, ἀλλά καί ὅλους ἐμᾶς, καί στρεφόμαστε σέ ἄλλες πηγές γιά νά τραφοῦμε καί νά προοδεύσουμε. Οἱ πηγές αὐτές ὅμως δέν μᾶς τρέφουν σωστά· δέν μᾶς βοηθοῦν νά πορευτοῦμε στή ζωή μας σέ σεβασμό καί ἀξιοπρέπεια …

Θλιβερό νά προχωροῦμε σέ παρόμοιες δυσάρεστες διαπιστώσεις τέτοιες γιορτινές ἡμέρες … Θλιβερότερος, ὅμως, εἶναι ὁ θεωρούμενος ἑορταστικός διάκοσμος πού κατακλύζει τή ζωή μας καί μᾶς ἐγκλωβίζει σέ ἕνα μεγάλο ἀποπνικτικό κενό.

Ὑπάρχει διέξοδος; Φυσικά!

Νά μάθουμε νά ζοῦμε μέ περισσότερη εἰλικρίνεια τή ζωή μας.

Νά οἰκοδομήσουμε πιό αὐθεντικές σχέσεις μέ τούς πλησίον μας.

Νά ἐμπιστευθοῦμε τά Χριστούγεννα καί νά ἀναζητήσουμε τό νόημά τους στόν Χριστό.

Νά πάψουμε νά πετᾶμε τό δῶρο καί νά στολίζουμε τή ζωή μας μέ τό ἄχρηστο περιτύλιγμα …

Καλή Χριστοῦ γέννα!

«Η γλώσσα της Καινής Διαθήκης»: μία ενδιαφέρουσα μελέτη

Ετικέτες

, , ,

Ένα από τα τελευταία έργα του Αναπληρωτή Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ Θωμά Αντ. Ιωαννίδη πραγματεύεται το εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα «Η γλώσσα της Καινής Διαθήκης». Ο καλαίσθητος αυτός τόμος εξεδόθη από τις Εκδόσεις «Έννοια» τον Ιούνιο του 2014.

Η δομή του τόμου είναι απλή. Ξεκινά με ένα θεωρητικό κομμάτι, στο οποίο γίνονται αναφορές στη μετάφραση των Εβδομήκοντα (Ο΄), μελετάται η εκφραστική μορφή και η ρητορική δομή των κειμένων της Καινής Διαθήκης, συγκρίνεται η γλώσσα των ιερών κειμένων με τη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας, τονίζονται οι μεταφραστικές δυσκολίες που οφείλονται σε πολιτιστικούς παράγοντες και στο τέλος προσεγγίζεται το θέμα της αποδόσεως στη νέα ελληνική του βιβλίου της Αποκαλύψεως από τον Γιώργο Σεφέρη.

Στο δεύτερο μέρος, πού είναι και το εκτενέστερο, μελετάται η γλώσσα κάθε κειμένου της Καινής Διαθήκης ξεχωριστά, παρουσιάζονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε συγγραφέα και μεταφράζονται περικοπές από όλα τα βιβλία, ενώ έχει προηγηθεί μία άκρως ενδιαφέρουσα γραμματική, συντακτική και λεξιλογική εξομάλυνσή τους.

Πολλές είναι οι αρετές του τόμου: σαφήνεια ύφους, περιεκτικότητα νοημάτων, ρέουσα γλώσσα, λιτή έκφραση . . .

Στηριγμένος σε πλατιά βιβλιογραφική βάση ο συγγραφέας παρουσιάζει με ενδιαφέρουσες αναλύσεις την κοινή γλώσσα της Ελληνιστικής εποχής τονίζοντας την ιδιαίτερη θέση της στην ιστορία του πολιτισμού. Είναι σαφές, όπως σημειώνει, ότι ο προσδιορισμός Ελληνική ή Ελληνιστική γλώσσα δεν σχετίζεται τόσο με την εθνική προέλευσή της, όσο με την ανακαινιστική και μεταμορφωτική δύναμή της. Η ευρύτατη διάδοση του Ελληνικού πνεύματος, μπορεί να κορυφώθηκε την περίοδο των κατακτήσεων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αλλά οφείλεται κυρίως στη δυναμική της Ελληνικής σοφίας, η οποία είχε ως μοχλό ανάπτυξης την ευκαμψία, την πλαστικότητα, την εκφραστική δύναμη και την παιδευτική ισχύ της γλώσσας των φορέων του Ελληνικού πολιτισμού.

Η δύναμη αυτή κυριολεκτικά σάρωσε την Ανατολική Μεσόγειο και τον κόσμο της Εγγύς και Μέσης Ανατολής και δημιούργησε μία αχανή πολιτιστική ενότητα που διήρκεσε αιώνες. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η ευρύτατη διείσδυση της Ελληνικής γλώσσας στον Ιουδαϊκό κόσμο και η επίδραση που άσκησε στην Παλαιά Διαθήκη είτε μέσῳ των βιβλίων της που γράφτηκαν στα ελληνικά είτε λόγῳ της μεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο΄), η οποία όχι μόνο διαδόθηκε όπου υπήρχαν Ιουδαίοι, αλλά κυριάρχησε έναντι της πρωτότυπης Εβραϊκής γλώσσας και χρησιμοποιήθηκε από τον Χριστό και την πρώτη Εκκλησία ως η πλέον πρόσφορη για την ιεραποστολή και την κατήχηση των Ιουδαίων και των εθνών.

Ο καθηγητής Θ. Ιωαννίδης μας καθοδηγεί με σαφήνεια στην πορεία και στην εξέλιξη της Ελληνικής γλώσσας, η οποία, ως γλώσσα της οικουμένης, βοήθησε στην υπέρβαση των εθνικών και θρησκευτικών διαφοροποιήσεων της εποχής αυξάνοντας το επίπεδο της αμοιβαίας κατανοήσεως και της επαφής μεταξύ των λαών, αλλά και της υπερβάσεως των στεγανών ανάμεσα στους πολιτισμούς της εποχής.

Καθίσταται απολύτως σαφές ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να μιλήσουμε για Ιουδαιοελληνική γλώσσα, καθώς τέτοιο μόρφωμα δεν υπήρξε ποτέ. Βέβαια, η χρήση Ελληνικών λέξεων από τους Ιουδαίους της εποχής ήταν τόσο μεγάλη που μπροστά της η σημερινή εξάπλωση και διείσδυση στη ζωή μας της Αγγλικής κυριολεκτικά ωχριά! Το πλήθος των δίγλωσσων ή μόνο Ελληνικών επιγραφών που σώθηκαν από τον 1ο π.Χ. και τον 1ο μ.Χ. αιώνα στην Παλαιστίνη μας πείθουν για το δυναμισμό και το σφρίγος της Ελληνικής κοινής.

Η αντιπαραβολή των κειμένων των αττικιστών συγγραφέων με τα βιβλικά στην οποία προχωρά ο καθηγ. Θ. Ιωαννίδης μας δείχνει ότι η χρήση της γλώσσας του λαού αποτελούσε την άριστη επιλογή για την ιεραποστολή, καθώς δεν πρέπει να λησμονούμε ότι τα ιερά κείμενα δεν γράφτηκαν για να αποτελέσουν το αντικείμενο μελέτης κάποιων επιστημόνων, αλλά αντιθέτως είναι τα εργαλεία για την κατήχηση και την πνευματική πρόοδο του λαού, ή καλύτερα για τη σωτηρία του. Είναι σαφές, και αυτό τονίζεται, στο εν λόγῳ βιβλίο ότι η επιλογή της γλώσσας του λαού έδωσε ώθηση στην ιεραποστολή, δυναμική στο κήρυγμα και αποτελεσματικότητα στην κατήχηση. Η διαπίστωση αυτή πρέπει να αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση από όσους ασχολούνται με το κήρυγμα, την ιεραποστολή και την ποιμαντική. Βέβαια, όπως τονίζει ο συγγραφέας, οι λόγιοι της εποχής την υποτιμούσαν χαρακτηρίζοντας την γλώσσα των «αλιέων», δηλαδή των μη πεπαιδευμένων. Παρόλα αυτά δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν ανθρώπους που δεν είχαν ειδική ρητορική εκπαίδευση να κατακτήσουν την οικουμένη και να αλλάξουν τον κόσμο μας.

Μεγάλη σπουδαιότητα για τη σύγχρονη ποιμαντική, εντός και εκτός Ελλάδος, έχει η ενότητα στην οποία συζητείται το πρόβλημα των μεταφραστικών αστοχιών λόγῳ κοινωνικών και πολιτιστικών διαφορών. Το σημείο αυτό πρέπει να τύχει της προσοχής μας, καθώς πλέον το ποίμνιο, ή το δυνάμει ποίμνιο- στον τόπο μας είναι φορέας εντελώς διαφορετικών παραδόσεων και αναπόφευκτα κατανοεί το ευαγγελικό μήνυμα διαφοροποιούμενο, όλο και περισσότερο, από αυτά που ο μέσος Έλληνας γνωρίζει και κατανοεί. Τα παραδείγματα που παραθέτει ο συγγραφέας μας δίνουν μία ιδέα για την έκταση, αλλά και το βάθος, του προβλήματος, το οποίο για να αντιμετωπιστεί απαιτεί κόπο, γνώσεις, προσευχή και προσήλωση στο έργο.

Οφείλω να ομολογήσω ότι με εντυπωσίασε η συγκριτική παρουσίαση της μεταγραφής που επεχείρησε ο Γιώργος Σεφέρης στην Αποκάλυψη του Ιωάννου με το πρωτότυπο κείμενο, καθώς η μη συνδυαστική ανάγνωση των δύο κειμένων δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να εντοπίσει τις ασάφειες, της αβλεψίες και τα παροράματα του μεταγραφέα. Η προσεκτική παραβολή των δύο κειμένων μπορεί να μας οδηγήσει σε πολύτιμα συμπεράσματα σχετικά με την βελτίωση των μεταφορών των βιβλικών κειμένων σε μία πιο σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας, αλλά και τη μετάφρασή τους σε άλλες γλώσσες με διαφορετική δομή και τρόπο έκφρασης.

Μελετώντας το έργο, πολλές φορές αναρωτήθηκα ποιο από τα δύο μέρη είναι σημαντικότερο: το πρώτο που έχει τη θεωρητική προσέγγιση της γλώσσας όπως το παρουσιάσαμε ήδη, ή το δεύτερο που προχωρεί σε βήμα βήμα ανάλυση μίας σειράς περικοπών . . .

Η ανάλυση αυτή που τελικό σκοπό έχει την επίτευξη της καλύτερης δυνατής μεταφράσεως του κειμένου ακολουθεί μία πολύ συγκεκριμένη πορεία: συντακτική ανάλυση, λεξιλογική-σημασιολογική εξομάλυνση, γραμματική μελέτη κάθε περιόδου, κάθε περικοπής, κάθε κειμένου. Ο προσεκτικός αναγνώστης διαπιστώνει ότι με τη χρήση αυτής της μεθόδου θα εντοπίσει πολλά σημεία που τα κατανοούσε εσφαλμένα ή παράμεναν ασαφή και θα διαπιστώσει τη σημασία της μεθοδικής δουλειάς που έκανε ο Θωμάς Ιωαννίδης και προσφέρει στους αναγνώστες του.

Κλείνοντας την σύντομη αυτή παρουσίαση του τόμου «Η γλώσσα της Καινής Διαθήκης» δεν μπορώ παρά να αναφέρω αυτό που γύριζε στο νου μου κατά τη διάρκεια της μελέτης του δευτέρου κυρίως μέρους του: πόσο σημαντικό θα ήταν εάν υπήρχε ένας φορέας, ένα ινστιτούτο, μία ομάδα, ένα πανεπιστημιακό πρόγραμμα ή οτιδήποτε άλλο που θα μελετούσε με το σύστημα και τη μεθοδικότητα του καθηγ. Ιωαννίδη ολόκληρη την Καινή Διαθήκη (γιατί όχι και την Παλαιά), λέξη λέξη, και θα μπορούσε να αποτελέσει μία ασφαλή βάση για την βελτίωση των μεταφράσεων που υπάρχουν ήδη. Παρά την ποιότητα κάποιων από αυτές και την αξιοπιστία των μεταγραφέων, φρονώ ότι πολλά μπορούν να γίνουν ακόμη ώστε να έχουμε τη δυνατότητα να μελετάμε τα ιερά κείμενα στην καθομιλουμένη με τη μεγαλύτερη δυνατή προσήλωση στο πρωτότυπο κείμενο και με τον σεβασμό που απαιτείται προς τον σωτήριο για μας λόγο Κυρίου.

Κατήχηση: ἀναγκαία καί σημέρα!

Ετικέτες

, , , , ,

Μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ Σπορέως εἴθισται νὰ ξεκινᾶ ἡ κατηχητικὴ χρονιά. Βέβαια, γιὰ νὰ εἴμαστε ἀκριβεῖς, ἡ κατήχηση δὲν εἶναι μία διαδικασία ποὺ σταματᾶ ἢ ποὺ χωρίζεται σὲ χρονιὲς κατὰ τὸ σύστημα τῶν Ἀκαδημαϊκῶν ἢ τῶν σχολικῶν ἐτῶν, ἀλλὰ εἶναι ἡ διαρκῆς προσπάθεια τῆς Ἐκκλησίας νὰ μεταγγίζει σὲ ἐμᾶς ποὺ μὲ τὸ βάπτισμα γίναμε μέλη της τὴν «ἀλήθειαν τοῦ Εὐαγγελίου».%ce%bf-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%cf%8c%cf%82-%ce%b5%cf%85%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b5%ce%af-%cf%84%ce%b1-%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b9%ce%ac

Ἡ διαδικασία αὐτὴ εἶναι πάρα πολὺ σημαντικὴ καθὼς μέσα ἀπὸ τὴν κατήχηση γνωρίζουμε τὴν πίστη μας ὄχι τόσο γνωστικά, ἀλλὰ κυρίως ὡς μία διαφορετικὴ στάση ἀπέναντι στὴ ζωὴ καὶ στὸν θάνατο.

Ἀπὸ τὰ πρῶτα βήματά της ἡ Ἐκκλησία στήριξε τὸ ἄνοιγμα πρὸς τοὺς ἐκτὸς στὴν κατήχηση, μὲ ἀποτέλεσμα ἱεραποστολὴ καὶ κατήχηση νὰ εἶναι ἔννοιες στενότατα συνδεδεμένες καὶ ἡ δεύτερη νὰ τελειοποιεῖ, νὰ ὁλοκληρώνει καὶ νὰ καλλιεργεῖ ἐπαρκῶς τοὺς σπόρους ποὺ ἔριχνε στοὺς ἀνθρώπους ἡ πρώτη.

Μὲ τὴν πάροδο τῶν ἐτῶν καὶ τὴν καθιέρωση τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ ἡ διαδικασία ἄλλαξε, ἀλλὰ ἡ σημασία καὶ ἡ ἀναγκαιότητα τῆς κατηχήσεως παρέμειναν ἀμετάλλακτες. Κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες ἡ κατήχηση ἦταν μία μακρὰ βιωματικὴ διαδικασία ποὺ διαρκοῦσε πολὺ καὶ δὲν περιοριζόταν στὴ συσσώρευση γνώσεων σχετικῶν μὲ τὸ χριστιανισμό, ἀλλὰ βῆμα βῆμα, μὲ σταθερότητα, σοβαρότητα καὶ συναίσθηση τῆς εὐθύνης ὁδηγοῦσε τὸν κατηχούμενο στὸν ναὸ καὶ στὴν σταδιακὴ ἐπαφὴ μὲ τὴ λατρεία. Ὁ κατηχητὴς προσέφερε στὸν κατηχούμενο θεωρητικὴ γνώση τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου, τῆς πίστεως, τοῦ Χριστοῦ, τῶν μυστηρίων καὶ τῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ταυτόχρονα, μὲ λεπτότητα καὶ διάκριση τὸν χειραγωγοῦσε στὴ λατρεία. Τὰ ἴχνη ἀπὸ τὴν ἔμμεση συμμετοχὴ τῶν κατηχουμένων στὴ λατρεία σώζονται μέχρι σήμερα μὲ τὴ μορφὴ τῶν εὐχῶν ὑπὲρ τῶν κατηχουμένων, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐκφωνήσεως τοῦ διακόνου «Τὰς θύρας, τὰς θύρας», ποὺ σὲ ἐλεύθερη ἀπόδοση σημαίνει «τὸ νοῦ σας στὶς πόρτες μήπως κάποιος ποὺ δὲν ἔχει βαπτιστεῖ ἔμεινε, ἀπὸ αὐτὸ τὸ σημεῖο καὶ ἔπειτα, μέσα στὸν ναό» καὶ παρὰ τὴν προσοχὴ τῶν κληρικῶν κοινωνήσει χωρὶς νὰ ἔχει βαπτιστεῖ, λόγῳ τοῦ μεγάλου πλήθους τῶν πιστῶν.

Οἱ πολὺ σημαντικὲς εὐχὲς ποὺ ἀναφέρονται στοὺς κατηχουμένους μᾶς δείχνουν –μεταξὺ ἄλλων- ὅτι ἡ διαδικασία τῆς κατηχήσεως δὲν ἀφοροῦσε μόνο τοὺς «εἰδικούς», π.χ. τὸν ἐπίσκοπο, τοὺς κληρικοὺς καὶ τοὺς κατηχητές, ἀλλὰ ἦταν καρπὸς προσευχῆς ὅλου τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας· ἦταν ἔκφραση τῆς φροντίδας τῶν πιστῶν γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ προετοιμάζονταν γιὰ νὰ λάβουν τὸ Ἅγιο Βάπτισμα.

Ἡ στιγμὴ τοῦ Βαπτίσματος, ποὺ ἀκολουθοῦσε τὴν κατήχηση καὶ ἐρχόταν μετὰ ἀπὸ ἕνα, δύο ἢ καὶ περισσότερα χρόνια, ἦταν καὶ αὐτὴ ἕνα σημαντικὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονός, ὅπως διαπιστώνουμε ἀπὸ τὶς γραπτὲς μαρτυρίες καὶ τὰ σωζόμενα Βαπτιστήρια τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων.

Ἡ δομὴ καὶ ἡ θέση τῶν Βαπτιστηρίων, ὅπως διαπιστώνουμε ἀπὸ τὰ σωζόμενα, πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα διατηροῦνται στὴν Κῶ προ(σ)καλώντας τὸν ἐπισκέπτη νὰ τὰ ἀποκρυπτογραφήσει, ἦταν τέτοια, ὥστε νὰ ὑποστηρίζουν τὸ θεολογικὸ καὶ ἐκκλησιολογικὸ ὑπόβαθρο τῆς κατηχητικῆς διαδικασίας. Βρίσκονταν δίπλα στὸν ναό, συνήθως ἑνωμένα μὲ αὐτόν, ὥστε ἀμέσως μετὰ τὸ Βάπτισμα ὅλοι μαζὶ νὰ εἰσέρχονται, ἐν πομπῇ, στὸν χῶρο τῆς χάριτος (ὄχι μόνο πνευματικά, ἀλλὰ καὶ αἰσθητὰ) καὶ νὰ συμμετέχουν γιὰ πρώτη φορὰ στὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας.

Τό Βαπτιστήριο τῆς Βασιλικῆς Β τοῦ Δυτικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ χώρου στὴν πόλη τῆς Κῶ

Τό Βαπτιστήριο τῆς Βασιλικῆς Β΄ τοῦ Δυτικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ χώρου στὴν πόλη τῆς Κῶ

Στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τοῦ Βαπτιστηρίου, ὅπου, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ δυτική, ὑπῆρχε ὁ Τίμιος Σταυρός, οἱ νεοφώτιστοι ἀνέβαιναν τὰ σκαλοπάτια ἐξερχόμενοι ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα καὶ τοὺς ὑποδεχόταν μὲ χαρὰ καὶ ἀγάπη ὁ ἐπίσκοπος. Ἀμέσως μετά, ὅλοι μαζὶ ἐπίσκοπος, κλῆρος, νεόφυτοι καὶ παλαιὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἰσέρχονταν στὸν νὰο γιὰ τὴν προσφορὰ τοῦ μυστηρίου καὶ τὴ συμμετοχή τους σὲ αὐτό.

Στὴν πραγματικότητα, ἂν καὶ πολλὰ ἐξωτερικὰ στοιχεῖα ἔχουν μεταβληθεῖ, τίποτα ἀπὸ τὴ θεολογία τοῦ μυστηρίου τῆς Βαπτίσεως καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς κατηχήσεως δὲν ἔχει ἀλλάξει. Ἂν ὁ προσερχόμενος στὸ Βάπτισμα εἶναι σὲ μικρὴ ἡλικία ἀναλαμβάνει ὁ ἀνάδοχος τὴν ὑποχρέωση τῆς κατηχήσεως, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ἡ εὐθύνη βαρύνει τὸν βαπτισμένο, ὥστε νὰ γνωρίσει τὴν πίστη του καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ τιμήσει συνειδητὰ τὴν ἀρχικὰ ἀσυνείδητη ἐπιλογὴ τοῦ νὰ εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν εἶναι ἐνήλικας ἢ ἔστω ἀρκετὰ μεγάλος γιὰ νὰ ἔχει συνείδηση τῆς ἐπιλογῆς του ἡ πρώτη φάση τῆς κατηχήσεως προηγεῖται τοῦ μυστηρίου, ὅπως ἀκριβῶς στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία, καὶ μὲ τὴν ἔνταξή του στὶς τάξεις τῶν πιστῶν ἔχει τὴν ὑποχρέωση νὰ συνεχίσει νὰ κατηχεῖται στὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ συμμετέχει ἐνεργὰ στὰ μυστήρια.

Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ἡ κατήχηση εἶναι ἀπαραίτητη καὶ ἡ Ἐκκλησία καὶ τὰ μέλη της (π.χ. ἡ οἰκογένεια) τὴν προσφέρουν μὲ πολλοὺς τρόπους.

Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ εἶναι θλιβερὴ ἡ διαπίστωση ὅτι πολλοὶ χριστιανοὶ δὲν προσέρχονται στὴν κατήχηση καθὼς δὲν γνωρίζουν τὴ σημασία της καὶ νομίζουν ὅτι μπορεῖ νὰ παρακαμφθεῖ καὶ νὰ ἐξοβελιστεῖ ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ ζωή. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ παρατηρεῖται ἔντονο τὸ φαινόμενο πιστῶν ποὺ ἂν καὶ ἐκκλησιάζονται δὲν προσέρχονται οἱ ἴδιοι στὴν κατήχηση καὶ δὲν ὁδηγοῦν τὰ παιδιά τους πρὸς τὴν κατήχηση θεωρώντας την περιττή, ἀνούσια ἢ ὅτι ἄλλο.

Τό Βαπτιστήριο τῆς Βασιλικῆς τοῦ Μαστιχαρίου στήν Κῶ

Τό Βαπτιστήριο τῆς Βασιλικῆς τοῦ Μαστιχαρίου στήν Κῶ

Ἡ κατήχηση εἶναι ἄκρως σημαντικὴ γιὰ τὴν πνευματική μας ζωή. Ἡ κατήχηση εἶναι προσφορὰ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς πράξης τῆς Ἐκκλησίας. Κατήχηση χρειαζόμαστε ὅλοι.

Δυστυχῶς, λάθος ἐπιλογὲς στὴν κατήχηση ἔχουν δημιουργήσει μία ψευδὴ καὶ ἐσφαλμένη εἰκόνα της στοὺς πολλούς γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ὁποίας γίνονται πολλὲς καὶ σοβαρὲς προσπάθειες ἐκ μέρους τῆς ποιμαίνουσας Ἐκκλησίας. Ἡ λατρεία καὶ ἡ κατήχηση εἶναι οἱ δύο δυνατότητες ποὺ ἔχουμε νὰ ζήσουμε τὸ γεγονὸς τῆς Ἐκκλησίας στὴν καθημερινότητά μας καί, ἐπιτέλους, νὰ μεταμορφώσουμε τὴ ζωή μας ἐν Χριστῷ.

Ο απόστολος Παύλος και ο απόστολος Σίλας στους Φιλίππους

Στις 30 Ιουλίου τιμάται η μνήμη των Αγίων Αποστόλων Σίλα, Σιλουανού, Επαινετού, Κρήσκη και Ανδρονίκου εκ των Ο’, οι οποίοι ήταν συνεργάτες και συνοδοιπόροι του απ. Παύλου.φδαηησ30

Από αυτούς ο απ. Σίλας τον ακολούθησε κατά τη 2η περιοδεία και έφτασε μαζί του στην Ελλάδα.

Η περιοδεία αυτή τοποθετείται χρονικά ανάμεσα στον Μάρτιο του έτους 49 μ.Χ. και στον Νοέμβριο του 52 μ.Χ. και περιγράφεται στις Πράξεις Αποστόλων από τον στίχο 15:36 μέχρι τον στίχο 18:22, ενώ αναφορές σε αυτή έχουμε και στις επιστολές.

Οι απόστολοι ξεκίνησαν μετά την Αποστολική Σύνοδο από την Αντιόχεια και κατέληξαν πάλι σε αυτή.

Στους τελευταίους στίχους του 15ου κεφαλαίου καταγράφεται μία μεγάλη ανατροπή στα σχέδια του απ. Παύλου. Μετά από διαφωνία του με τον απ. Βαρνάβα σχετικά με την αξιοπιστία του κοινού συνεργάτη τους του απ. Ιωάννη-Μάρκου, ο απ. Παύλος στρέφεται προς τον απ. Σίλα, ο οποίος είχε αποσταλεί από την Εκκλησία της Ιερουσαλήμ στην Αντιόχεια για να μεταφέρει την απόφαση της Συνόδου, και, έχοντας εκτιμήσει τις πολλές ικανότητές του κατά την διάρκεια της Συνόδου αλλά και κατά το πολυήμερο ταξίδι από την Ιερουσαλήμ προς την Αντιόχεια (απόσταση μεγαλύτερη των 500 χιλιομέτρων), τον επιλέγει για συνεργάτη του. Έτσι, οι απ. Παύλος και Σίλας, ξεκίνησαν την άνοιξη του 49 μ.Χ., και πέρασαν δια της Συρίας και της Κιλικίας, στην Μικρά Ασία (Δέρβη και Λύστρα) όπου είχε κηρύξει ο απ. Παύλος κατά την πρώτη περιοδεία του.

Σύντομα, έφτασαν στην Τρωάδα, όπου ο απ. Παύλος είχε το γνωστό όραμα με τον Μακεδόνα που τον κάλεσε να τον βοηθήσει, και δίχως δισταγμό πέρασαν στην Σαμοθράκη και από εκεί στην Νέα Πόλη, την Καβάλα, και εν συνεχείᾳ στους Φιλίππους.30_july_silas_apostle

Οι Φίλιπποι, κατά την εποχή των αποστόλων ήταν μία σημαντική ρωμαϊκή στρατιωτική αποικία. Σε αυτή είχαν εγκατασταθεί απόστρατοι και τους είχαν παραχωρηθεί κτήματα για να τα καλλιεργούν και να ζουν. Είχε περίπου 10.000 κατοίκους και από την περιοχή της σώζονται περίπου 1.400 επιγραφές που τονίζουν αυτή τη σπουδαιότητα. Η πόλη που είχε ιδρυθεί επάνω σε παλαιότερο πόλισμα από τον Φίλιππο τον Β΄ το 360 π.Χ., ο οποίος την οχύρωσε και την έδωσε το όνομά του, επανιδρύθηκε ως coloniae civium romanorum (αποικία της ρωμαϊκής πολιτείας) το 42 π.Χ. αμέσως μετά την μάχη των Φιλίππων, στην οποία οι δολοφόνοι του Ιουλίου Καίσαρα, Κάσσιος και Βρούτος, αντιμετώπισαν τον θετό γιο και κληρονόμο του Οκταβιανό Αύγουστο και ηττήθηκαν κατά κράτος.

Στην πόλη των Φιλίππων, που ορθώς και με ακρίβεια χαρακτηρίζεται από τις Πράξεις ως «κολωνία» (16:12) μπήκαν οι βάσεις του χριστιανισμού στην Ευρώπη και βαπτίστηκε η πρώτη χριστιανή σε ευρωπαϊκό έδαφος, η αγία Λυδία η Πορφυροπώλις. Η αγία Λυδία ήταν «σεβομένη τόν Θεόν», δηλαδή είχε γνωρίσει τον ιουδαϊσμό και τις ιουδαϊκές γραφές ως προσήλυτη, αποδεχόταν τη σχετική διδασκαλία, αλλά δεν είχε ολοκληρώσει τη διαδικασία εισόδου σε αυτόν. Μόλις άκουσε τους δύο αποστόλους, δέχθηκε το λόγο του Ευαγγελίου, βαπτίστηκε (κάτι που δεν είχε κάνει για να εισέλθει στον ιουδαϊσμό) και έγινε μέλος της Εκκλησίας.0730silas

Η σχέση των δύο αποστόλων με την αγία Λυδία και τον οίκο της αλλά και την ιουδαϊκή κοινότητα της πόλεως τους έδωσε την ευκαιρία και τη δυνατότητα να παραμείνουν σε αυτή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην πόλη άρχισε να τους ακολουθεί μία νεαρή δούλη που κατεχόταν από μαντικό πνεύμα και οι κύριοί της την εκμεταλλεύονταν με το να την βάζουν να κάνει τη μάντισσα. Αυτή αναγνώρισε την εκ Θεού αποστολή των δύο αποστόλων και αφού ο απ. Παύλος την απελευθέρωσε από το δαιμονικό πνεύμα τα αφεντικά της τους κατήγγειλαν στις αρχές λέγοντας ότι είναι ιουδαίοι και εισάγουν νέα, αταίριαστα, για την πόλη ήθη και γι᾿ αυτό πρέπει να φυλακιστούν. Ταυτόχρονα φρόντισαν να ξεσηκώσουν και τον όχλο ενάντια στους αποστόλους. Έτσι, οι δύο απόστολοι αφού δέχθηκαν πολλούς ραβδισμούς και γέμισαν πληγές, οδηγήθηκαν στη φυλακή όπου τους έριξαν στο πιο βαθύ κελλί και τους έδεσαν στο όργανο καθηλώσεως και βασανισμού που καλείται «ξύλο» για να μην δραπετεύσουν.

Στη φυλακή, παρά τους βασανισμούς και τις κακουχίες, οι απόστολοι επιδόθηκαν με πνευματική χαρά σε βαθειά προσευχή υμνώντας τον Θεό, ενώ τους άκουγαν οι άλλοι φυλακισμένοι. Γύρω στα μεσάνυκτα, σεισμός μεγάλος, αναστάτωσε τους πάντες και τα πάντα στη φυλακή και ο δεσμοφύλακας έντρομος τράβηξε το μαχαίρι του για να θέσει τέρμα στη ζωή του για να αποφύγει τις συνέπειες από την απόδραση των κρατουμένων. Με μεγάλη φωνή ο απ. Παύλος τον απέτρεψε ενημερώνοντάς τον ότι ήταν όλοι εκεί και τότε εκείνος, εντυπωσιασμένος από την στάση των δύο καταδίκων, έπεσε στα πόδια τους και, αψηφώντας πλέον κάθε κίνδυνο, ζήτησε να του υποδείξουν τον δρόμο που θα τον οδηγήσει στη σωτηρία, κάτι που οι δύο απόστολοι έπραξαν αμέσως.

Με τη χάρη του Θεού, λοιπόν, αυτός που πριν λίγο ήταν έτοιμος να αυτοκτονήσει, τους παρέλαβε και τους οδήγησε σε μέρος όπου υπήρχε νερό και αφού περιποιήθηκε τις πληγές που είχαν αποκτήσει από την καθήλωση και τη φυλάκιση, βαπτίστηκε. Στη συνέχεια όλοι επέστρεψαν στο σπίτι του, όπου με πνευματική αγαλλίαση δέχθηκαν τη φιλοξενία του.

Την επομένη οι στρατηγοί έστειλαν τους ραβδούχους για να ελευθερώσουν τους δύο αποστόλους, αλλά, όπως μας πληροφορούν οι Πράξεις, εκείνοι διαμαρτυρήθηκαν με παρρησία για τη στάση των αρχών της πόλεως απέναντί τους. Ο απ. Παύλος ζήτησε οι στρατηγοί να τους απελευθερώσουν προσωπικά καθώς ήταν Ρωμαίοι πολίτες, κάτι που βέβαια έγινε.

Η παρουσία του απ. Σίλα δίπλα στον απ. Παύλο και η κοινή τους δράση αποτελεί μία περίπτωση στενής και αποδοτικής συνεργασίας.

Ο απ. Παύλος, με περίπου 15ετή ιεραποστολική εμπειρία κατά την αρχή της 2ης περιοδείας του, εξετίμησε την ποιότητα του απ. Σίλα, ο οποίος, πρέπει να σημειώσουμε ότι έχαιρε της εμπιστοσύνης και των αποστόλων της Ιερουσαλήμ, και τον έκανε συνεργάτη του.

Το ιεραποστολικό έργο, με τις συνθήκες μάλιστα που γινόταν εκείνη την εποχή, απαιτούσε πολλά στοιχεία όπως αντοχή στις μετακινήσεις, δυνατότητα να αντιμετωπίζει ο ιεραπόστολος γρήγορα και με επιτυχία τα προκύπτοντα προβλήματα, υπομονή και επιμονή, εμπιστοσύνη στους συνεργάτες-συνοδοιπόρους, όπως και μία σχετική οικονομική ανεξαρτησία, καθώς οι περιπλανήσεις τους άφηναν μικρά περιθώρια να εργαστούν.

Η στενότητα της σχέσεως διακρίνεται και στη δράση τους στους Φιλίππους καθώς παντού λειτουργούσαν ως μία ομάδα, με ενότητα, με κοινούς και σαφείς στόχους, με κοινή μέθοδο, με πίστη στον Θεό, αλλά και μεθοδικότητα, υπομονή, προσήλωση στην αποστολή τους. Με τη χάρη του Θεού, ο οποίος είναι ο Κύριος της ιστορίας, το πρόβλημα –π.χ. η φυλάκιση, ο διωγμός- γίνεται η αφορμή για να κηρυχθεί σε περισσότερους ανθρώπους ο λόγος του Θεού και περισσότεροι να οδηγηθούν στη σωτηρία.

Το ταξίδι των χρωμάτων: από την Κω στην Κομοτηνή

Ετικέτες

, , ,

Στις 20-22 Μαϊου 2016, ο Δικηγορικός Σύλλογος Ροδόπης μαζί με τον Σύλλογο Δικαστικών Υπαλλήλων Ροδόπης, οργάνωσε έκθεση ζωγραφικής, στην οποία συμμετείχαν δικηγόροι και δικαστικοί υπάλληλοι. Στην έκθεση συμμετείχε και μία παλιά μας γνώριμη και φίλη, ζωγράφος και δικαστική υπάλληλος, η Γεωργία Τσιάπα, η οποία κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην Κω, είχε πραγματοποιήσει ατομική έκθεση ζωγραφικής στη Χάβρα και είχαμε ασχοληθεί με το έργο της σε παλαιότερη ανάρτησή μας.

Γεννημένη στην Αθήνα, με καταγωγή από τη Νέα Αγχίαλο Μαγνησίας, σπούδασε ελεύθερο σχέδιο και ζωγραφική, στην Αθήνα, αγιογραφία και επισκευή-συντήρηση ιστορικών και παραδοσιακών κτιρίων στο Βόλο και Ιστορία – Εθνολογία στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Είναι μητέρα δύο παιδιών και σήμερα ζει και εργάζεται στην Κομοτηνή.

Για τα έργα τής πρόσφατης έκθεσης στην Κομοτηνή η Βασιλική Κράββα Λέκτορας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του ΔΠΘ, έγραψε: «Οι αρχαιολογικές διαδρομές μου συνοδεύτηκαν από πολλά ταξίδια στον χώρο της τέχνης ενώ οι ανθρωπολογικές μου σπουδές στη συνέχεια ξεκλείδωσαν μιαν άλλη ανάγνωση της τέχνης: μια ανάγνωση που θέλει την τέχνη κώδικα και τα τέχνεργα «τόπους» επικοινωνίας και διαντίδρασης. Η ανάγνωση των εν προκειμένω έργων αποτελεί μια αποτύπωση εντυπώσεων και συναισθημάτων και μια προσπάθεια να αποτυπωθεί στο χαρτί το πολύβουο των τοπίων και των κτισμάτων που βιώνει αυτός που έρχεται σε επαφή και καλείται να διαπραγματευτεί τα έργα της Γ. Τσιάπα. Η θέαση ευχάριστη και ομαλή, κυριαρχείται από μια χρωματική συνέπεια, μια αφοπλιστική αμεσότητα και μια σιγουριά της πλαστικότητας και των επιλεγόμενων μοτίβων. Μα πιο αφοπλιστική και καθηλωτική είναι αυτή η συνεχής ταλάντευση ανάμεσα σε ένα εξωραϊσμένο παρελθόν (όπου συνυπάρχουν αρμονικά ο εφιάλτης και η ομορφιά) και σε ένα επιθυμητό μέλλον (που πάλι είναι εύθραυστα όμορφο μια και ο κίνδυνος του εφιάλτη και της μοναξιάς πάντα καραδοκεί). Τα έργα της Τσιάπα αντλούν κάτι από τα αλλεπάλληλα ψυχογραφήματα ανθρώπων και ιστοριών ζωής μέσα από την εργασία της (ως δικαστική υπάλληλος είναι σε καθημερινή επαφή με τους ανθρώπους, τα πάθη και τα «λάθη» τους). Η επαφή με τα έργα της μεταφέρει την εσωτερική τους δόνηση στον θεατή/επισκέπτη και τον καλεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο συλλογικό και ατομικό, ανάμεσα στο ατακτοποίητο παρελθόν, το φόβο της μοναξιάς αλλά και το όνειρο, την επιθυμία δηλαδή να αποτραπεί ο κίνδυνος της ακινησίας. Με λίγα λόγια τα έργα της Τσιάπα, είναι δυνατά γιατί καταφέρνουν να κινητοποιήσουν, να εγείρουν συναισθήματα, να προβληματίσουν. Άλλωστε αυτό δεν είναι το ζητούμενο; Μια τέχνη προσωπική μέσα από την οποία καλούμαστε να χαρτογραφήσουμε τους δικούς μας παρελθοντικούς και παροντικούς κόσμους και να οραματιστούμε τους μελλοντικούς» (Βασιλική Κράββα, Πτυχίο Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ, MA, PhD Κοινωνική Ανθρωπολογία, Γκόλντσμιθς, Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, Λέκτορας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας, ΔΠΘ).

Ο αείμνηστος ζωγράφος Ισίδωρος Κουτρούλης έγραψε για τα έργα που εκτέθηκαν στην Κω «Σε εποχές δύσκολες για τη χώρα που γέννησε τις τέχνες, τη φιλοσοφία και το φως, που άπλετο έδωσε ο θεός των Ελλήνων, είναι παρήγορο να συνεχίζεται η δημιουργία έργων δίνοντάς μας τα αιώνια συναισθήματα ρομαντισμού, παρόντος, παρελθόντος και αγάπης που έκδηλα βλέπει ο επισκέπτης στα έργα της αξιότιμης Γεωργίας».

Με μεγάλη χαρά διαπιστώνουμε ότι η αγαπητή Γεωργία Τσιάπα συνεχίζει με όρεξη να πασχίζει για την τέχνη και να μας προσφέρει έργα που ομορφαίνουν τη ζωή μας, παρά τις αντιξοότητες των μετακινήσεων και της αμείλικτης καθημερινότητας. Στα έργα της αποτυπώνει τις παραστάσεις που τα μάτια και η ψυχή της έχουν αντλήσει από τα μέρη που έχει ζήσει. Η σχέση αλληλεπίδρασης με τον τόπο είναι κυρίαρχο στοιχείο στα έργα της και με χαρά διαπιστώνουμε ότι η Κως, για την οποία η μεγάλη αγάπη της Γεωργίας είναι δεδομένη, έχει κερδίσει το κομμάτι που της αναλογεί στον πολύχρωμο κόσμο της. Γ᾿ αυτό πολύ θα θέλαμε κάποια στιγμή στο μέλλον να δούμε και πάλι έκθεσή της στο νησί μας..!

Πάντα επιτυχίες!

13393034_1831503353737467_1193994143_n 13393245_1831503407070795_1522645471_n 13401027_1831503330404136_1984502702_n 13401346_1831503227070813_714768300_n 13401349_1831503287070807_968453501_n 13407357_1831503280404141_138253326_n 13436086_1831503257070810_881308194_n

Τὸ πρόβλημα τῶν ἐκκλησιαστικῶν δικαιοδοσιῶν ὑπὸ βιβλικὴ προοπτική: μερικὲς ἐπισημάνσεις

Ετικέτες

, , , , ,

Τό παρακάτω κείμενο δημοσιεύθηκε στό περιοδικό Θεολογία (τόμος 87ος, τεῦχος 1ο, Ἰανουάριος – Μάρτιος 2016, σελίδες 369-376).

Α. Εἰσαγωγικὲς παρατηρήσεις

Βαδίζοντας πρὸς τὴ σύγκληση τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, ἡ ὁποία ἔχει προσδιοριστεῖ γιὰ τὸ ἔτος 2016 ὁ παρατηρητὴς ἐντυπωσιάζεται ἀπὸ τὰ θέματα ποὺ ἀναμένεται νὰ συζητηθοῦν σὲ αὐτή[1].

Φρονοῦμε ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα καὶ πλέον ἀκανθώδη εἶναι τὸ πρόβλημα τῶν δικαιοδοσιῶν, τὸ ὁποῖο δημιουργεῖ πλῆθος συγκρούσεων στὶς διορθόδοξες σχέσεις κατὰ τὴ σύγχρονη ἐποχή. Τὸ πρόβλημα μετὰ τὴν ἔκρηξη τοῦ μεταναστευτικοῦ ρεύματος ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ πρὸς τὴ δύση ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνα καὶ ἑξῆς καὶ τὰ γεγονότα ποὺ συγκλόνισαν τὴν εὐρωπαϊκὴ ἥπειρο κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ 20ου αἰῶνα ἔχει πάρει ἐπικίνδυνες διαστάσεις γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Ἰδιαίτερα στὸν Νέο Κόσμο εἶναι σύνηθες τὸ φαινόμενο νὰ ὑπάρχουν σὲ μία πόλη περισσότεροι τοῦ ἑνὸς ἐπίσκοποι μὲ τὸν ἴδιο ἢ παραπλήσιους τίτλους καὶ νὰ ποιμαίνουν ὁ καθένας τοὺς ὁμοεθνεῖς του ποὺ κατοικοῦν στὴν πόλη αὐτὴ καὶ στὴν εὐρύτερη περιοχή της[2]. Ὡς ἀποτέλεσμα αὐτοῦ ὑφίσταται ἀφ᾿ ἑνὸς διασπαστικὴ πολυαρχία στὰ τῆς διοικήσεως καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου σύγχυση, ἡ ὁποία παρακωλύει τὸ ποιμαντικό, κατηχητικὸ καὶ ἐν γένει ἱεραποστολικὸ ἔργο[3]. Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ἐπιλυθεῖ, καθὼς παρακάμπτονται τὰ παλαιὰ δικαιώματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νὰ ἱδρύει καὶ νὰ διοικεῖ ὑπερόριες ἐκκλησίες στὶς περιοχὲς τῆς ὑφηλίου ποὺ δὲν ἀνήκουν στὴ δικαιοδοσία τῶν παλαιφάτων Πατριαρχείων. Στὴν προσπάθεια αὐτοῦ τοῦ παραγκωνισμοῦ τίθενται σὲ χρήση ποικίλα -καὶ συχνὰ ὄχι ἀκραιφνῶς πνευματικά- μέσα καὶ ἐργαλεῖα. Τὸ ἐμπερίστατο Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἀγωνίζεται μὲ τὶς περιορισμένες δυνατότητες ποὺ διαθέτει νὰ ἀντιμετωπίσει αὐτὸ τὸ πρόβλημα, ἐνῶ οἱ ἐπίσκοποι ποὺ ἀποστέλλει σὲ νεοπαγεῖς Μητροπόλεις (κυρίως στὴν Ἀσία, ἀλλὰ καὶ στὴν Ἀμερικὴ) προσπαθοῦν νὰ ἐργαστοῦν ποιμαντικὰ καὶ ἱεραποστολικὰ μὲ μηδαμινὰ ὑλικὰ μέσα.

Βοήθεια στὴν ἀντιμετώπιση καὶ εἰ δυνατὸν ἐπίλυση τοῦ προβλήματος τῆς ὑπερβάσεως τῶν κατὰ τόπους δικαιοδοσιῶν καὶ τῆς ἀναπόφευκτης ἀκολουθοῦσας διάσπασης μπορεῖ νὰ προσφέρει ἡ μελέτη τοῦ περιστατικοῦ ποὺ συνέβη στὴν Ἀντιόχεια ἀνάμεσα στοὺς ἀποστόλους Πέτρο καὶ Παῦλο κατά τὸν Μάρτιο τοῦ ἔτους 49 μ.Χ.[4].

Β. Τὸ περιστατικὸ

Λίγους μῆνες μετὰ τὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία συνεκλήθη στὴν Ἰερουσαλὴμ γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ πρόβλημα τῆς ἀναγκαιότητας ἢ ὄχι τῆς περιτομῆς καὶ τῆς πλήρους τηρήσεως τοῦ Νόμου γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς σωτηρίας, οἱ ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Παῦλος συναντήθηκαν στὴν Ἀντιόχεια[5].

Σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατοῦσα πρακτικὴ ὅλοι οἱ χριστιανοί, «ὁμοθυμαδόν», ὅπως κατ᾿ ἐπανάληψιν τονίζει τὸ βιβλίο Πράξεις Ἀποστόλων, ἔτρωγαν σὲ κοινὸ τραπέζι ἀνεξαρτήτως θρησκευτικῆς προελεύσεως πρὸ τῆς εἰσόδου τους στὸ Χριστιανισμό[6].

Μὲ παρέμβαση Ἰουδαίων ποὺ τηροῦσαν μὲ ἀκρίβεια τὸν Νόμο καὶ ἔφτασαν στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας ἀπὸ τὴν Ἰερουσαλήμ («τινὲς ἀπὸ Ἰακώβου» Γαλ. 2:12[7]), ὁ ἀπ. Πέτρος συγκατατέθηκε σὲ διαχωρισμὸ τῶν πιστῶν ἀνάλογα μὲ τὴν θρησκευτικὴ προέλευσή τους. Μόλις ὁ ἀπ. Παῦλος πληροφορήθηκε αὐτὴ τὴν ἐξέλιξη ἀντέδρασε, ἐνώπιον τῆς συνάξεως τῶν πιστῶν, μὲ ρητὸ καὶ ἀπόλυτο τρόπο μεμφόμενος τὸν ἀπ. Πέτρο γιὰ ὑποκρισία καὶ παρέκκλιση ἀπὸ τὴν «ἀλήθειαν τοῦ εὐαγγελίου».

Ἡ περιγραφὴ τοῦ περιστατικοῦ ἀπὸ τὸν ἀπ. Παῦλο δὲν διευκρινίζει τὴν ἔκβασή του, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ γενικότερη στάση αὐτοῦ πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας, τὴν πρακτικὴ ἡ ὁποία σὲ ὅλη τὴν ἱστορία ἀκολουθήθηκε καὶ ἀπὸ την ἀπουσία τῆς παραμικρῆς ἀναφορᾶς σὲ διάσπαση μετὰ τὸ περιστατικό, ὁδηγούμαστε στὸ ἀσφαλὲς συμπέρασμα ὅτι τὸ πρόβλημα ἐπιλύθηκε χωρὶς νὰ ἀφήσει κατάλοιπα γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀντιθέτως, φαίνεται νὰ λειτούργησε ἐνισχυτικὰ πρὸς τὴ διατήρηση τῆς ἑνότητας καὶ ὡς πρότυπο γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση ἀναλόγων προβλημάτων στὸ μέλλον.ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

Γ. Ἀντιστοίχιση μὲ τὸ σημερινὸ πρόβλημα

Ζῶντας οἱ χριστιανοὶ τοῦ 1ου μ.Χ. αἰῶνα σὲ μία ἰδιαίτερα περιπεπλεγμένη ἐθνολογικὰ κοινωνία δὲν εἶχαν ἀπέναντι στὰ θέματα τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας τὴν εὐαισθησία ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος τῆς σύγχρονης ἐποχῆς. Ἀκόμη καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Ἰσραήλ, ὁ ὁποῖος ἐκαυχάτο γιὰ τὴν καθαρότητά του, ἡ ἰδιαίτερη ἐθνική του ταυτότητα ἦταν ἀπόρροια τῆς θρησκευτικῆς του ἰδιοπροσωπίας. Ἡ διάκριση ποὺ κυριαρχοῦσε ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἦταν «ἐθνικοὶ» καὶ «Ἰουδαῖοι» καὶ ἔθετε ἐκ ποδῶν κάθε ἄλλο χαρακτηριστικό[8]. Ἀντίστοιχη διάκριση «ἐθνικῶν» καὶ «χριστιανῶν» κυριάρχησε σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἀνατολικὴ Μεσόγειο κατὰ τὴν περίοδο τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας μέχρι τὴν πρώτη ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ 1204. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ χρονικὸ σημεῖο καὶ ἔπειτα, καθὼς ἀτόνισε ἡ συνοχὴ ποὺ προσέφερε ἡ αὐτοκρατορικὴ ἐξουσία καὶ ἡ αὐτοκρατορία ὁδηγήθηκε σὲ σταδιακὴ διάσπαση καὶ διάλυση, ἄρχισαν νὰ ξεπηδοῦν τὰ στοιχεῖα ποὺ τόνιζαν τὴν ἐθνικὴ ταυτότητα κάθε λαοῦ. Ἡ τάση αὐτὴ κλιμακώθηκε μετὰ τὸ 1453, καθὼς ἡ ὀθωμανικὴ καταπίεση ἔφερε στὴν ἐπιφάνεια τὰ ἰδιαίτερα στοιχεῖα κάθε ἐθνότητας στὰ Βαλκάνια καὶ στὶς ἄλλες περιοχὲς ποὺ βρίσκονταν ὑπὸ τὴν ὀθωμανικὴ ἐξουσία.

Ἂν καὶ ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἀντιόχειας κατὰ τὴν ἀποστολικὴ ἐποχὴ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ κατοίκους ἑλληνικῆς, συριακῆς, ἰουδαϊκῆς, ρωμαϊκῆς, ἀραβικῆς κ.λπ. καταγωγῆς, καθὼς ὁ πολιτισμὸς ποὺ ἐπικρατοῦσε ἦταν ἀμιγῶς ἑλληνικός, ἡ μόνη διάκριση ποὺ εἶχε νόημα ἀνάμεσά τους ἦταν ἡ θρησκεία ποὺ ἀκολουθοῦσαν[9]. Ἂν μάλιστα, λάβουμε ὑπ᾿ ὄψιν μας ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦσαν τὸ μωσαϊκὸ Νόμο, ἡ πλειοψηφία ἐπέλεγε τὴ ἢ τὶς θρησκεῖες / λατρεῖες ποὺ θὰ ἀκολουθοῦσε ἀντιλαμβανόμαστε τὴ σπουδαιότητα αὐτῆς τῆς διάκρισης γιὰ ἐκείνη τὴν περίοδο –γενικότερα- καὶ γιὰ τὴ συνοχὴ τῆς Ἐκκλησίας –εἰδικότερα.

Κατὰ τὴ σύγχρονη ἐποχὴ ἔχει ὑποχωρήσει ἡ διάκριση βάσει τῆς ἐπιλογῆς θρησκεύματος παραχωρώντας τὴ θέση της στὴ διάκριση βάσει ἐθνικῶν χαρακτηριστικῶν, ἡ ὁποία πλέον διαμορφώνει τὴν ἰδιαίτερη ταυτότητα κάθε λαοῦ[10]. Αὐτὸ ὀφείλεται σὲ μία σειρὰ ἀπὸ αἰτίες, οἱ ὁποῖες σχετίζονται μὲ τὴν ἱστορικὴ πορεία, τὴν πνευματικὴ παραγωγή, τὶς πολιτιστικὲς ἀξίες, τὰ οἰκονομικὰ δεδομένα καὶ τὴ γεωπολιτικὴ λειτουργία τῶν διαφόρων ἐθνικῶν ὁμάδων. Ὡς ἀποτέλεσμα αὐτοῦ ἀναπτύχθηκε τὸ φαινόμενο τῆς παράλληλης παρουσίας πολλῶν ἐπισκόπων σὲ μία πόλη μὲ ἀποτέλεσμα τὸν παραγκωνισμὸ τοῦ ρόλου καὶ τῆς θέσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἂν καὶ αὐτὸ σαφῶς ἀναγνωρίζεται ὡς πρῶτο τῇ τάξει καὶ ἀναμφιβόλως τιμᾶται ὡς ἡ Πρωτόθρονη Ἐκκλησία.

Δ. Προσπάθεια ὑπερβάσεως τοῦ προβλήματος

Μὲ τὴ λέξη «ὁμοθυμαδόν» δηλώνεται ἡ ἑνότητα ποὺ ἀποτελοῦσε ἕνα ἀπὸ τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ τῆς ἀποστολικῆς ἐκκλησίας. Τὸ ἐπίρρημα αὐτὸ ἐκφράζει τὴ συνειδητὴ ἐπιθυμία ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας νὰ βρίσκονται, μαζί, στὸν ἴδιο τόπο, τὴν ἴδια ὥρα καὶ μὲ τοὺς ἴδιους ποιμένες γιὰ νὰ ἀναπέμψουν λατρεία πρὸς τὸν Θεό, νὰ διδάξουν καὶ νὰ διδαχθοῦν, νὰ συμμετάσχουν στὶς τελούμενες μυστηριακὲς πράξεις καὶ νὰ παρακαθήσουν στὸ κοινὸ γεῦμα (Πρ. 1;14, 2:46, 4:24, 5:12, 8:6, 15:25).

Ἡ ἑνότητα αὐτή, ἂν καὶ ὅπως τονίσαμε ὑπῆρχε καὶ ἀποτελοῦσε δομικὸ στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς ταυτότητας τῶν πιστῶν δὲν ἔπαυε νὰ εἶναι εὔθραυστη, ὄχι τόσο λόγῳ ἐθνικῶν / φυλετικῶν διαφοροποιήσεων -ὅπως θὰ συνέβαινε σήμερα- ἀλλὰ λόγῳ τῆς διακρίσεως ἐθνικῶν – Ἰουδαίων ποὺ ἦταν καθοριστικὴ γιὰ τὴν ἔνταξη κάποιου σὲ μία ὁμάδα.

Ἡ διάκριση αὐτή, ἀναμφίβολα, εἰσχώρησε σὲ ἕναν βαθμὸ καὶ στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι ὡς διδασκαλία της, ἀλλὰ ὡς χαρακτηριστικὸ τῆς ταυτότητας κάποιων μελῶν της. Ἀναπόφευκτα, κάποια ἀπὸ αὐτὰ προερχόμενα ἀπὸ τὶς τάξεις τοῦ ἰουδαϊσμοῦ, θεωροῦσαν τὴ θρησκευτικὴ τους κληρονομιὰ ἰδιαιτέρως σημαντικὸ στοιχεῖο τῆς ταυτότητάς τους καὶ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τὴν παραμέρισαν ἢ τὴν καταπίεσαν μὲ τὴν ἔνταξή τους στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μόλις δόθηκε ἡ κατάλληλη ἀφορμή, ἐπανῆλθε στὴν ἐπιφάνεια. Ἡ ἀφορμὴ αὐτὴ δόθηκε στὴν Ἀντιόχεια πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο (προσπάθεια ἐπιβολῆς τῆς περιτομῆς ἀπὸ τοὺς τηρητὲς τοῦ Νόμου ὡς προϋπόθεση γιὰ τὴ σωτηρία, Πρ. 15:1-3) καὶ ὁδήγησε σὲ αὐτή, ἀλλὰ καὶ μετὰ ἀπὸ τὴ Σύνοδο, καὶ πάλι στὴν Ἀντιόχεια (προσπάθεια καθιερώσεως χωριστῶν γευμάτων, Γαλ. 2:11-14), καὶ προκάλεσε τὴν ἀντιπαράθεση τοῦ ἀπ. Παύλου καὶ τοῦ ἀπ. Πέτρου.DSC0041

Ἡ ἀπαγόρευση κοινῶν γευμάτων Ἰουδαίων μὲ ἐθνικοὺς ἀπὸ τὸν Νόμο εἶχε βαθιὲς ρίζες καὶ ἰσχυρὲς βάσεις ἀπαιτώντας γιὰ λόγους καθαρότητας καὶ διατήρησης τοῦ Ἰσραὴλ πλήρη διαχωρισμό.[11]

Τὸ κήρυγμα τοῦ Κυρίου μετέφερε τὸ κέντρο βάρους ἀπὸ τὴν προσπάθεια διατηρήσεως τῆς ἐθνικῆς καθαρότητας στὴν προσπάθεια καλλιέργειας τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον καὶ τῆς μετάνοιας, ἔτσι ὥστε νὰ καταργηθοῦν οἱ ἄλλες διακρίσεις.

Ἡ δυσφορία, «γογγυσμός», ἀνάμεσα στοὺς ἐξ ἐθνῶν καὶ ἐξ Ἰουδαίων χριστιανοὺς ποὺ διακρίνεται στὰ περιστατικὰ ποὺ προηγοῦνται τῆς ἐκλογῆς τῶν ἑπτὰ διακόνων (Πρ. 6:1 κ.ἑ.) ἀποτελοῦσε τὸ μέγιστο τῶν προβλημάτων τῆς νεόφυτης Ἐκκλησίας. Ὁ ἰουδαϊσμὸς γνώριζε καὶ ἀποδεχόταν ἀνάλογες διακρίσεις, καθὼς σὲ μία πόλη ἦταν δυνατὸ νὰ ὑπάρχουν περισσότερες ἀπὸ μία συναγωγὲς καὶ τὰ μέλη τῆς μιᾶς νὰ μὴν πηγαίνουν στὴν ἄλλη.[12] Τὸ ἐλάχιστο ποὺ ἀπαιτοῦσαν οἱ ἰουδαϊκὲς ἀρχὲς καὶ ἡ ἰουδαϊκὴ παράδοση ἦταν ἡ τήρηση τοῦ Νόμου καὶ ὁ σεβασμὸς στὸν Ναὸ καὶ στὴν ἐκεῖ τελούμενη λατρεία. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ὅσο θεωροῦσαν ὅτι ἡ χριστιανικὴ κοινότητα τηροῦσε αὐτὲς τὶς ἀρχές, ὑπήρχε ἀνοχὴ πρὸς αὐτήν. Οἱ παρεμβάσεις τοῦ ἰουδαϊσμοῦ καὶ τὰ προβλήματα ποὺ δημιουργοῦσε στὸν ἀπ. Παῦλο καὶ στὸ ἔργο του εἶχαν ὡς ἀφετηρία τὸν φόβο, τὴν ὑποψία, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶχε ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Νόμο καὶ τὰ μέλη της θεωροῦνταν χαμένα γιὰ τὸν ἰουδαϊσμό.

Στὴν προσπάθεια συγκρατήσεως τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, καὶ κατ᾿ ἐπέκτασιν τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας, στὸν πνευματικὸ χῶρο τοῦ ἰουδαϊσμοῦ πρέπει νὰ ἐνταχθεῖ καὶ ἡ πρακτικὴ ποὺ ξεκίνησε ἀπὸ τὶς ἰουδαϊκὲς ἀρχὲς τῆς Ἰερουσαλὴμ καὶ περιγράφεται στὸ Γαλ. 2:11. Στὶς διασπαστικὲς αὐτὲς φωνὲς ἀνταποκρίθηκαν κάποια μέλη τῆς ἀντιοχειανῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀκολούθησε ὁ ἀπ. Πέτρος, ὁ ὁποῖος παρασύρθηκε ἀπὸ τὴν θέληση αὐτῶν ποὺ ἀναβίωναν ἕνα ἰδιότυπο κράμα ἰουδαϊσμοῦ-χριστιανισμοῦ. Ἡ προσπάθεια αὐτὴ βρῆκε ἀμέσως κάποιους θιασῶτες, ἀλλὰ καὶ ἕναν ἰσχυρὸ ἀντίπαλο στὸ πρόσωπο τοῦ ἀπ. Παύλου, ὁ ὁποῖος δίχως καθυστέρηση καὶ δισταγμὸ τὴν κατηγόρησε ὅτι ὁδηγεῖ σὲ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν «ἀλήθειαν τοῦ εὐαγγελίου» (Γαλ. 2:14).

Σήμερα, καθὼς δὲν μποροῦμε νὰ ἀναβιώσουμε τὶς συνθῆκες καὶ τὰ δεδομένα ποὺ παρακίνησαν τοὺς δύο ἀποστόλους, ἡ ἀντίδραση τοῦ ἀπ. Παύλου ἴσως μᾶς φαίνεται ὑπερβολική. Στὴν πραγματικότητα ὅμως, μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς, ἡ υἱοθέτηση χωριστῶν γευμάτων ἐπρόκειτο γιὰ σαφὴ διάσπαση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας καὶ κάλεσμα σὲ ἕναν αἱρετικὸ χριστιανισμό.peter-paul1

Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἡ ἀντίδραση τοῦ ἀπ. Παύλου εἶναι ἄμεση, ἔντονη, ἐνώπιον τῆς κοινότητας καὶ ἀπόλυτη. Καθιστᾶ σαφὲς πρὸς τὸν ἀπ. Πέτρο ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ συνεχίσει αὐτὴ τὴ συμπεριφορὰ δίχως νὰ διασπάσει τὴν Ἐκκλησία.

Ἡ ἀμεσότητα καὶ ἡ σαφήνεια τῆς ἀντιδράσεως τοῦ ἀπ. Παύλου βοήθησε τὸν ἀπ. Πέτρο νὰ κατανοήσει τὸ σφάλμα του καί, ἂν καὶ αὐτὸ διαπιστώνεται μόνο ἐμμέσως στὶς ὑπάρχουσες πηγές[13], νὰ ἀλλάξει στάση καὶ μὲ τὴν ταπείνωσή του νὰ θεραπεύσει τὸ πρόβλημα καὶ νὰ ἀποσοβήσει τὴν διαγραφόμενη διάσπαση.

Μὲ τὶς ἐπιλογὲς τῶν δύο ἀποστόλων ἀποφεύχθηκε ἡ δημιουργία μίας δεύτερης, παράλληλης χριστιανικῆς κοινότητας στὴν ἴδια πόλη –κάτι ποὺ δυστυχῶς εἶναι γεγονὸς σήμερα σὲ πολλὲς περιπτώσεις. Οὐδέποτε στὸν ὀρθόδοξο κόσμο ἐπεκράτησε τέτοια πρακτική. Σὲ καμία περίπτωση δὲν καθιερώθηκε ἡ ἀντιχριστιανικὴ καὶ ἀτελέσφορη πρακτικὴ τοῦ διαχωρισμοῦ γιὰ θρησκευτικοὺς ἢ ἐθνικοὺς λόγους. Μάλιστα, καθὼς στὸν ἰουδαϊσμὸ ἦταν ἀρκετὴ ἡ ὕπαρξη μίας ἐλάχιστης συναίνεσης γιὰ τὴν ἀποδοχὴ ποικίλων διαφοροποιήσεων, ἡ ἁπλὴ τήρηση τοῦ Νόμου καὶ ὁ σεβασμὸς στὴ λατρεία ποὺ προσφερόταν στὸν Ναὸ θὰ ἦταν ἱκανὲς συνθῆκες γιὰ νὰ προστατεύσουν τὴ νεόφυτη Ἐκκλησία ἀπὸ πλῆθος προβλημάτων καὶ νὰ τὴν προφυλάξουν ἀπὸ ἐπώδυνες ἐπιθέσεις.

Ε. Συμπεράσματα

Ἂν καὶ στὴν περίπτωση τῆς Ἀντιόχειας ὑπῆρχαν σημαντικοὶ ἱστορικοί, πολιτιστικοὶ καὶ ἐθνικοὶ λόγοι γιὰ νὰ διαχωριστοῦν οἱ ἐξ ἐθνῶν ἀπὸ τοὺς ἐξ Ἰουδαίων πιστοὺς κάτι τέτοιο δὲν συνέβη μετὰ ἀπὸ τὴ δυναμικὴ παρέμβαση τοῦ ἀπ. Παύλου, ὁ ὁποῖος ἀντιμετώπισε τὴν ἐπιχειρούμενη διάσπαση ὡς καθοριστικὰ ἐσφαλμένη ἐπιλογὴ γιὰ τὴν περαιτέρω πορεία τῆς Ἐκκλησίας.

Ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴ φρασεολογία ποὺ χρησιμοποίησε, δὲν τὴν θεώρησε ὡς μία ἥσσονος σημασίας ἐπιλογή, ἀλλὰ δίχως δισταγμὸ τὴν συνέδεσε μὲ τὴν ἔννοια τῆς «ἀληθείας», δηλαδὴ μὲ τὴν ἀκρίβεια τῆς πίστεως καὶ κατ᾿ ἐπέκτασιν μὲ τὴ σωτηρία.

Ἡ διάσπαση τοπικῶν Ἐκκλησιῶν γιὰ θρησκευτικοὺς ἢ ἐθνικοὺς λόγους δημιουργεῖ μία ἄνευ προηγουμένου κατάσταση, ἡ ὁποία καταδικάζεται ἀπὸ τὸν ἀπ. Παῦλο ὡς ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ τελικὰ δὲν τὴν υἱοθετεῖ οὔτε ὁ ἀπ. Πέτρος.

Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ ἐμπνεόμενη ἀπὸ τὴ διαφωνία τους στὴν Ἀντιόχεια κοινὴ εἰκόνα τῶν δύο κορυφαίων ἀποστόλων τοὺς παρουσιάζει νὰ ἀνταλλάσσουν ἐν ὁμονοίᾳ ἀσπασμὸ ἀγάπης καὶ ἑνότητας, τὴν ὁποία ὁ πρόσκαιρος διαχωρισμὸς γιὰ λόγους τήρησης τοῦ μωσαϊκοῦ Νόμου δὲν κατόρθωσε νὰ διασπάσει.

Τὸ περιστατικὸ ποὺ περιγράφεται ἀπὸ τὸν ἀπ. Παῦλο στὸ Γαλ. 2:11-14 μᾶς προσφέρει στερεὴ βάση γιὰ νὰ κατανοήσουμε πόσο ἐπικίνδυνο εἶναι νὰ προκρίνουμε δευτερεύοντα χαρακτηριστικὰ σὲ σχέση μὲ τὴν «ἀλήθειαν τοῦ εὐαγγελίου» καὶ σὲ πόσο ἐπισφαλεῖς ἀτραποὺς μπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσει αὐτό.

[1] Βλ. τὸ κείμενο τῆς Συνάξεως τῶν Ὀρθοδόξων Προκαθημένων στό Σαμπεζύ (21-28 Ἰανουαρίου 2016).

[2] Θὰ σημειώσουμε ἐδῶ ἕνα ἁπλὸ καὶ σαφὲς παράδειγμα γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὴ σημασία τοῦ προβλήματος: στὴ Σύναξη τῶν Προκαθημένων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τὸν Πατριάρχη Ἀντιοχείας, μεταξὺ ἄλλων, συνόδευε καὶ ὁ Μητροπολίτης Μπουένος Ἄϊρες κ. Σιλουανός. Ταυτόχρονα, στὴν ἱεραρχία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὑπάρχει ὁ Μητροπολίτης Μπουένος Ἄϊρες κ. Ταράσιος.

[3] Δὲν εἶναι σπάνιο φαινόμενο σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις οἱ συγκρούσεις, οἱ προστριβές, ἡ ἄγρα πιστῶν, οἱ μετακινήσεις ἱερέων ἀπὸ τὴ μία δικαιοδοσία στὴν ἄλλη, ἡ ὑπέρβαση τῶν κανονικῶν ὁρίων κ.λπ.

[4] Ἀναλυτικὴ συζήτηση τοῦ προβλήματος τοῦ χρονικοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ περιστατικοῦ καὶ τῆς συνδέσεώς του μὲ τὸ βιβλίο Πράξεις Ἀποστόλων βλ. στὴ διδακτορική μου διατριβὴ (ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΓΕΡ. ΜΟΥΣΤΑΚΗΣ, Πέτρος καὶ Παῦλος στὴν Ἀντιόχεια. Ἱστορικὴ καὶ ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση, Ἀθήνα 2011, σσ. 248-281) καὶ σὲ ἀνάρτηση στὸ παρόν ἱστολόγιο στίς 7 Μαρτίου 2014 μέ τίτλο «Λίγες σκέψεις μὲ ἀφορμὴ τὴ Σύναξη τῶν Προκαθημένων στὴν Κωνσταντινούπολη«.

[5] Μεταξὺ πολλῶν ἄλλων σημαντικὸ γιὰ τὴ μελέτη τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου παραμένει τὸ ἔργο τοῦ Βασιλείου Π. Στογιάννου μὲ τίτλο «Ἡ Ἀποστολικὴ Σύνοδος», ΕΕΘΣΠΘ 18 (1973), σσ. 29-218.

[6] Ἡ πρακτικὴ αὐτὴ ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὰ διαδραματισθέντα πρὸ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἑπτὰ διακόνων, καθὼς οἱ ἐξ ἐθνῶν πιστοὶ διαμαρτυρήθηκαν ὅτι κατὰ τὴν καθημερινὴ διακονία «παρεθεωροῦντο» οἱ χῆρες τους (Πρ. 6:1). Ἐὰν ἔτρωγαν σὲ ξεχωριστὰ τραπέζια, τὰ ὁποῖα θὰ διακονοῦσαν ἐξ ἐθνῶν πιστοὶ δὲν θὰ ὑπῆρχε πρόβλημα οὔτε θὰ διαμαρτύρονταν «πρὸς τοὺς Ἑβραίους» (Πρ. 6:1).

[7] ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΓΕΡ. ΜΟΥΣΤΑΚΗΣ, ὅπ. π., σσ. 373-390. Προσδιορισμὸς τῆς ταυτότητάς τους ὄχι ὡς ἀπεσταλμένων τοῦ ἀπ. Ἰακώβου, ἀλλὰ ὡς προερχομένων ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Ἰερουσαλήμ.

[8] ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΓΕΡ. ΜΟΥΣΤΑΚΗΣ, ὅπ. π., σσ. 404-407. Ὁ JEROME MURPHY-O’CONNOR στὸ ἔργο του Paul. A Critical Life, Oxford: Oxford University Press 1997, σσ. 150-151) ἐκτιμᾶ ὅτι στὴν Ἀντιόχεια ἐτηρεῖτο ἕνας μέσος δρόμος: οἱ ἐξ ἐθνῶν ἀνέχονταν τὸ «κοσὲρ» φαγητὸ καὶ οἱ ἐξ Ἰουδαίων ἴσως φρόντιζαν νὰ ἔχουν τὸ δικό τους φαγητὸ κατὰ τὶς κοινωνικὲς ἐπαφὲς μὲ μὴ Ἰουδαίους πιστούς.

[9] Ἡ Ἀντιόχεια ἀπὸ τὴν ἵδρυσή της ἦταν χωρισμένη σὲ τέσσερεις διαφορετικὲς συνοικίες, ἀνάλογα μὲ τὴν ἐθνικὴ προέλευση τῶν κατοίκων (L.H. JONES, Strabo Geography. Books 1-17, 1917-1932, βιβλίο 16.2.4, C 750. Πρβλ. GLANVILLE DOWNEY, A History of Antioch in Syria from Seleucus to the Arab Conquest, Princeton: Princeton University Press, 31974, σ. 78, W.W. TARN, Hellenistic Civilisation, New York: World Publ., 1971, σ. 158), χωρὶς αὐτὸ νὰ ἐμποδίσει τὴν ὁμογενοποίησή τους ὑπὸ τὴν ὀμπρέλα τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ μὲ τὴ διαφοροποίηση τῶν Ἰουδαίων κατοίκων, οἱ ὁποῖοι παρὰ τὴν ἰσχυρότατη ἑλληνιστικὴ ἐπίδραση ποὺ εἶχαν δεχθεῖ δὲν συμμετεῖχαν στὴν ἐπίσημη λατρεία τῆς πόλεως.

[10] Ὡς μία ἀπὸ τὶς πλέον εὐκρινεῖς ἐξαιρέσεις σὲ αὐτὸν τὸν κανόνα πρέπει νὰ θεωρηθεῖ τὸ Ἰσραήλ, ὅπου θρησκεία καὶ ἐθνικὴ ταυτότητα συνδέονται ἄρρηκτα.

[11] Μάλιστα, αὐτὴ τὴ διάκριση σημειώνει καὶ ὁ ἀπ. Παῦλος κατὰ τὴ διαφωνία του μὲ τὸν ἀπ. Πέτρο ὅταν τονίζει «ἡμεῖς φύσει Ἰουδαῖοι καὶ οὐκ ἐξ ἐθνῶν ἁμαρτωλοί» (Γαλ. 2:15).

[12] Στὴν Ἀντιόχεια παραδείγματος χάριν ὑπῆρχαν περισσότερες ἀπὸ εἴκοσι συναγωγές, οἱ ὁποῖες ἔφεραν διαφορετικὰ ὀνόματα καὶ ἀπευθύνονταν -ὄχι πάντοτε- σὲ διαφορετικὲς ὁμάδες ἀνθρώπων (ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΓΕΡ. ΜΟΥΣΤΑΚΗΣ, ὅπ. π., σ. 121, ὅπου καὶ σχετικὴ συζήτηση).

[13] Στὴν ἐπιστολὴ Β’ Πέτρου 3:15 ἔχουμε μία ἄμεση καὶ σαφὴ μαρτυρία τῶν καλῶν σχέσεων ποὺ εἶχαν οἱ δύο ἀπόστολοι μετὰ τὸ περιστατικὸ τῆς Ἀντιόχειας. Σὲ αὐτὴ τὴν περικοπὴ ὁ ἀπ. Πέτρος ἀποκαλεῖ τὸν ἀπ. Παῦλο «ἀγαπητὸ ἀδελφό».

 

«. . . ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς», μὲ ἀναφορὰ στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο

Ετικέτες

, , , ,

Αὐτὲς οἱ τέσσερις λέξεις ποὺ παραδίδονται ἀπὸ τὸν εὐαγγ. Λουκᾶ στὸ πρῶτο κεφάλαιο τῶν Πράξεων εἶναι τὰ τελευταῖα λόγια ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὸν ὅμιλο τῶν μαθητῶν του πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀνάληψη καὶ ἀποτελοῦν τμῆμα τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος ποὺ διαβάζεται κατὰ τὴν ἑορτὴ αὐτή.

Ὁλόκληρη ἡ φράση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἑξῆς: «οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθεντο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, ἀλλὰ λήμψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ὑμᾶς καὶ ἐσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἰερουσαλὴμ καὶ πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς».

Διαβάζοντάς την ἐντοπίζουμε πολλὰ ἐνδιαφέροντα στοιχεῖα ποὺ σχετίζονται, μάλιστα, μὲ τὴν ἐπὶ θύραις Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ὁ Χριστὸς ὑπόσχεται στοὺς μαθητές Του ἐνίσχυση ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο θὰ κατέλθει στὸν κόσμο μας γιὰ νὰ φωτίσει καὶ νὰ στηρίξει τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα μὲ τὴν παρουσία τους στὸν κόσμο καὶ τὴ ζωή τους θὰ εἶχαν (καὶ ἔχουν ἀκόμη) νὰ ἀντιμετωπίσουν πολλὰ καὶ βασανιστικὰ προβλήματα.

ΑΝΑΛΗΨΗ ΚΡΗΤΗ 15οςΔυστυχῶς, πολλὲς φορὲς μοιάζουμε νὰ λησμονοῦμε αὐτὴ τὴν εὐεργετικὴ παρουσία καὶ δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴ ζωή μας καὶ ἠθελημένα ἢ ἀθέλητα τὸ παραμερίζουμε ἂν καὶ ἡ παρουσία του εἶναι ἰδιαιτέρως σημαντική. Μέσα ἀπὸ αὐτὸ τὸ πρίσμα πρέπει νὰ προσεγγίσουμε τὴν Σύνοδο εὐελπιστώντας ὅτι θὰ κυριαρχήσει ἡ διαλεκτικὴ τῆς Ἀγάπης μὲ ἐμπιστοσύνη στὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ ὑπερβαίνει τὰ προβλήματα καὶ νὰ θεραπεύει τὶς ἀνθρώπινες ἀτέλειες καὶ ἀδυναμίες.

Ἀντ᾿ αὐτοῦ, λίγες μέρες πρὶν ἀπὸ τὴν ἄριστη εὐκαιρία γιὰ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι συζήτηση, μὲ φίλους καὶ ἀδελφούς, ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχει προκαλέσει συγκίνηση σὲ ὅλους, κάποιοι «τραβοῦν τὸ σχοινὶ» πρὸς τὴν κατεύθυνση ποὺ νομίζουν ὅτι τοὺς συμφέρει ὥστε νὰ ἀποκομίσουν αὐτὸ ποὺ μικρονοϊκὰ ἐπιμένουν νὰ θεωροῦν ὀφελός τους.

Ἕνα ἄλλο πολὺ ἐνδιαφέρον σημεῖο τοῦ κειμένου εἶναι ἡ διαβεβαίωση τοῦ Κυρίου ὅτι μετὰ τὴ λήψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας θὰ γίνουν μάρτυρες τοῦ Κυρίου. Πράγματι, ὅταν ἀνοίγουμε τὸ στόμα μας ἢ ἐπιλέγουμε τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη στάση δίνουμε στοὺς γύρω μας μία μαρτυρία. Μία μαρτυρία ποὺ δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ἐξυπνάδα ἢ τὶς δυνατότητές μας, ἀλλὰ μὲ τὸ ὅτι εἴμαστε μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ μὲ αὐτὴ τὴν ἰδιότητα μαρτυροῦμε Χριστό. Μαρτυρία Χριστοῦ δὲν ἔδωσαν μόνο οἱ μάρτυρες καὶ οἱ Ἅγιοι, ἐν γένει, ἀλλὰ δίνουμε καὶ ἐμεῖς σὲ κάθε στιγμή, σὲ κάθε βῆμα τῆς ζωῆς μας.

Ἀντιλαμβανόμαστε ἄραγε πόσο θλιβερὴ γίνεται ἡ ὕπαρξή μας ὅταν ἡ μαρτυρία αὐτὴ ἀλλοιώνεται καὶ ἐπηρεάζεται ἀπὸ ἰδιοτελεῖς σοβαροφανεῖς ἐπιδιώξεις ὅπως φαίνεται νὰ πράττουν οἱ ἱεραρχίες κάποιων Ἐκκλησιῶν;

Ποιά θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἀρτιώτερη καὶ εὐγενέστερη μαρτυρία Χριστοῦ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν κοινὴ προσευχὴ στὴν Κρήτη τὴν Ἁγία ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τὴν τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας καὶ τὴν ἐν ἀγάπῃ καὶ ἀληθείᾳ συμμετοχὴ στὶς διαδικασίες τῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἔχει προετοιμαστεῖ ἐντατικά, προσεκτικὰ καὶ μεθοδικά;

Τί τὸ κακὸ θὰ μποροῦσε νὰ προέλθει ἀπὸ τὴ συζήτηση ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν;

Ἀκόμη καὶ τὰ προβλήματα δικαιοδοσιῶν, ποὺ ἀναμφίβολα εἶναι σημαντικά, δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ γίνουν πιὸ ἤπια, πιὸ ἀπαλά, λιγότερο ἐνοχλητικά, μὲ τὴ συζήτηση, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ἐξαλειφθοῦν πλήρως κάποτε;

Τὸ Οἰκουμενικό μας Πατριαρχεῖο, ὅπως ἀποδεδειγμένα ἔχει πράξει μὲ ἐπιτυχία καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν θὰ διακονοῦσε τὶς ἀδελφές Ἐκκλησίες καὶ σὲ αὐτὸ τὸ πεδίο.

Τὸ τρίτο σημεῖο ποὺ τραβᾶ τὴν προσοχή μας στὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Κυρίου, πρὶν τὴν Ἀνάληψή Του, εἶναι ἡ κατακλείδα.

Ἡ μαρτυρία θὰ ξεκινήσει ἀπὸ τὴν Ἰερουσαλήμ, ἀλλὰ δὲν θὰ περιοριστεῖ οὔτε σὲ αὐτὴ οὔτε στὴν Ἰουδαία οὔτε στὴ Σαμάρεια. Θὰ ξεπεράσει τὴ κάθε γνωστὸ ὅριο καὶ θὰ φθάσει «. . . ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς».

Ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Κυρίου πρέπει νὰ ἀκούστηκε κάπως, ἐπιτρέψτε μου, τρομακτικὸς στὰ αὐτιὰ τῶν μαθητῶν. Ἡ ἀντίληψη ποὺ ἐπικρατοῦσε ἀκόμη ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἦταν ὅτι πέρα ἀπὸ τὰ γνωστὰ ὅρια Μεσόγειος, Βόρεια Γερμανία-Βρετανία, Ἰνδία ὑπῆρχαν φοβερές συνθῆκες, τέρατα καὶ καταστάσεις ποὺ θὰ ἀπειλοῦσαν τὴ ζωή ὅσων προσπαθοῦσαν νὰ τὰ ὑπερβοῦν. Παρὰ ταῦτα, ὁ Χριστὸς μὲ τὴ φράση αὐτὴ θέτει τὶς βάσεις γι᾿ αὐτὸ ποὺ θὰ συμβεῖ στοὺς κατοπινοὺς αἰῶνες ὅταν ἡ χριστιανικὴ ἱεραποστολὴ θὰ ἄνοιγε δρόμους βαδίζοντας σὲ ἄγνωστους τόπους, σὲ «ἀχαρτογράφητες» χῶρες καὶ οἱ μαθητὲς ἀκολουθοῦν δυναμικὰ κάνοντας πράξη τὸ λόγο Του. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἀναφέρεται μόνο στὶς περιοχὲς ποὺ κατοικοῦνταν ἢ ποὺ νόμιζαν τότε ὅτι κατοικοῦνταν, ἀλλὰ ὡς ὅριο θέτει τὴν ἴδια τὴ γῆ, ὁλόκληρο τὸν πλανήτη μας.

Καὶ ἐδῶ πρέπει νὰ ἐντοπίσουμε τὴν κύρια συνεισφορὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὸν κόσμο μας: εἶναι αὐτὸ ποὺ προϊόντος τοῦ χρόνου καὶ δεδομένων τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν λοιπῶν συνθηκῶν ἀνέλαβε νὰ κάνει πράξη τὴν προτροπὴ τοῦ Κυρίου καὶ νὰ μεταφέρει τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας « . . . ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς».

ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΕἶναι δὲ ἐντυπωσιακὸ ὅτι αὐτὴ τὴν πρωτοκαθεδρία ἀποδέχθηκαν καὶ ἀποδέχονται δίχως καμία τάση ἀμφισβήτησης τὰ Πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων – μὰ καὶ ὅσες Ἔκκλησίες ἀνακηρύχθηκαν στὴ νεώτερη ἐποχή, τὰ ὁποῖα ἄσκησαν καὶ ἀσκοῦν τὴν πολύπευρη προσφορά τους σὲ συγκεκριμένα, ἀμοιβαῖα σεβαστὰ -παρὰ κάποιες πρόσκαιρες ἀντιπαραθέσεις- τοπικὰ ὅρια.

Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἀντιθέτως -ὅπως πανορθοδόξως εἶναι ἀποδεκτὸ- δὲν ἔχει οὔτε τοπικὰ οὔτε ἐθνικὰ ὅρια. Τὸ πεδίο δράσης του καὶ τὸ ὅριο τῆς εὐθύνης του εἶναι τὸ «ἔσχατον τῆς γῆς». Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ μὲ συνείδηση τῶν ὑποχρεώσεων του καὶ μὲ γενναιόφρονα ἀποδοχὴ τῆς εὐθύνης, ποὺ ἀπὸ αἰῶνες φέρει, ποιμαίνει τὴν Οἰκουμένη μὲ μαρτυρικὴ διαθεση καὶ φιλάδελφο πνεῦμα ἱδρύοντας συνεχῶς νέες Μητροπόλεις καὶ στελεχώνοντάς τες μὲ ἱκανοὺς ἱεράρχες καὶ κληρικούς, οἱ ὁποῖοι, παρὰ τὰ προβλήματα ποὺ ἀντιμετωπίζουν, κατηχοῦν, διδάσκουν, διαλέγονται, ἁγιάζουν καὶ ἐν τέλει σώζουν νέους καὶ παλαιοὺς πιστοὺς καὶ κάνουν πράξη τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου πρὸς τοὺς μαθητὲς καὶ πρὸς ὅλους μας.

Μέσα ἀπὸ τὴ μελέτη τῆς περικοπῆς τῶν Πράξεων καὶ τῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου γιὰ κήρυξη τοῦ εὐαγγελίου στὰ πέρατα τῆς γῆς σβήνουν μπροστὰ ἀπὸ τὰ μάτια μας καὶ ξεθωριάζουν σιγὰ σιγὰ οἱ μικρόψυχες καὶ ὑστερόβουλες, ἐκ τῶν ὑστέρων, αἰτιάσεις, ἐνστάσεις καὶ ἀντιδράσεις, ὅσων συγχέουν τὸ « . . . ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» μὲ τὰ στενὰ ὅρια τοῦ οἴκου, τῆς σκέψης καὶ τῆς καρδιᾶς τους.

Ἂς εὐχηθοῦμε, λοιπόν, ὁ σαρωτικὸς λόγος τοῦ Κυρίου, ποὺ διαλύει τὰ ὅρια καὶ σπάζει τὰ δεσμά, νὰ μᾶς πείσει νὰ θέσουμε τέλος στὴ λογικὴ τῶν διαιρέσεων καὶ ὁμαδοποιήσεων, νὰ ἐπικρατήσει ἡ πάγια πρακτικὴ καὶ ἡ ἀπὸ αἰῶνες ἐκπεφρασμένη ἐπιθυμία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νὰ φέρει τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ «. . . ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» καὶ ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος νὰ διακηρύξει τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀληθεία τῆς Ἐκκλησίας στὰ περάτα τῆς οἰκουμένης.

Ζώντας τή χαρά μέ τόν Χριστό καί τούς Ἁγίους μας

Ετικέτες

, , ,

Χριστός ἀνέστη!

Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ δημοσιεύθηκε στό περιοδικό «Πειραϊκή Ἐκκλησία» (τεῦχος Μαΐου 2016, σελ. 32-33) σέ ἀφιέρωμα μέ θέμα «Χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ’. Οἰ φωτογραφίες εἶναι από διάφορα πανηγύρια στήν Κῶ.

Σὲ ἀντίθεση μὲ ὅ,τι θεωροῦν κάποιοι ὡς ἔκφραση πνευματικότητας (π.χ. τὸ σκυθρωπὸ καὶ σοβαροφανὲς ὕφος) καὶ μὲ τὸν δυτικὸ τρόπο σκέψης καὶ πράξης (π.χ. ὅπως παρουσιάζεται στὸ μυθιστόρημα «Τὸ ὄνομα τοῦ ρόδου» τοῦ Οὐμπέρτο Ἔκο, στὸ ὁποῖο μία σειρὰ φόνων διαπράττεται σὲ ἕνα ρωμαιοκαθολικὸ μοναστῆρι γιὰ νὰ ἐμποδιστεῖ τὸ γέλιο καὶ οἱ ἐκδηλώσεις χαρᾶς), ἡ χαρὰ ἀποτελεῖ καίριο, βασικό, οὐσιῶδες, συστατικὸ τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως ἀποδέχεται σύσσωμη ἡ ὀρθόδοξη παράδοση καὶ ἡ πνευματικότητα τῶν ἁγίων.

Ἀναμφίβολα, ὅταν ἀναφερόμαστε στὴν ἔννοια τῆς χαρᾶς καὶ στὴ λειτουργία της στὴν Ὀρθοδοξία δὲν ἐννοοῦμε τὸν ἐμπαιγμὸ τῶν ἄλλων, τὴν ἀχαλίνωτη διασκέδαση, τὴν ἐκτὸς ὁρίων συμπεριφορά.

Ἀφετηρία καὶ αἰτία τῆς χαρᾶς καὶ τῶν ἐκδηλώσεων ποὺ πηγάζουν ἀπὸ αὐτὴ εἶναι ὁ λόγος τοῦ Κυρίου «τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ᾿ ὑμῶν» (Ἰω. 16:22), ὅπως ἔχει καταγραφεῖ στὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ τὸν παρουσιάζει ὁ Γιῶργος Πατρῶνος, Ἄρχων Διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου τῆς ΜτΧΕ καὶ Ὁμότιμος Καθηγητὴς τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν στὸ βιβλίο του «Ἡ χαρὰ στὴν Καινὴ Διαθήκη».

Ἀναμφίβολα, γιὰ νὰ ἔχει νόημα ἡ συζήτηση γιὰ τὴ χαρὰ καὶ τὴ σπουδαιότητά της στὴ ζωή μας πρέπει αὐτὴ νὰ περνᾶ στὴν καθημερινότητά μας καὶ νὰ τὴν ἀλλάζει, νὰ τὴν μεταμορφώνει σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ ἑορτασμὸς τῶν μεγάλων Δεσποτικῶν καὶ Θεομητορικῶν ἑορτῶν καὶ τῆς μνήμης τῶν Ἁγίων χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἔκφραση αὐτῆς τῆς χαρᾶς μέσῳ τοῦ πανηγυριοῦ ποὺ πραγματοποιεῖται μὲ ἀφετηρία καὶ κέντρο κάποιον ἱερὸ ναό.

Εἶναι πράγματι δύσκολο νὰ προσεγγίσουμε τὸ πνευματικό, κοινωνικὸ καὶ πολιτιστικὸ πλαίσιο τῶν πανηγυριῶν, ἰδιαίτερα μὲ τὸ μετασχηματισμὸ ποὺ ἔχει ὑποστεῖ στὸ σύγχρονο ἀστικὸ περιβάλλον, γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ θὰ περιοριστοῦμε σὲ ἀναφορὰ μίας σειρᾶς στοιχείων ὅπως αὐτὰ λειτουργοῦν στὸ περιβάλλον τῆς ὑπαίθρου καὶ πάλι, βέβαια, ὑπὸ τὴν ἔντονη ἐπίδραση τοῦ ἀστικοῦ χώρου.

Ἡ δομὴ τοῦ ἑορτασμοῦ ἑνὸς ναοῦ (ἐνοριακοῦ, ἱδρυματικοῦ, παρεκκλησίου ἢ ἐξωκκλησίου) εἶναι σὲ γενικὲς γραμμὲς ἁπλὴ: ἀφ᾿ ἑσπέρας, δηλαδὴ τὸ ἀπόγευμα τῆς παραμονῆς, ὁ Πανηγυρικὸς Ἑσπερινός, σχεδὸν πάντοτε μὲ τὴν εὐλογία ἄρτων (ἀκολουθία τῆς Ἀρτοκλασίας) καὶ τὴν ὑπὲρ ὑγείας μνημόνευση τῶν ὀνομάτων τῶν προσφερόντων. Τὴν κυριώνυμο ἡμέρα, δηλαδὴ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς μὲ Ὄρθρο καὶ Ἀρτοκλασία, τὴ Θεία Λειτουργία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καὶ τὸ κεντρικὸ σημεῖο τῆς ἑορτῆς, καὶ στὴ συνέχεια, συνήθως, τὴ λιτάνευση τῆς εἰκόνας τοῦ ναοῦ. Σὲ κάποιες περιπτώσεις, ἡ λιτάνευση πραγματοποιεῖται τὸ ἀπόγευμα καὶ ἀκολουθεῖ μεθέορτος Ἑσπερινὸς ἢ καὶ Παράκληση τοῦ Ἁγίου.

Γύρω ἀπὸ αὐτὲς τίς, ἐν πολλῇ χαρᾷ, τελούμενες λατρευτικὲς πράξεις οἰκοδομεῖται μία σειρὰ παράλληλων δράσεων ποὺ δίνουν ἕναν πανηγυρικό, ἑορταστικὸ καὶ χαρμόσυνο τόνο σὲ ὅλη τὴν ἐνορία, τὴ συνοικία, τὸ χωριὸ ἢ τὴν περιοχή.

Θὰ ἀναφερθῶ συνοπτικά, τηρώντας μία κατὰ τὸ δυνατό, χρονικὴ σειρὰ σὲ στοιχεῖα ποὺ δείχνουν τὴ χαρὰ στὰ πανηγύρια ἀπὸ τὴ μικρὴ γνώση ποὺ ἔχω γιὰ τὴν ἐθιμικὴ ζωὴ τῆς Κῶ καὶ τῆς Νισύρου, χωρὶς νὰ εἰσέλθω σὲ λεπτομέρειες.

Σε κάποιες περιπτώσεις, ἰδιαίτερα σὲ ἐξωκκλήσια, οἱ ἐκδηλώσεις χαρᾶς ξεκινοῦν μέρες πρὶν ἀπὸ τὴν ἑορτὴ ὅταν καταφθάνουν ἐξοπλισμένοι μὲ τὰ ἀναγκαῖα αὐτοὶ ποὺ θὰ προετοιμάσουν τὸ χῶρο γιὰ νὰ δεχθεῖ τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς προσκυνητές. Αὐτὲς οἱ ὁμάδες, καταλύουν στὸ χῶρο τοῦ ναοῦ ἢ σὲ παρακείμενο μικρὸ οἴκημα καὶ ὅλη τὴν ἡμέρα ἀσχολοῦνται μὲ τὶς ἀπαραίτητες ἐργασίες καὶ ὅταν βραδιάσει ἀφοῦ σὲ κάποιες περιπτώσεις ψάλλουν τὸν Ἑσπερινὸ ἢ τὴν Παράκληση τοῦ Ἁγίου, ὅλοι μαζὶ τρῶνε, θυμοῦνται παλιὲς ἱστορίες καὶ ἀπολαμβάνουν τὴν ἡσυχία καὶ τὴν ὀμορφιὰ τῆς φύσης.

Τὰ περισσότερα πανηγύρια ξεκινοῦν μετὰ τὸν Ἑσπερινό, ἰδιαίτερα στὶς περιπτώσεις ποὺ δὲν ὑπάρχει νηστεία καὶ μποροῦν ἐλεύθερα νὰ φᾶνε καὶ νὰ διασκεδάσουν. Αὐτὸ τὸ κοινὸ γεῦμα εἶναι στοιχεῖο τοῦ πανηγυριοῦ ποὺ ἔχει χαθεῖ ἐντελῶς στὸ ἀστικὸ περιβάλλον, ἂν καὶ σύμφωνα μὲ τοὺς ἐπιστήμονες ἔλκει τὴν καταγωγή του ἀπὸ τὶς πρωτοχριστιανικὲς «ἀγάπες» (σχετικὴ ἐπιστημονικὴ ἀνακοίνωση ἔχει κάνει ὁ Σεβ. Μητρ. Κώου καὶ Νισύρου κ. Ναθαναὴλ γιὰ τὰ γεύματα τῶν πανηγυριῶν τῆς Καρπάθου). Συνήθως, τὸ φαγητὸ εἶναι συγκεκριμένο καὶ ἔχει καθιερωθεῖ μεταφέροντας τὴν ἐμπειρία πολλῶν ἐτῶν μὲ κριτήριο ὄχι τόσο τὸ νὰ φᾶνε οἱ συνδαιτυμόνες, ἀλλὰ νὰ βρεθοῦν ὅλοι μαζὶ καὶ νὰ συνεχίσουν μὲ ὁμαδικὴ διασκέδαση τὴν ἑορτή. Γι᾿ αὐτὸ εἶναι φαγητὸ ποὺ μπορεῖ εὔκολα νὰ παραχθεῖ σὲ μεγάλες ποσότητες, μὲ μικρὸ κόστος καὶ χορταστικό. Σχεδὸν πάντοτε, σὲ αὐτὰ τὰ γεύματα ὑπάρχει μουσικὴ καὶ τραγούδι, καὶ τὸ χορὸ παραδοσιακὰ ἀνοίγει ὁ ἱερέας τοῦ χωριοῦ ἢ ἀκόμη καὶ ὁ ἐπίσκοπος τοῦ τόπου.

Αὐτοὶ ποὺ διακονοῦν σὲ αὐτὲς τὶς συνεστιάσεις προσφέρουν ἐθελοντικὰ τὴν ἐργασία τους καὶ καμαρώνουν ἰδιαίτερα γι᾿ αὐτό. Δὲν εἶναι σπάνιο φαινόμενο (π.χ. στὴν Κάρπαθο) νὰ ἔρχονται ὁμογενεῖς ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ διακονήσουν στὸ πανηγύρι τοῦ χωριοῦ ἢ ἑνὸς ἐξωκκλησιοῦ.

 

Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ὁ ἑορτασμὸς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Καστριανῶν στὸ Παλαιὸ Πυλὶ τῆς Κῶ ποὺ εἶναι μία βυζαντινὴ καστροπολιτεία ὅπως ὁ Μυστρᾶς. Τὴν μονὴ αὐτὴ οἰκοδόμησε μετὰ ἀπὸ πρόσκληση τοῦ Κώου μοναχοῦ Ἀρσενίου Σκηνουρίου, ὁ ὁποῖος τοῦ παραχώρησε τὸ χῶρο, τὸ 1080 ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος ὁ Λατρηνός, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶναι πολὺ γνωστὸς ἀπὸ τὴ δράση του στὴν Πάτμο. Ἡ μονὴ πανηγυρίζει στὴν ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου καὶ πλήθη πιστῶν συρρέουν ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν Κῶ. Οἱ ἑτοιμασίες ξεκινοῦν μέρες πρίν. Μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ προσφέρονται λουκουμάδες ποὺ φτιάχνονται ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἀπὸ τοὺς ὑπευθύνους. Πάρα πολλοὶ ἀπὸ τοὺς προσκυνητὲς παραμένουν ὅλο τὸ βράδυ στὴν περιοχὴ καὶ γιὰ νὰ ζεσταθοῦν ἀνάβουν φωτιὲς στὰ πλατώματα τῆς πολιτείας, καθὼς τὸ κρύο εἶναι τσουχτερό. Κοιτάζοντας ἀπὸ μακριὰ τὶς παρέες νὰ εἶναι συγκεντρωμένες μὲ χαρά, πειράγματα καὶ γέλια γύρω ἀπὸ τὶς φωτιὲς ὁ παρατηρητὴς ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς -ἐν προκειμένῳ- ἔχει ἀκόμη καὶ σήμερα τὴ δύναμη νὰ ἑνώσει καὶ νὰ προσφέρει χαρά.

Στὸ Πυλὶ καὶ σὲ ἄλλα χωριὰ τῆς Κῶ τὰ παλαιότερα χρόνια συναντούσαμε τὸ ἔθιμο τῆς «ἀφφαλλίας». Μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ τῆς Ἀγάπης στὸ προαύλιο τοῦ ναοῦ οἱ ἐπίτροποι προετοίμαζαν κοινὸ γεῦμα. Ἔστρωναν τραπέζια γιὰ ὅλους τοὺς χωριανούς, ἀγόραζαν τὰ ὑλικὰ γιὰ τὴν παρασκευὴ τοῦ γεύματος, τὸ κρασὶ καὶ ὅλα τὰ χρειώδη. Τὸ γεῦμα ξεκινοῦσε μὲ προσευχὴ καὶ μόλις ὁλοκληρωνόταν οἱ παρακαθήμενοι στρέφονταν στὸ χορὸ καὶ τὸ τραγούδι ποὺ συνέχιζαν γιὰ πολύ. Τὸ κοινὸ γεῦμα καὶ τὸ ἔθιμο τῆς «κούπας», μέσα στὴν ὁποία ἔριχναν τὸν ὀβολό τους, ἦταν ἄριστη εὐκαιρία γιὰ νὰ συγκεντρωθοῦν χρήματα γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς ἐνορίας, νὰ ἔλθουν σὲ ἐπικοινωνία οἱ οἰκογένειες, οἱ νέοι, οἱ γεροντότεροι, καὶ νὰ περάσουν μερικὲς στιγμὲς ξενοιασιᾶς ὅλοι μαζὶ ὡς μία ἑνότητα, ὡς μία κοινωνία.

Σήμερα, τὰ πανηγύρια, τῶν πόλεων κυρίως, ἔχουν ἐντονότερο ἐμπορικὸ χαρακτήρα, ἂν καὶ στὸ παρελθὸν αὐτὸς ὁ χαρακτήρας δὲν ἦταν τελείως ἀπών: στὸ πανηγύρι τοῦ Ἀσωμάτου στὸ Ἀσφενδιοῦ τῆς Κῶ οἱ παλαιότεροι θυμοῦνται ὅτι ὡς παιδιὰ πήγαιναν μὲ χαρὰ καὶ λαχτάρα γιὰ νὰ ἀγοράσουν τὰ φημισμένα ἀσφενδιανὰ πορτοκάλια.

Τὰ τελευταῖα χρόνια τὰ πανηγύρια ξαναζωντανεύουν ἐκφράζοντας μία αὐθόρμητη ἀντίδραση στὴν προσπάθεια κάποιων νὰ μᾶς ἐγκλωβίσουν σὲ μία μοναχική, ἀπομονωμένη καὶ μονοδιάστατη πραγματικότητα. Φανερώνουν τὴν ἔντονη ἐπιθυμία μας νὰ προεκτείνουμε τὴν λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας στὸ χῶρο τῆς καθημερινότητας γιὰ νὰ τὴν ζήσουμε ὠς ἔκφραση χαρᾶς.

IMG_3166

Ἡ προσπάθεια δημοτικῶν ἀρχόντων καὶ φορέων νὰ «ἀντικατασταθοῦν», κατὰ κάποιον τρόπο, τὰ πανηγύρια μὲ τὶς διάφορες «γιορτὲς» τοῦ κρασιοῦ, τῆς μπύρας, τῆς σαρδέλας κ.ἄ., ἂν καὶ σὲ κάποιες περιπτώσεις συγκεντρώνουν κόσμο, δὲν διατηροῦν τὸ στοιχεῖο τῆς κοινότητας καὶ τῆς χαρᾶς ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴ σύνδεση τοῦ γλεντιοῦ μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ διάσταση τοῦ πανηγυριοῦ καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ παραμένουν ἄσχετες μὲ τὴν καθημερινότητά μας καὶ ξένες, σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ πανηγύρια ποὺ ἐκφράζουν τὴν πληρότητα τῆς χριστιανικῆς χαρᾶς, ἡ ὁποία δὲν ἀφήνει ἀνεπηρέαστη καμία πτυχὴ τῆς ζωῆς μας.