Ετικέτες

, , ,

Τό κείμενό μου αὐτό δημοσιεύθηκε στίς σελίδες 102-103 τοῦ τεύχους 135 τοῦ περιοδικοῦ «Σύναξη» μέ γενικό τίτλο Μαρτυρίες καί διλήμματα.

Ἰωάννης Γρ. Πλεξίδας στὸ βιβλίο «Ἡ ἀνθρωπολογία τοῦ κακοῦ. Μία ἀνάγνωση τοῦ Γρηγορίου Νύσσης» (Τρίκαλα: Ἐκδόσεις Λογεῖον, 2013, σελ. 232, ἤδη κυκλοφορεῖ ἡ 3η ἀνατύπωση), τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ ἐπεξεργασμένη μορφὴ τῆς διδακτορικῆς διατριβῆς μὲ τὴν ὁποία ἔλαβε τὸ 2010 τὸν τίτλο τοῦ διδάκτορα τῆς Φιλοσοφίας, προσεγγίζει τὸ πρόβλημα τοῦ κακοῦ στὸ ἔργο τοῦ μεγάλου πατρός.ANTHRWPOLOGIA_COVER

Ὁ τόμος, στὸν ὁποῖο προτάσσεται Πρόλογος τοῦ Νευρολόγου-Ψυχιάτρου Δρα Δημητρίου Γερούκαλη καὶ Εἰσαγωγὴ τοῦ συγγραφέα, συγκροτούμενος ἀπὸ τέσσερα κεφάλαια διακρίνεται γιὰ τὴν ἁπλὴ δομή του. Στὸ πρῶτο κεφάλαιο παρουσιάζεται ἡ φιλοσοφικὴ σκέψη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας (διάκριση οὐσίας συμβεβηκότων καὶ ἀριστοτελικὲς κατηγορίες) μὲ ἔμφαση στὶς ἔννοιες ἀγαθό-κακό. Στὸ δεύτερο κεφάλαιο ἀναλύεται ἡ φύση τοῦ κακοῦ καὶ ὁ τρόπος ποὺ αὐτὸ εἰσχώρησε στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία, ἐνῶ στὸ τρίτο μελετᾶται ἡ καθ᾿ ἑαυτὸ ἀνθρωπολογία του καὶ στὸ τέταρτο, καὶ τελευταῖο, μᾶς προσφέρεται μία -ἂν ἐπιτρέπεται ὁ ὅρος- ἐσχατολογία του.

Ὁ ἰσχυρὸς φιλοσοφικὸς ὁπλισμὸς τοῦ συγγραφέα ἀξιοποιεῖται, καθὼς ἡ σκέψη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, παρὰ τὰ ἀδιαμφισβήτητα θεολογικά της στοιχεῖα, κινεῖται ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ. Τὸ ἐγχείρημα εἶναι ἀναμφίβολα δυσχερές. Παρὰ ταῦτα, σὲ ὅλο τὸ εὖρος τοῦ πονήματος ἀποφεύγεται κάθε σύγχυση ἀνάμεσα στοὺς δύο τρόπους σκέψης καὶ ἔκφρασης καὶ ὁ ἀναγνώστης, ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ μπορεῖ νὰ ἀνιχνεύσει μὲ σαφήνεια τὸ χῶρο στὸν ὁποῖο κινεῖται.

Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ ἱκανότητα τοῦ συντάκτη νὰ ἐντοπίζει στό, διόλου εὐκαταφρόνητο ἐξ ἐπόψεως ἐκτάσεως, πατερικὸ ἔργο τὶς ἐνυπάρχουσες φιλοσοφικὲς ἔννοιες ἀκόμη καὶ ὅταν αὐτὲς ἀποτελοῦν ἀναπόσπαστο μέρος τοῦ θεολογικοῦ λόγου κρυπτόμενες κάτω ἀπὸ ἀνάλογο μανδύα.

Ὁ συγγραφέας, ὅπως ἐξάλλου δηλώνει καὶ ὁ ἴδιος στὴν Εἰσαγωγή του, δὲν διστάζει νὰ θέτει ἐρωτήματα καὶ νὰ ἀναζητᾶ ἀπαντήσεις, ἐνῶ ὁ διεισδυτικὰ κριτικὸς λόγος του δὲν παραλείπει νὰ ἀναφερθεῖ σὲ ὅποια ἀσάφεια σὲ διατύπωση ἢ ἔννοια, ἀνολοκλήρωτο στοχασμὸ ἢ ὑπεκφυγὴ ἐντοπίζει στὰ κείμενα του Γρηγορίου.

Ἡ ἀνάδειξη τῆς φιλοσοφικῆς καὶ θεολογικῆς σκέψης του καὶ ἡ μὲ σαφήνεια ἐστίαση στὰ σημεῖα ποὺ ἐνδιαφέρουν τὸν Ἰωάννη Πλεξίδα ὑποβοηθοῦν τὸν ἀναγνώστη νὰ παρακολουθήσει τὴ σκέψη τοῦ ἁγίου.

Μὲ ἐπιστημονικὴ εὐσυνειδησία ὁ συγγραφέας προσδιορίζει τὴ φιλοσοφικὴ προέλευση σημείων τοῦ πατερικοῦ κειμένου προσφέροντας ἐναργέστερη καὶ πληρέστερη εἰκόνα τῆς γρηγοριανῆς σκέψης. Ἡ ἐπιλογὴ αὐτὴ δείχνει ὅτι διαθέτει ἀξιοπρόσεκτη ἐξοικείωση μὲ τὰ φιλοσοφικὰ ρεύματα ποὺ ἐπηρέασαν τὸν Νύσσης (κυρίως πλατωνισμός, στωικισμὸς καὶ νεοπλατωνισμός, ἀλλὰ καὶ ἀριστοτελισμός), ἡ ὁποία σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν εὑρύτατη καὶ πλουσιότατη χρήση τοῦ γρηγοριανοῦ corpus τὸν καθιστᾶ ἱκανὸ νὰ ἐντοπίζει ἐνδιαφέρουσες συγγένειες ἀνάμεσα στὸν πατέρα καὶ διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὶς πηγές του.

Ἡ πυκνότητα τῶν νοημάτων καὶ ἡ στιβαρὴ διατύπωση τῶν ἐννοιῶν ὑπογραμμίζουν τὸν προσανατολισμὸ τοῦ ἔργου πρὸς ἕνα πεπαιδευμένο κοινό, χωρὶς ὅμως νὰ ἀποκλείουν τὸν μέσο ἀναγνώστη, ὁ ὁποῖος μὲ προσεκτικὴ μελέτη θὰ γνωρίσει τὶς ἀπόψεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης γιὰ τὸ κακό.

Ὁ τονισμὸς τῆς σημασίας τοῦ σώματος στὴ συγκρότηση τοῦ ἀνθρωπίνου ὅλου εἶναι βασικότατος θεολογικὰ καὶ σημαντικότατος κατηχητικά, καθὼς ἡ ποιμαντικὴ ἀντιμετώπιση ποὺ κυριαρχεῖ -ἴσως λιγότερο στὶς μέρες μας- συχνὰ ὁδηγεῖ σὲ μία μανιχαϊστικὴ καὶ δυαρχικὴ ἀντιμετώπιση τοῦ ἀνθρώπου μὲ ὑποτίμηση τοῦ σώματος ἐξαντλούμενη ὄχι σὲ θεολογικὸ ἀλλὰ σὲ ἠθικιστικὸ λόγο.

Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι στόχος τοῦ ἔργου εἶναι νὰ μᾶς προσφέρει μία φιλοσοφικὴ ἀνάλυση τῆς σκέψης τοῦ Νύσσης σχετικὰ μὲ τὸ κακό –κάτι ποὺ ἀναμφίβολα τὸ ἐπιτυγχάνει- ἡ ροὴ τῆς παρουσίασης ὁδηγεῖ σὲ μία κορύφωση στά, κατὰ τὴν κρίση μας, «θεολογικὰ» κεφάλαια τρίτο καὶ τέταρτο, στὰ ὁποῖα παρουσιάζεται ἡ «ἐμφάνειά» του στὴ δημιουργία καὶ ἀναλύεται μὲ ἐμβρίθεια τὸ θέμα τοῦ ὁριστικοῦ ἀφανισμοῦ του. Ὁ λόγος τοῦ συγγραφέα κατὰ τὴν παρουσίαση τῆς σχέσης σώματος καὶ ψυχῆς καθὼς καὶ τῆς συζήτησης γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῶν πάντων εἶναι τόσο συναρπαστικὸς ὅσο καὶ ἀκριβής.

Τὸ πλῆθος τῶν χωρίων θὰ μποροῦσε, ἴσως, νὰ ὑποστηρίξει ἀμεσότερα τὸ κείμενο ἐὰν τὰ σημαντικότερα καὶ πλέον καίρια ἀπὸ αὐτὰ ἐντάσσονταν στὴ ροὴ τοῦ λόγου, δεδομένου ὅτι ὁ, δίχως ἄλλο ἐπιστημονικὰ θεμιτός, καταιγισμὸς ὑποσημειώσεων προκαλεῖ τὸν ἀναγνώστη εἴτε νὰ διακόψει τὴ ροὴ τοῦ κειμένου εἴτε νὰ παραβλέψει τὴν ὑποσημείωση.

Ἐνδεικτικὴ τοῦ σεβασμοῦ ποὺ ὁ Ἰωάννης Πλεξίδας τρέφει πρὸς τὸν ἀναγνώστη εἶναι ἡ ἐπιλογή του νὰ μεταφέρει στὴν νεοελληνικὴ τὰ ξενόγλωσσα παραθέματα καὶ νὰ υἱοθετήσει γλῶσσα ἁπλὴ πλούσια καὶ ὕφος ἐπιμελῶς ἐπεξεργασμένο, τὸ ὁποῖο ὑποστηρίζει ἐπιτυχῶς τὴν παρουσίαση τῆς ἔρευνάς του.

Ἐν κατακλείδι, τὸ βιβλίο «Ἡ ἀνθρωπολογία τοῦ κακοῦ. Μία ἀνάγνωση τοῦ Γρηγορίου Νύσσης» ποὺ ἔχει καὶ τὴν ἰδιαιτερότητα νὰ ὑποστηρίζεται ἐκδοτικὰ ἀπὸ τὸν συγγραφέα, ὁ ὁποῖος διατηρεῖ τὶς ἐκδόσεις «Λογεῖον» ὑπηρετώντας μὲ συνέπεια τὸ χῶρο τῆς ἐπιστήμης καὶ τοῦ βιβλίου, ἀποτελεῖ σημαντικὴ καὶ διεισδυτικὴ ἀνάγνωση τοῦ ἔργου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης προσφέροντας ὁλόγλυφη τὴν περὶ τῆς ἀνθρωπολογίας τοῦ κακοῦ διδασκαλία του.