Ετικέτες

, , , , , , , ,

Στὴν Ἀντιόχεια ὀνομαστήκαμε γιὰ πρώτη φορὰ «χριστιανοὶ» (Δ΄ μέρος)

Στὸ κείμενο τῶν Πράξεων ὡς αἰτία γιὰ τὴν καθιέρωση τοῦ ὀνόματος «χριστιανοὶ» προβάλλεται ἡ μεγάλη αὔξηση τοῦ πλήθους τῶν πιστῶν μετὰ ἀπὸ τὸ ἐπιτυχημένο ἱεραποστολικὸ ἔργο τῶν Ἀποστόλων Παύλου καὶ Βαρνάβα στὴν Ἀντιόχεια καὶ τὴν ἐνίσχυση τῆς αὐτοπεποίθησης καὶ τῆς αὐτοσυνειδησίας τῶν πιστῶν.

Οἱ ἀπόψεις γιὰ τὸ πότε ἀποδόθηκε τὸ ὄνομα ποικίλουν. Ὁ Elias J. Bickermann ἐκτιμᾶ ὅτι συνδέθηκε μὲ τοὺς πιστοὺς γύρω στὸ 46 μ.Χ., ἂν καὶ οἱ ἴδιοι ἄρχισαν νὰ τὸ χρησιμοποιοῦν στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας αὐτῆς, ἐνῶ ἄλλοι τοποθετοῦν τὴ σύνδεση πολὺ νωρίτερα υἱοθετώντας χρονολόγιες ἀπὸ τὸ τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 30 καὶ ἔπειτα.

Κάποιοι ταυτίζουν τὴν ἐμφάνιση τοῦ ὀνόματος «χριστ-iani» μὲ τὴν ἐπίσκεψη τὸ 60 μ.Χ. ἑνὸς στρατηγοῦ τοῦ Νέρωνα στὴν Ἀντιόχεια, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐκτιμοῦν ὅτι πέρασε στὴ Ρώμη, ὅπου τὸ 64 μ.Χ. ἔχουμε τὴν ἀναφορὰ τοῦ Τάκιτου στὸ ἔργο του Annals (15.44) ποὺ ἀναφέρεται στὸ ξέσπασμα ταραχῶν στὴ Ρώμη ἐξαιτίας τῆς δράσεως τῶν «Christianos». Ἡ συσχέτιση ἀνάμεσα στοὺς Augustales καὶ στὴ δημιουργία τοῦ ὀνόματος «χριστιανοὶ» εἶναι ἐνδιαφέρουσα, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἐπαρκὴς καθὼς οἱ μαρτυρίες ὑποδεικνύουν ὅτι ἡ χρήση τοῦ «χριστιανοὶ» προηγεῖται χρονικὰ τουλάχιστον 30 χρόνια ἀπὸ τοὺς «Augustales» τοῦ Νέρωνα.

Ἀρκετὰ διαδεδομένη εἶναι ἡ ἄποψη ὅτι ἡ ἀπόδοση τοῦ ὀνόματος πρέπει νὰ συσχετιστεῖ μὲ τὰ ἐπεισόδια ποὺ ἀναστάτωσαν τὴ Ρώμη τὸ 39-40 μ.Χ. ΚΑῚ στηρίζεται κυρίως σὲ μαρτυρίες τοῦ λόγιου Ἰωάννου Μαλάλα (PG 97.373-375) καὶ τοῦ Ἰωσήπου (Ἰουδ. Ἀρχ. 18.261-309, Ἰουδ. Πόλ. 2.184-7, 192-203) γιὰ ἀναστάτωση τοῦ ἰουδαϊκοῦ στοιχείου τῆς πόλεως καὶ πρόκληση ταραχῶν μετὰ τὴν ἀπόφαση τοῦ αὐτοκράτορα Γαΐου Καλιγούλα νὰ τοποθετήσει ἄγαλμά του στὸν χῶρο τοῦ Ναοῦ τῆς Ἰερουσαλήμ. Τὸ εὐαγγελικὸ κήρυγμα συνδυάστηκε ἀπὸ τὶς ρωμαϊκὲς ἀρχὲς μὲ αὐτὲς τὶς ταραχὲς καὶ θεωρήθηκε ὅτι προτρέπει σὲ ἐξέγερση ἐνάντια στὴ Ρώμη, συνδυασμὸς ποὺ κληροδότησε στὰ μέλη τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ἕνα ὄνομα ποὺ τοὺς ὑποδείκνυε ὡς πιθανοὺς ταραχοποιούς.

Μία ἄλλη ἄποψη εἶναι αὐτὴ ποὺ ὑποδεικνύει ὅτι ἡ μεγάλη αὔξηση τῶν πιστῶν στὴν Ἀντιόχεια προκάλεσε τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἀρχῶν καὶ τὶς ὁδήγησε στὸ νὰ τοὺς ὀνομάσουν «χριστιανούς», δηλαδή, ὀπαδοὺς τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ πορεία σχετίζεται μὲ τὸ δεύτερο κύμα ἱεραποστόλων, ὅπως παρουσιάζεται στὶς Πράξεις καὶ θὰ μποροῦσε νὰ τοποθετηθεῖ στὸ τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 30.

Ὁ Rainer Riesner ἐκτιμᾶ ὅτι εἶναι πιθανὸ ἡ πρώτη χρήση τοῦ προσδιορισμοῦ νὰ σχετίζεται μὲ τὴν ἄφιξη τοῦ στρατηγοῦ Vitellius (ἔγινε αὐτοκράτορας γιὰ ὀκτὼ μῆνες τὸ 69 μ.Χ.) στὴ Συρία, κατὰ τὰ ἔτη 36/37 μ.Χ., καὶ τὴν προσπάθειά του νὰ ἀποκτήσει μία πληρέστερη καὶ σαφέστερη εἰκόνα τῶν ὁμάδων ποὺ ὑπῆρχαν στὴν περιοχὴ εὐθύνης του, μὲ σκοπὸ νὰ εἶναι καλύτερα προετοιμασμένος γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση πιθανῶν προβλημάτων, καθὼς ὁ ἀριθμὸς τῶν πιστῶν, μετὰ τὴ δράση τῶν Ἀπ. Βαρνάβα καὶ Παύλου, εἶχε αὐξηθεῖ τόσο ὥστε ἡ παρουσία τους νὰ τραβήξει τὴν προσοχὴ τῶν ρωμαϊκῶν ἀρχῶν.

antioch-city-map

Τέλος, ὁ Martin Hengel θεωρεῖ ὅτι τὸ ἀντιϊουδαϊκὸ κλίμα τῆς περιόδου 37-41 στὴν πόλη τῆς Ἀντιόχειας ἐπιτάχυνε τὴν ἀνεξαρτητοποίηση τῆς νεόφυτης Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμό. Οἱ συγκεκριμένες ἐντάσεις ἔκαναν ἰδιαίτερα ἐπιτακτικὴ τὴν ἀνάγκη γιὰ προβολὴ τῆς ἰδιοπροσωπίας τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας ἔναντι τοῦ ἰουδαϊσμοῦ, κατὰ τέτοιον τρόπο ὥστε νὰ μὴν ἀποτελεῖ καὶ αὐτὴ στόχο τῶν ἐχθρῶν του. Ἡ θρησκεία τῶν Ἰουδαίων ἦταν μία ἀπὸ τὶς παλαιὲς λατρεῖες τῆς αὐτοκρατορίας καὶ ὡς τέτοια ἀπολάμβανε ξεχωριστὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα συχνὰ ἐπιβεβαίωναν οἱ ἴδιοι οἱ αὐτοκράτορες. Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία, ὅσο θεωροῦνταν ἐνδοϊουδαϊκὴ ὁμάδα, δὲν εἶχε προβλήματα μὲ τὶς ρωμαϊκὲς ἀρχές. Ἀπὸ τὴ στιγμή, ὅμως, ποὺ οἱ τελευταῖες ἀντελήφθησαν ὅτι πρόκειται γιὰ διακεκριμένη ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμὸ πραγματικότητα ἔπρεπε νὰ τὴν ἀντιμετωπίζουν ὡς πιθανὸ κίνδυνο γιὰ τὴν αὐτοκρατορία, καθὼς τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶχαν κάποιου εἴδους ἐπίσημη ἀναγνώριση ἀπὸ τὸ ρωμαϊκὸ κράτος. Μία τέτοια ἀναγνώριση θὰ σήμαινε ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἦταν religio licita (=νόμιμη θρησκεία) καὶ θὰ ἐπιτρεπόταν ἡ ἐλεύθερη λειτουργία της. Ἀπὸ τὴ στιγμή, ὅμως, ποὺ ξεκίνησαν οἱ διώξεις ἐνάντια στὸν ἰουδαϊσμὸ καὶ κορυφώθηκε ἡ ἐχθρότητα πρὸς τοὺς Ἰουδαίους τὸ νὰ συνδυάζεται ἡ Ἐκκλησία μὲ τὸν ἰουδαϊσμὸ ἦταν ἕνα σοβαρότατο πρόβλημα.

Οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ δὲν μποροῦσαν νὰ λάβουν ἐπίσημη ἀναγνώριση ἀπὸ τὸ ρωμαϊκὸ κράτος, καθὼς δὲν ἀποδεχόταν τὴ θεοποίηση καὶ τὴ λατρεία τοῦ αὐτοκράτορα. Βέβαια, εἶναι πιθανὸ σὲ κάποιες περιπτώσεις νὰ πῆραν ἄδεια λειτουργίας ὡς collegia funeraticia (= δηλαδὴ σύλλογοι ποὺ συγκροτοῦνταν γιὰ νὰ μποροῦν νὰ θάπτονται ἀξιοπρεπῶς οἱ πτωχοί), ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἄλλαξε τὴ συνολικὴ ἐχθρικὴ στάση τῆς ρωμαϊκῆς ἐξουσίας ἀπέναντί τους.

Τὸ κείμενο τῶν Πράξεων, γραμμένο ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ μὲ προσοχὴ καὶ σεβασμὸ στὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα, μᾶς προσφέρει πολλὲς πληροφορίες γιὰ τὰ πρῶτα στάδια ἀνάπτυξης τῆς Ἐκκλησίας. Ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ σύνδεση τῆς χρήσεως τοῦ ὀνόματος μὲ τὴν Ἀντιόχεια, κάτι ποὺ ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὴν λοιπὴ πρώιμη χριστιανικὴ γραμματεία.

Ἀναπαράσταση τῆς Ἀντιόχειας

Ψηφιακή ἀναπαράσταση τῆς Ἀντιόχειας. Τή διασχίζει ὁ ποταμός Ὀρόντης. Στό νησάκι διακρίνονται τά ἀνάκτορα καί ὁ Ἱππόδρομος. Στό βάθος τό Σίλπιον Ὄρος.

Ξεχωριστὴ προσοχὴ ἀπαιτεῖ ἡ μελέτη τῶν σχέσεων τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιόχειας μὲ τὴν ἰουδαϊκὴ συναγωγή. Ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες ἡμέρες συγκεκριμένες πρακτικὲς λατρείας καὶ ζωῆς τῶν πιστῶν τοὺς διαφοροποιοῦσαν ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμὸ καὶ τὴ συναγωγή. Τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἔκαναν ξεχωριστὰ δεῖπνα, δὲν ἐφήρμοζαν τὴν περιτομή, προτιμοῦσαν τὸ βάπτισμα, δὲν ἀναγνώριζαν τὴν ἐξουσία τῶν ἰουδαϊκῶν ἀρχῶν τῆς Ἰερουσαλήμ, δὲν ἀπέδιδαν τὸν φόρο τοῦ Ναοῦ, δὲν τηροῦσαν τὶς νομικὲς ἀπαγορεύσεις γιὰ τὴν κοινωνικὴ ἐπαφὴ καὶ τὰ γεύματα κ.ἄ.. Στὴν Ἀντιόχεια ἔχουμε οὐσιαστικὰ τὴν πρώτη χριστιανικὴ κοινότητα σὲ ἀστικὸ περιβάλλον πέρα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἰερουσαλήμ. Στὴν Ἀντιόχεια οἱ πιστοὶ ἀντιμετωπίσθηκαν γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὶς ρωμαϊκὲς ἀρχὲς ὡς μία άνεξάρτητη ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμὸ ὁμάδα. Ἡ ἀπουσία τοῦ Ναοῦ, ὡς κέντρου ἰουδαϊκῆς λατρείας, ὑποχρέωσε τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας νὰ διαφοροποιηθοῦν πλήρως ἀπὸ τὸν ἰουδαϊκὸ πνευματικὸ χῶρο.

Μέχρι νὰ καταστεῖ σαφὴς ἡ διαφοροποίηση τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴ συναγωγή, χαρακτηρισμοί, ὅπως «Ναζωραῖοι» ἢ «Ναζιραῖοι», «μαθητὲς» καὶ «κλητοί», ἦταν ἀρκετοὶ γιὰ νὰ μποροῦν τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας νὰ συνεννοοῦνται μεταξύ τους. Ὁ προσδιορισμὸς «χριστιανοὶ» ἔγινε ἀναγκαῖος ὅταν κατέστη σαφὲς ὅτι οἱ πιστοὶ εἶχαν ἀφήσει τὸν τρόπο ζωῆς τῶν ἐθνικῶν ἀλλὰ δὲν εἶχαν ἐνταχθεῖ στὴν ὁμάδα τῶν Ἰουδαίων, ὅπως ἔπρατταν οἱ μέχρι τότε προσήλυτοι. Ἄνθρωποι ποὺ πρὶν ἦταν ἐθνικοὶ καὶ Ἰουδαῖοι ἑνώθηκαν στὴν Ἐκκλησία ἀποτελώντας μία νέα θρησκευτικὴ μονάδα μὲ δική της λατρεία, κοινὴ πίστη καὶ μὲ δική της ταυτότητα καὶ αὐτονομία δράσεως. Στὴν Ἀντιόχεια ἡ ὁμάδα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἀρκετὰ μεγάλη, ὥστε νὰ καταδείξει στοὺς ἄλλους κατοίκους τῆς πόλεως ὅτι διέφεραν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, ἀκόμη καὶ στὶς περιπτώσεις ποὺ ἡ φυλετικὴ καταγωγή τους ἦταν κοινή. Στὴν πόλη αὐτή, λοιπόν, οἱ πιστοὶ διακρίθηκαν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι ἤδη ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 2ου π.Χ. αἰῶνα ἦταν ἀναγνωρισμένοι ὡς ξεχωριστὴ ἐθνολογικὴ καὶ θρησκευτικὴ ὁμάδα μὲ τὴ δυνατότητα νὰ τηροῦν τὰ ἔθιμά τους καὶ νὰ λατρεύουν τὸν Θεὸ κατὰ τὴν πίστη τους.

greco-romain-antiochae-antioche-vue-generale

Ἂν καὶ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἤδη ἀπὸ τὰ πρῶτα βήματά τους στὴν Ἰερουσαλὴμ εἶχαν σαφὴ συνείδηση τῆς διαφορᾶς τους ἀπὸ τὴ συναγωγή, στὴν πρωτεύουσα τῆς Συρίας αὐτὸ ἔγινε ἐμφανὲς καὶ πρὸς τοὺς ἐκτός. Οἱ Πράξεις μᾶς πληροφοροῦν ὅτι οἱ πιστοὶ τῆς Ἰερουσαλήμ, ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες μέρες μετὰ τὴν Πεντηκοστή, πήγαιναν στὸν Ναὸ γιὰ νὰ προσευχηθοῦν, ὅπως ἔκανε καὶ ὁ Χριστός, ἀλλὰ μὲ μία σαφὴ διαφορὰ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους: τὸ ἔκαναν ὡς ἕνα ἑνιαῖο σῶμα, «προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν ἐν τῷ ἱερῷ» (Πρ. 2:46). Ταυτόχρονα, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἴδιος στίχος, προχωροῦσαν στὴν ὑπέρβαση τῶν ὁρίων τοῦ Νόμου, σύμφωνα μὲ τὴν κυριακὴ διδαχή, καὶ «κλῶντές τε κατ᾿ οἶκον ἄρτον μετελάμβανον τροφῆς ἐν ἀγαλλιάσει καὶ ἀφελότητι καρδίας». Μὲ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις ποὺ θέτουν οἱ Πράξεις εἶναι σαφὲς ὅτι οἱ χριστιανοὶ ἐξ ἀρχῆς εἶδαν τὴν ὑπέρβαση καὶ ὁλοκλήρωση τοῦ Νόμου στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας ποὺ εἶναι τὸ ζωντανὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ («ὁμοθυμαδὸν») καὶ στὴ χάρη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (τὴν κλάση τοῦ Ἄρτου τῆς Ζωῆς: «κλῶντές τε κατ᾿ οἶκον ἄρτον»).

Τὸ ὄνομα «χριστιανοὶ» ἀρχικὰ χρησιμοποιήθηκε μὲ χλευαστικὴ χροιὰ ποὺ εἶναι ἰδιαίτερα ἐμφανὴς μετὰ τὴν περίοδο τοῦ Νέρωνα. Θετικὴ χροιὰ πῆρε ἀφότου ἄρχισε νὰ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τοὺς πιστούς.

πρώτη χρήση του στὶς Πράξεις (Πράξεων 11:26 «χρηματίσαι τε πρῶτον ἐν Ἀντιοχείᾳ τοὺς μαθητὰς Χριστιανούς») εἶναι μετὰ τὴν ἀναφορὰ στὸ ἀπολύτως ἐπιτυχὲς ἱεραποστολικὸ ἔργο τῶν Ἀποστόλων Βαρνάβα καὶ Παύλου στὴν Ἀντιόχεια καὶ παρουσιάζεται μὲ ὑπερηφάνεια ἀπὸ τὸν συγγραφέα.

Τὴ δεύτερη φορὰ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν βασιλέα Ἀγρίππα Β´ μετὰ τὴ συζήτηση ποὺ εἶχε μὲ τὸν ἀπ. Παῦλο (Πρ. 26:28 «ὁ δὲ Ἀγρίππας πρὸς τὸν Παῦλον ἔφη· Ἐν ὀλίγῳ με πείθεις Χριστιανὸν γενέσθαι») καὶ φαίνεται νὰ ἐμπεριέχει, ὄχι χλευαστικὴ διάθεση, ἀλλά, ἴσως, κάποια εἰρωνικὴ χροιά, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ὑποδηλώνει τὴ διστακτικότητα τοῦ Ἀγρίππα νὰ ἀποδεχθεῖ τὸν Χριστό. Πάντως, δὲν δηλώνει ἀσέβεια. Ὁ εὐαγγ. Λουκᾶς τὸ χρησιμοποιεῖ ὡς ἕναν θετικὸ προσδιορισμό. Στὸ 26ο κεφάλαιο τῶν Πράξεων διαπιστώνουμε, ἀπὸ τὰ λεγόμενα τοῦ ἀπ. Παύλου, ὅτι ἡ διάθεση τῶν ἡγεμόνων ἦταν θετικὴ πρὸς τὸ πρόσωπό του. Ἡ σκηνὴ ξεκίνησε ἀπὸ τὸ στίχο Πρ. 25:23 μὲ τὴν προκαταρκτικὴ συζήτηση τοῦ Φήστου καὶ τοῦ Ἀγρίππα, ἡ ὁποία ὁδήγησε τὸν ἀπ. Παῦλο σὲ μία ἀρκετὰ μακρὰ ἀπολογία, στὴν ὁποία παραθέτει κυρίως τὰ περιστατικὰ τῆς μεταστροφῆς καὶ τῆς ζωῆς του πρὶν ἀπὸ αὐτή. Ὁ Ἀγρίππας ἀκούει προσεκτικὰ τὴν ἀπολογία τοῦ ἀποστόλου, ἡ ὁποία κορυφώνεται μὲ θαρραλέα ὁμολογία τῆς πίστεώς του στὸν Χριστὸ καὶ ἀντιδρᾶ λέγοντας ὅτι ὁ Παῦλος ἔχει χάσει τὸ μυαλό του. Κατηγορία τὴν ὁποία ὁ ἀπολογούμενος ἀπορρίπτει ἀμέσως.

Τὸ ὅτι ἡ χρήση τοῦ ὅρου «χριστιανός» δὲν ἦταν χλευαστική, ἀλλὰ εἰλικρινὴς καὶ ἀποδεκτὴ διαπιστώνεται καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ ἀπόστολος τονίζει σὲ δύο σημεῖα (Πρ. 25:3 καὶ 26:27) ὅτι ὁ Ἀγρίππας εἶχε εὐσέβεια καὶ ἐπαρκὴ γνώση τοῦ ἰουδαϊκοῦ Νόμου καὶ πίστευε στὸ κήρυγμα τῶν προφητῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν προαναγγείλει τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία. Αὐτὸ δείχνει ὅτι περιμένει ἀπὸ αὐτὸν νὰ διακρίνει τὴ σημασία τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸν Ἰσραήλ, καί, βάσει τῶν γεγονότων τῆς ζωῆς, τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀναστάσεώς του, νὰ τὸν ταυτίσει μὲ τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία. Ἡ ἀπολογία τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν ἔχει ὡς κέντρο της τὸ πρόσωπο καὶ τὴ θυσία τοῦ Κυρίου. Πράγματι, ἡ ἀνταπόκριση τοῦ Ἀγρίππα εἶναι ἡ ἐπιθυμητὴ γιὰ τὸν ἀπόστολο. Μόλις ἀναφέρθηκε στὴν ἀνάσταση, ὁ βασιλιᾶς ἀντέδρασε, μᾶλλον ἔντονα, ἀλλὰ ὁ ἀπολογούμενος ἐκμεταλλεύθηκε τὴν εὐκαιρία γιὰ νὰ συσχετίσει τὸν Χριστὸ μὲ τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία.

Στὸ στίχο Πρ. 26:9 ὁ ἀπόστολος τονίζει ὅτι ὅταν ἐδίωκε τὴν Ἐκκλησία, οὐσιαστικὰ στρεφόταν ἐνάντια στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἂν καὶ πουθενὰ δὲν ἀναφέρεται ἄμεσα σὲ αὐτὸν τὸν χριστολογικὸ τίτλο τὸ συμπέρασμα ἀπὸ τὴν ἀπολογία του εἶναι ὅτι ὁ Ναζωραῖος εἶναι ὁ Χριστός. Ἐντυπωσιασμένος ὁ Ἀγρίππας Β´ ἀπὸ αὐτὲς τὶς θέσεις τοῦ Παύλου, μὲ ἔκπληξη, ἐκφραζόμενος παρορμητικά, ἀναφωνεῖ «ἐν ὀλίγῳ μὲ πείθεις Χριστιανὸν ποιῆσαι». Ὁ ἀπόστολος, αὐτὴ τὴ στάση τὴν ἐκλαμβάνει ὡς αὐθεντικὴ διάθεση γιὰ μεταστροφή του στὸν χριστιανισμὸ καὶ διατυπώνει τὴν εὐχὴ νὰ στρέφονταν στὴν ἀληθινὴ πίστη «πάντες οἱ ἀκούοντες» δίχως κάτι στὴ στάση του νὰ δηλώνει ἢ νὰ ὑπονοεῖ ὅτι αἰσθάνεται προσβεβλημένος. Ἀντιθέτως, θεωρεῖ ὅτι πρόκειται γιὰ θετικὴ ἔκφραση, ἡ ὁποία ἴσως νὰ ὑποκρύπτει καὶ κάποιου βαθμοῦ φιλικὴ στάση ἀπέναντι στὴν πίστη.

Στὴν τρίτη ἀναφορὰ τοῦ ὅρου στὴν Καινὴ Διαθήκη, στὸ χωρίο Α´ Πέτρου 4:16, ἡ χρήση εἶναι παρόμοια «εἰ δὲ ὡς Χριστιανός, μὴ αἰσχυνέσθω, δοξαζέτω δὲ τὸν Θεὸν ἐν τῷ μέρει τούτῳ»: «ἐὰν κάποιος ὀνειδίζεται ὡς χριστιανὸς νὰ μὴν νιώθει ντροπὴ γι᾿ αὐτό, ἀλλὰ νὰ δοξάζει τὸν Θεό». Ὁ ὀνειδισμός, ἀπὸ τοὺς ἐθνικοὺς καὶ τοὺς Ἰουδαίους, στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ τίτλο τιμῆς καὶ ἀφορμὴ κατὰ Θεὸν καυχήσεως γιὰ τὸν ἀπόστολο καὶ γιὰ κάθε μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπὸ τὸν στίχο 14 τοῦ ἰδίου κεφαλαίου ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἀποτελοῦσε αἰτία ὀνειδισμοῦ τῶν πιστῶν καὶ γινόταν μὲ ὑβριστικὴ καὶ χλευαστικὴ διάθεση, ὅπως φαίνεται καὶ στὶς ἐξωχριστιανικὲς πηγὲς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. [1]

Alexamenos1st

Τό χλευαστικό σχέδιο τοῦ Παλατινοῦ Λόφου στή Ρώμη (ἐκτιμᾶται ὅτι χαράχθηκε γύρω στό 200 μ.Χ.). Διαβάζουμε: «Ἀλεξάμενος σέβετε Θεόν». Παρουσιάζει τόν Ἀλεξάμενο νά λατρεύει μία σταυρωμένη μορφή (προφανῶς τόν Ἰησοῦ Χριστό), ἡ ὁποία ἔχει κεφάλι ὄνου.

Ὅπως διαπιστώνουμε ἐκεῖνα τὰ πρῶτα χρόνια μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας θεωροῦν ὅτι εἶναι μεγάλη τιμὴ γι᾿ αὐτοὺς νὰ φέρουν ὡς προσηγορία τους τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ κάτι ποὺ ἐπεκράτησε, ἂν καὶ πάντοτε θὰ ὑπάρχουν αὐτοὶ ποὺ δὲν σέβονται τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ χρησιμοποιοῦν γιὰ νὰ χλευάσουν αὐτοὺς ποὺ μὲ ὑπερηφάνεια καὶ τιμὴ τὸ φέρουν.

[1] Αὐτὸ φαίνεται καὶ στὸ σκαρίφημα ποὺ ἀποκαλύφθηκε στὸν Παλατινὸ λόφο, στὴ Ρώμη, ὅπου χλευάζεται κάποιος χριστιανός, ὁ Ἀλεξάμενος, ἐπειδή, σύμφωνα μὲ τὴν ἔμπνευση τοῦ σχεδιαστῆ, λάτρευε κάποιον θεὸ μὲ κεφάλι ὄνου.

Advertisements