Ετικέτες

, , , , , ,

Στὴν Ἀντιόχεια ὀνομαστήκαμε γιὰ πρώτη φορὰ «χριστιανοὶ» (Γ΄ μέρος)

Ἡ λέξη «χριστιανοὶ» ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀπὸ δύο διαφορετικὰ μεταξύ τους μέρη:

(α) τὸ θέμα «χριστ-», ποὺ προφανῶς προέρχεται ἀπὸ τὸν πολὺ γνωστὸ τίτλο «Χριστός», ὁ ὁποῖος ἀποδόθηκε στὸν Ἰησοῦ καὶ προέρχεται ἀπὸ τὴ μετοχὴ παρακειμένου, «κεχρισμένος», τοῦ ρήματος «χρίω» καὶ ὑποδηλώνει αὐτὸν ποὺ ἔχει λάβει εἰδικὴ χρίση γιὰ νὰ ἐπιτελέσει κάποιο ἔργο. Ἐν προκειμένῳ ὁ τίτλος ὑποδεικνύει αὐτὸν ποὺ ἔχει χρισθεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ νὰ ἐπιτελέσει τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Ὁ τίτλος μαρτυρεῖται περισσότερες ἀπὸ 530 φορὲς στὴν Καινὴ Διαθήκη. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἐντοπίζεται σὲ ὅλα τὰ κείμενά της, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τρίτη ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, ποὺ εἶναι ἰδιαίτερα σύντομο κείμενο καὶ δὲν περιλαμβάνει καμμία ἀναφορὰ στὸν Ἰησοῦ. Ἤδη ἀπὸ τὴν περίοδο αὐτὴ ὁ ἐπιθετικὸς προσδιορισμὸς ἔχει μετατραπεῖ σὲ ὄνομα τὸ ὁποῖο, συνήθως, συνδυάζεται μὲ τὸ ἑβραϊκὸ «Ἰησοῦς», ποὺ ἀποτελεῖ τὸ κύριο ὄνομα τοῦ Σωτήρα.

(β) ἀπὸ τὴν κατάληξη «-ιανοι» ποὺ εἶναι λατινικὸ ἐπίθεμα (ianus/-iani) ποὺ δημιουργεῖ ἐπίθετο καὶ φανερώνει μὴ χριστιανικὴ προέλευση. Ἡ ἀντίστοιχη ἑλληνικὴ κατάληξη θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ «Χρισταῖοι» ἢ τὸ «Χριστηνοί». Ἡ προσθήκη της σὲ ὀνόματα ἐξέφραζε οἰκογενειακὴ σχέση, γεωγραφικὴ προέλευση, πελατειακή, ἀλλὰ καὶ εὐρύτερη πολιτικὴ ἢ κοινωνικὴ σχέση. Γνωστὸ παράδειγμα οἱ Caesariani, οἱ ὁποῖοι θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι εἴτε ἀπελεύθεροι εἴτε πελάτες[1] εἴτε πολιτικοὶ ὀπαδοὶ τοῦ Καίσαρα εἴτε καὶ τὰ τρία ταυτόχρονα. Ἄλλα γνωστὰ ὀνόματα μὲ αὐτὴ τὴν κατάληξη εἶναι τὰ Galbiani (ὀπαδοὶ τοῦ Γάλβα), Pompeiani (ὀπαδοὶ τοῦ Πομπήιου), Augustiani (ὀπαδοὶ τοῦ Ὀκταβιανοῦ Αὐγούστου) ἀλλὰ καὶ Ciceroniani (ὀπαδοὶ τοῦ Κικέρωνα).

Στὴν Καινὴ Διαθήκη συναντᾶμε τοὺς «Ἡρωδιανούς». Ἐμφανίζονται μία φορὰ στὸ εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου (22:16) καὶ δύο φορὲς στὸ εὐαγγέλιο τοῦ Μάρκου (3:6 καὶ 12:13). Πιθανότατα, ἦταν ὀπαδοὶ τοῦ οἴκου τῶν Ἡρωδῶν (κυρίως τοῦ Ἡρώδη Ἀντίπα καὶ ἴσως τοῦ Ἡρώδη Ἀγρίππα Α´). Ἴσως νὰ ἦταν πελᾶτες, μὲ τὴ ρωμαϊκὴ ἔννοια, τῶν δύο βασιλέων. Ἐπίσης, εἶναι πιθανὸ νὰ ἦταν παλαιοὶ ἀπελεύθεροι ἢ ἀξιωματοῦχοι τοῦ βασιλικοῦ οἴκου τοῦ Ἡρώδη. Θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι οἱ ἄνθρωποι τοῦ Ἀντύπα στὴν Ἰερουσαλήμ, καθὼς ἡ πόλη αὐτὴ ἦταν ὑπὸ ρωμαϊκὴ κατοχὴ καὶ ὁ ἴδιος περιορισμένος στὴ Γαλιλαία καὶ τὴν Περαία. Μάλιστα, ὑπάρχουν μαρτυρίες γιὰ παρουσία τους στὴ Ρώμη καὶ στὴν Ἀντιόχεια.

Ἦταν μία πολιτικὴ ὁμάδα μὲ συμφέροντα ποὺ φαίνεται ὅτι σὲ κάποιες περιπτώσεις συνδυάζονταν μὲ αὐτὰ τῶν Φαρισαίων. Ὁ Ἡρώδης Ἀγρίππας Α΄ ἔζησε γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα στὴ Ρώμη, ὅπου δέθηκε μὲ στενὴ φιλία μὲ τοὺς μετέπειτα αὐτοκράτορες Γάιο Καλιγούλα καὶ Κλαύδιο. Εἶναι πιθανό, λοιπόν, μὲ τὴν ἐπιστροφή του στὴν πατρίδα νὰ δημιούργησε ἕναν κύκλο πολιτικῶν ὑποστηρικτῶν, κατὰ τὰ πρότυπα τοῦ συστήματος τῆς ρωμαϊκῆς πελατείας, οἱ ὁποῖοι ὀνομάστηκαν ἀπὸ τὸ οἰκογενειακό, καὶ ὄχι τὸ προσωπικό του, ὄνομα.

Σύμφωνα μὲ τὸν Ὠριγένη αὐτοὶ ποὺ ἦταν νομιμόφρονες πρὸς τὴ ρωμαϊκὴ ἐξουσία καὶ προέτρεπαν τοὺς Ἰουδαίους νὰ ἀποδίδουν φόρο στὸν Καίσαρα «ἐκαλοῦντο Ἡρωδιανοὶ ὑπὸ τῶν μὴ θελόντων τοῦτο γίνεσθαι». Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος τοὺς προσδιορίζει ὡς «Ἡρώδου στρατιώτας», ἐνῶ ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας ἐκτιμᾶ ὅτι εἴτε ἐννοεῖ «τοὺς Ἡρώδου στρατιώτας» εἴτε «τοὺς ἀπαιτητὰς τῶν τελῶν τῶν ἐπιβληθέντων τοῖς Ἰουδαίοις ὑπὸ Ῥωμαίων». Πρὸς τὴ δεύτερη ἐκτίμηση κλίνει καὶ ὁ Ἅγ. Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ὁ ὁποῖος τοὺς χαρακτηρίζει ὡς δασμολόγους («δασμολόγοι δὲ οὗτοι»), ἐνῶ στὸ ὑπόμνημά του στὸν προφήτη Ἠσαΐα τοὺς χαρακτηρίζει «πράκτορες … τελωνῶν». Ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀναφορὲς διαπιστώνουμε ὅτι οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας θεωροῦσαν βέβαιο ὅτι εἶχαν στενὴ σχέση μὲ τὸν Ἡρώδη καὶ τὴ διοικητική του μηχανή. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ ὁμοιάζει μὲ τὴν εἰκόνα ποὺ ἔχουμε σήμερα γιὰ τοὺς ὀπαδοὺς/ἀκολούθους διαφόρων προσώπων, ἀλλὰ περιλαμβάνει περισσότερες δραστηριότητες, ὅπως τὴ συλλογὴ φόρων ἢ τὴ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία.

Πολὺ καλὰ μὲ αὐτὴ τὴν εἰκόνα ταιριάζει ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ἀπ. Παύλου στοὺς «ἐκ τῆς Καίσαρος οἰκίας» (Φιλ. 4:22) ποὺ περιλαμβάνει μία μεγάλη ὁμάδα πιστῶν ποὺ διέμεναν καὶ δραστηριοποιοῦνταν στὸ παλάτι, διατηρώντας ποικίλες σχέσεις μὲ τὴν αὐτοκρατορικὴ οἰκογένεια, συμμετέχοντας στὴ λειτουργία τοῦ παλατιοῦ καὶ τὴ διοίκηση τῆς αὐτοκρατορίας (π.χ. παλαιοὶ ἀπελεύθεροι τοῦ αὐτοκράτορα ἢ πελάτες τῆς οἰκογένειάς του).

Συνεπῶς, τὸ ὄνομα Ἡρωδιανοί, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ ὄνομα «χριστιανοί», ἀποκαλύπτει πολιτικὲς σχέσεις. Μία ἀκόμη διαφορά εἶναι ὅτι στὶς περιπτώσεις τῶν προσδιορισμῶν ὀνομάτων ὅπως Caesariani, Pompeiani καὶ Ἡρωδιανοὶ τὸ ὄνομα γίνεται προσηγορικό, ἐνῶ στὴν περίπτωση τῶν χριστιανῶν, ὁ τίτλος καὶ ὄχι τὸ ὄνομα μετατρέπεται σὲ προσηγορικό.

Μιὰ ἰδιαίτερη πτυχὴ τῆς χρήσεως τοῦ ἐπιθέματος –iani ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν προηγούμενη εἶναι ὁ προσδιορισμὸς μὲ αὐτὸ τῶν δούλων καὶ ἄλλων μελῶν τοῦ οἴκου κάποιου, ὅπως ἀκριβῶς ἐντοπίζεται στὸ 4:22 τῆς πρὸς Φιλιππησίους ἐπιστολῆς. Αὐτὴ ἡ ἐπιμέρους χρήση εἶναι πολὺ πιὸ ταιριαστὴ στὴ σχέση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μὲ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλοι οἱ βαπτισμένοι ἀποκτοῦν τὴν ἐλευθερία τους, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὰ κοινωνικὰ δεδομένα (ἐλεύθεροι, ἀπελεύθεροι, δοῦλοι), μόνο ἐφ᾿ ὅσον τὴν δεσμεύσουν ἐν Χριστῷ. Θυσιάζοντας τὴν κατὰ κόσμον ἐλευθερία λαμβάνουμε τὴ δυνατότητα νὰ ἀποκτήσουμε τὴν πραγματικὴ ἐλευθερία ποὺ μᾶς ἀπελευθερώνει ἀπὸ τὴ φθορὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Οἱ κατ’ ἐξοχὴν ἐλεύθεροι ἄνθρωποι εἶναι οἱ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ συμβαίνει διότι δεσμεύονται μόνο ἀπὸ τὴ σχέση τους μὲ τὴν πηγὴ τῆς ἐλευθερίας, τὸν Θεό, καὶ ὄχι ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς ἀδυναμίες τους. Στὴν Καινὴ Διαθήκη ὁ προσδιορισμὸς τοῦ πιστοῦ ὡς «δούλου Θεοῦ» ἐμφανίζεται ἀρκετὲς φορές. Στὴν πρὸς Ρωμαίους ἔρχεται σὲ ἀντιπαραβολὴ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ δούλου τῆς ἁμαρτίας (Ρωμαίους 6:6, 16, 17, 19, 20), ὁ ὁποῖος σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν δοῦλο τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει καμμία ἐλευθερία, ἀκόμη καὶ ἂν ὁ ἴδιος φρονεῖ τὸ ἀντίθετο. Καθὼς ἡ κατάληξη –iani φανερώνει τὸν δοῦλο κάποιου, τὸ ὄνομα χριστιανοί δηλώνει ὅτι πρόκειται γιὰ τοὺς δούλους τοῦ Χριστοῦ ποὺ ζοῦν τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία.

Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1ου μ.Χ. αἰῶνα οἱ στρατιῶτες στὴν Ἀντιόχεια ἦταν χωρισμένοι σὲ Caesariani (ὀπαδοὶ τοῦ Γερμανικοῦ) καὶ Pisoniani (ὀπαδοὶ τοῦ Πίσωνα). Ἀπὸ αὐτὴ τὴ μαρτυρία διαπιστώνουμε ὅτι ἡ κατάληξη iani ἦταν σὲ χρήση καὶ στὴν Ἀνατολή· πάντως, ἐντὸς τῶν ρωμαϊκῶν πολιτικῶν πλαισίων.

Μία συναφὴς περίπτωση εἶναι ἡ ὕπαρξη κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Αὐγούστου τοῦ θεσμοῦ τῶν «Seviri Augustales» ἢ «Augustales», τὸν ὁποῖο ἐνεθάρρυνε ὁ Αὔγουστος. Ἐπρόκειτο γιὰ συλλόγους κατωτέρων ἀξιωματικῶν, συχνὰ ἀπελευθέρων, οἱ ὁποῖοι ἐπέβλεπαν τὴν σωστὴ διεκπεραίωση θεμάτων ποὺ σχετίζονταν μὲ τὴ λατρεία. Συχνά, ἔπρεπε νὰ συνεισφέρουν ἀπὸ τὴν προσωπική τους περιουσία γιὰ τὴ διεξαγωγὴ αὐτῶν τῶν τελετῶν. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο κέρδιζαν τὴν ἀναγκαία, γιὰ τὴν ἄνοδό τους στὴν κοινωνικὴ κλίμακα, κοινωνικὴ ἀναγνώριση. Ἰδιαίτερη ἀκμὴ γνώρισαν κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Νέρωνα ὡς στελέχη τῆς ὀργανωμένης προπαγάνδας τοῦ αὐτοκράτορα, ὑποστηρίζοντας τὶς ἀθλητικὲς καὶ καλλιτεχνικές του ἐπιτυχίες καὶ ἐκφράζοντας τὸ θαυμασμό τους γιὰ τὸν «θεῖο» ἄνδρα.

Ὁ Ρωμαῖος ἱστορικὸς Τάκιτος

Ὁ Ρωμαῖος ἱστορικὸς Τάκιτος

Ἡ σύνθεση τοῦ ὀνόματος, ἀπὸ ἑλληνικὸ θέμα καὶ λατινικὸ ἐπίθεμα, ἴσως μᾶς δείχνει ὅτι προέρχεται ἀπὸ λαϊκὴ καὶ καθομιλουμένη γλῶσσα. Παρόμοιοι συνδυασμοὶ ἐμφανίζονται καὶ στὶς μέρες μας σὲ περιοχὲς ποὺ συνυπάρχουν ἄνθρωποι διαφορετικῆς ἐθνικῆς καὶ πολιτιστικῆς προέλευσης. Μάλιστα, ἡ τάση αὐτὴ εἶναι ἐντονότερη ὅταν πρόκειται γιὰ γλῶσσες ποὺ εἶναι διαδεδομένες σὲ ἄλλους λαούς, οἱ ὁποῖοι δὲν τὶς μιλοῦν ὡς μητρικές.

Κλείνοντας νὰ σημειώσουμε ὅτι ὁ σημιτικὸς καὶ ὁ ἀραβικὸς κόσμος διατήρησε ὡς γενικὸ προσδιορισμὸ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας «Ναζωραῖοι» ἢ «Ναζαρινοί», ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἂν πρὶν ἀπὸ τὴν ἔνταξή τους σὲ αὐτὴ ἦταν Ἰουδαῖοι ἢ ἐθνικοί. Στὸ Κοράνι ὀνομάζονται «Nasrāni» ἀπὸ τὴ λέξη «ansar» ποὺ σημαίνει «βοηθοὶ» καὶ ἔχει τὴν ἔννοια τῶν ἀκολούθων.

Ὁ Νέρων

Ὁ Νέρων

Μία ἀπὸ τὶς πρῶτες περιπτώσεις ποὺ χρησιμοποιεῖται ἡ λέξη «Χριστιανοὶ» εἶναι στὸ ἔργο τοῦ Ρωμαίου ἱστορικοῦ Σουετώνιου «Βίοι τῶν Καισάρων: Nέρων». Στὴν ὑποτιμητικὴ αὐτὴ ἀναφορὰ«Afflicti suppliciis, Christiani, genus hominum superstitionis nove et maleficae» (= ἐπιβλήθηκε τιμωρία στοὺς Χριστιανούς, γένος ἀνθρώπων δεισιδαιμόνων καὶ πονηρῶν) ποὺ συμπληρώνεται ἀπὸ μία ἄλλη ἐξίζου ὑποτιμητικὴ ἀναφορὰ ἀπὸ τὸν Βίο τοῦ Κλαυδίου ἀναφέρεται τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ὡς ἐξῆς: «Iudaeos impulsore Chresto assidue tumultuantis Roma expulit» (= οἱ Ἰουδαῖοι ἐπειδὴ μὲ τὴν παρακίνηση κάποιου Χριστοῦ προκαλοῦσαν συνεχῶς ταραχὲς ἐκδιώχθηκαν ἀπὸ τὴ Ρώμη). Ἀπὸ τὸν συνδυασμὸ αὐτῶν τῶν δύο χωρίων διαπιστώνουμε ὅτι οἱ Χριστιανοί, ὡς ὀπαδοὶ τοῦ Χριστοῦ θεωροῦνται ὑπαίτιοι γιὰ ἀναστατώσεις ποὺ ἐμφανίζονταν στὴν ἰουδαϊκὴ κοινότητα τῆς Ρώμης καὶ γιὰ τὴν τελικὴ ἀπομάκρυνση τῶν μελῶν της ἀπὸ τὴν πόλη ἐπὶ αὐτοκράτορα Κλαυδίου τὸ 49 μ.Χ.

Παρόμοια χρήση γιὰ τὸ «Χριστός», ὑπάρχει στὸν Τάκιτο, στὸ ἔργο του, Annales «ergo abolendo rumori Nero subdidit reos et quaesitissimis poenis adfecit, quos per flagitia invisos vulgus Chrestianos appellabat. auctor nominis eius Christus», δηλαδὴ «ὁ Νέρων ὑπέδειξε ἄλλους ὡς ἐνόχους καὶ ὑπέβαλε σὲ ἰδιαίτερες τιμωρίες ἐκείνους τοὺς ὁποίους ὁ λαός, νιώθοντας μίσος γιὰ τὶς παρανομίες τους, ὀνόμαζε χριστιανούς. Ἐκεῖνος ἀπὸ τὸν ὁποῖο προῆλθε τὸ ὄνομα εἶναι ὁ Χριστός» (15.44). Οἱ Χριστιανοί, στὸ κείμενο αὐτὸ τοῦ Τακίτου[2] μνημονεύονται ὡς δράστες τοῦ ἐμπρησμοῦ τῆς Ρώμης, ἐνῶ στὴ συνέχεια τοῦ συγκεκριμένου χωρίου ὁ Χριστὸς προσδιορίζεται ὡς κάποιος ποὺ ἐκτελέσθηκε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Τιβερίου. Ὁ μεσσιανικὸς τίτλος Χριστὸς φαίνεται ὅτι κυριαρχοῦσε καὶ ξεχώριζε στὶς ἐκφράσεις τῶν πιστῶν, ἰδιαίτερα ὅσων εἶχαν σχέση μὲ τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα καὶ τὸν ἀντίστοιχο πολιτισμό.

Ὁ Κλαύδιος

Ὁ Κλαύδιος

Κατ᾿ ἀντίστοιχο τρόπο ὁ Φλάβιος Ἰώσηπος (Ἰουδ. Ἀρχ. 20.199.200, γύρω στὸ 93-94 μ.Χ.) ἀναφερόμενος στὸν λιθοβολισμὸ τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου τὸν προσδιορίζει ὡς ἀδελφὸ τοῦ Ἰησοῦ, τὸν ὁποῖο πάλι προσδιορίζει ὡς τὸν «καλούμενον Χριστόν» διότι προφανῶς, ὁ Χριστὸς ἦταν τόσο πολὺ γνωστὸς ποὺ ἀκόμη καὶ ἕνας μὴ χριστιανός, ὅπως ὁ Ἰώσηπος, μποροῦσε νὰ ἀντιληφθεῖ τὴ σημασία Του γιὰ τοὺς πιστούς.

Θὰ ἀκολουθήσει τὸ τέταρτο μέρος μὲ προσπάθεια χρονικοῦ προσδιορισμοῦ τῆς δημιουργίας τοῦ ὀνόματος «Χριστιανοί».

[1] Ἡ «πελατεία» ἀποτελοῦσε ἕναν ἰδιότυπο θεσμὸ τῆς ρωμαϊκῆς πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς. Μὲ πυραμιδωτὴ διάταξη ὅλοι οἱ Ρωμαῖοι ἦταν προσκολλημένοι σὲ κάποια ἄλλη ἰσχυρότερη οἰκογένεια, τὴν ὁποία ὑποστήριζαν στὶς πολιτικές της φιλοδοξίες καὶ ἡ ὁποία, μὲ τὴ σειρά της, τοὺς παρεῖχε ἀντίστοιχη στήριξη. Οἱ ἀσθενέστερες οἰκογένειες δέχονταν τοὺς πελάτες τους πολὺ νωρὶς τὸ πρωὶ καὶ στὴ συνέχεια πήγαιναν ὅλοι μαζὶ νὰ ἐπισκεφθοῦν τοὺς δικούς τους πάτρωνες. Ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ἡ καθημερινὴ αὐτὴ πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ ἐπαφὴ ἀποτελοῦσε τὴν ἀποτελεσματικότερη μέθοδο, ὄχι μόνο γιὰ ἐπίδειξη, ἀλλὰ καὶ γιὰ καταμέτρηση τῆς δύναμης κάποιου. Οἱ ἀσθενέστεροι πολίτες ἔβρισκαν σὲ αὐτὸ τὸ πλέγμα τῶν σχέσεων τὴ δυνατότητα νὰ λύσουν κάποια προσωπικὰ ἢ οἰκογενειακὰ προβλήματα, νὰ ἔχουν προστασία ἀπὸ τοὺς πολιτικούς τους ἀντιπάλους καὶ νὰ προωθήσουν τὶς φιλοδοξίες τους.

[2] Πολλοὶ θεωροῦν ὅτι εἶναι μεταγενέστερη χριστιανικὴ παρεμβολή, ἀλλὰ καὶ σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση διατηρεῖ ἕνα μέρος τῆς ἀξίας του, καθὼς σὲ μιὰ πρώιμη ἐποχὴ χρησιμοποιεῖ τὴν λέξη «Χριστιανοί».

Advertisements