Ετικέτες

, , ,

Χριστός ἀνέστη!

Τὰ ἀποστολικὰ ἀναγνώσματα ὅλης τῆς περιόδου τοῦ Πεντηκοσταρίου, ἀλλὰ καὶ τοῦ μηνὸς Μαΐου ἐν προκειμένῳ, μονοπωλοῦνται ἀπὸ τὸ βιβλίο Πράξεις Ἀποστόλων, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ μία διαρκὴ ὑπόμνηση τῆς σωτήριας παρέμβασης τοῦ Θεοῦ στὴν ἱστορία καὶ καλύπτει ὁλόκληρη την ἀναστάσιμη περίοδο. Παρά ταῦτα, κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καὶ Εὐαγγελιστοῦ ὡς ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα διαβάζεται ἡ περικοπὴ Α’ Ἰωάννου 1:1-7.
Ὅπως εἶναι γνωστὸ ὁ ἅγιος Ἰωάννης, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ τέταρτο εὐαγγέλιο, ἔχει γράψει τὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως καὶ τρεῖς ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς τῆς Καινῆς Διαθήκης. Τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς του προέρχεται ἀπὸ τὴν πρώτη ἀπὸ τὶς τρεῖς αὐτὲς ἐπιστολὲς ποὺ ἀποτελοῦν κόσμημα γιὰ τὴν Ἐκκλησία.

Picture 027

Στὴν περικοπὴ αὐτή, μὲ τὴν ὁποία ξεκινᾶ ἡ ἐπιστολή, ὁ ἅγιος Ἰωάννης κάνει μία ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρουσα ἀναφορὰ στὸ σκεπτικὸ τῶν ἀποστόλων ὅταν ἔγραφαν τὰ κείμενά τους, τὰ ὁποῖα συγκρότησαν τὸν κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Κατὰ καιροὺς τὰ βιβλικὰ κείμενα ἔχουν προσδιοριστεῖ μὲ πολλοὺς καὶ διαφορετικοὺς χαρακτηρισμούς, οἱ ὁποῖοι συνήθως δὲν ἐκφράζουν οὔτε τὸ σκοπὸ τῶν συγγραφέων τους οὔτε ἀποδίδουν μὲ ἀκρίβεια τὸ περιεχόμενό τους. Τὰ εὐαγγέλια, παραδείγματος χάριν, συνήθως χαρακτηρίζονται ὡς βιογραφίες τοῦ Χριστοῦ, χαρακτηρισμὸς ποὺ στὴν πραγματικότητα δὲν ἐξαντλεῖ τὸ σκοπό τους οὔτε περιγράφει τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία τὰ ἐνέταξε στὸν κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Οἱ ἐπιστολὲς ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, εἶναι κείμενα πνευματικὰ καὶ θεόπνευστα ἢ κείμενα ποιμαντικὰ μὲ παράλληλες ἀναφορὲς σὲ καθημερινὰ προβλήματα τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν; Γιατί ἐπιστολὲς ὅπως ἡ πρὸς Φιλήμονα, ἡ ὁποία ἀναφέρεται σὲ ἕνα ἰδιωτικὸ ζήτημα συμπεριελήφθηκαν στὸν κανόνα; Ποιός ὁ σκοπὸς τῶν συγγραφέων τους; Ποιό ἦταν τὸ κίνητρό τους;
Σύμφωνα μὲ τὸν ἀπόστολο καὶ εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη οἱ ἀπόστολοι κατέγραψαν «ὃ ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ Λόγου τῆς ζωῆς· καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη, καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν· ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καὶ ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ’ ἡμῶν· καὶ ἡ κοινωνία δὲ ἡ ἡμετέρα μετὰ τοῦ πατρὸς καὶ μετὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Α’ Ἰω. 1:1-3).
Διαβάζοντας αὐτὸ τὸ κείμενο ἀντιλαμβανόμαστε μὲ σαφήνεια ποιὸς ἦταν ὁ σκοπός τους. Πρῶτα ἀπὸ ὅλα ἡ σχέση τους μὲ αὐτὸ ποὺ περιγράφουν εἶναι ἄμεση: εἶναι αὐτήκοοι καὶ αὐτόπτες μάρτυρες. Γράφουν γιὰ αὐτὸ ποὺ εἶδαν καὶ ἄκουσαν. Μάλιστα ὁ ἅγιος Ἰωάννης δὲν παραλείπει νὰ σημειώσει καὶ «αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν» παραπέμποντας μας –μᾶλλον χωρὶς νὰ τὸ ἐπιδιώκει- στὸ περιστατικὸ τῆς ψηλαφήσεως τοῦ Θωμᾶ, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ μία σημαντικὴ βοήθεια ἐκ μέρους τοῦ ἀναστημένου Ἰησοῦ στὸν ἄνθρωπο ποὺ προσπαθεῖ νὰ στερεώσει τὴν πίστη του μὲ τὴ βοήθεια τῆς ἀντιληπτικῆς ἱκανότητας τῶν αἰσθήσεων.
Ὁ 1ος στίχος, καθὼς συνεχίζει μὲ τὴν φράση «περὶ τοῦ Λόγου τῆς ζωῆς», μᾶς προκαλεῖ ἔκπληξη, γιατὶ ὁ συγγραφέας μέχρι τώρα ἔχει ἀναφερθεῖ ἀποκλειστικὰ σὲ καρποὺς τῶν αἰσθήσεων χωρὶς νὰ μιλήσει γιὰ πίστη, γιὰ μετάνοια, ἢ κάτι συναφές. Δὲν κάνει ἀναφορὰ στὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου οὔτε σὲ ἰδιαίτερα περιστατικὰ τῆς ζωῆς του, π.χ. γέννηση, σταύρωση, ἀνάσταση κ.λ.π. Ἀντιθέτως, φαίνεται νὰ βαδίζει σὲ ἕναν πεζὸ δρόμο χωρὶς ἰδιαίτερες πνευματικὲς ἀναφορές, ὅπως ἴσως θὰ ἐπιθυμούσαμε.
Τὸ ὕφος του ἀλλάζει μὲ τὴν φράση «περὶ τοῦ Λόγου τῆς ζωῆς», μὲ τὴν ὁποία μᾶς ὁδηγεῖ ἐκεῖ ποὺ θέλει.
Ποιός εἶναι ὁ Λόγος τῆς ζωῆς;
Θεολογώντας μὲ μία ἀφοπλιστικὴ ἁπλότητα μᾶς κατευθύνει στὴν καρδιὰ τῆς σκέψης του: ὁ Λόγος τῆς ζωῆς δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν Χριστὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν Υἱὸ τῆς Παρθένου, τὸν Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὸν ὁποῖο οἱ ἀπόστολοι συναναστράφηκαν ἐπὶ μακρόν. Ἔζησαν μαζί του, ἔφαγαν μαζί του, περπάτησαν μαζί του, συζήτησαν μαζί του . . .
Γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὴ σκέψη τοῦ εὐαγγελιστοῦ πρέπει νὰ δοῦμε καὶ τοὺς δύο ἑπόμενους στίχους (2ο καὶ 3ο) στοὺς ὁποίους ὁ ἅγιος Ἰωάννης ξετυλίγει τὴ σκέψη του: μπροστὰ στὰ μάτια τῶν ἀποστόλων φανερώθηκε ἡ ἴδια ἡ Ζωή, ὁ Χριστὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Αὐτὴ τὴν Ζωή, ποὺ τὴν εἶδαν καὶ τὴν ἔζησαν ἀπὸ κοντὰ τὴν προσφέρουν πρὸς ἐμᾶς ὡς πολύτιμη μαρτυρία –«μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν»- γιὰ νὰ μπορέσουμε καὶ ἐμεῖς, οἱ ἀναγνῶστες τοῦ κειμένου, οἱ χριστιανοὶ κάθε ἐποχῆς, τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ἔχουμε «κοινωνία» μὲ τοὺς αὐτόπτες καὶ αὐτήκοους μάρτυρες, ὥστε «ἡ χαρὰ ἡμῶν [τῶν αὐτοπτῶν καὶ αὐτηκόων μαρτύρων] ᾖ πεπληρωμένη» (Α’ Ἰω. 1:4).
Ἔχοντας πλέον παρακολουθήσει τὴν ἰωάννεια σκέψη μποροῦμε νὰ προβοῦμε σὲ κάποιες παρατηρήσεις:
Σκοπὸς τοῦ συγγραφέα εἶναι νὰ μεταφέρει σὲ ἐμᾶς ὄχι κάποιες σκέψεις ἢ παρατηρήσεις, ἀλλὰ τὴν ἴδια του τὴν ἐμπειρία ἀπὸ τὴν ἐπαφή του μὲ τὸ Λόγο τῆς Ζωῆς, δηλαδὴ τὸ Χριστό. Ἡ ἐμπειρία του αὐτὴ προέρχεται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὴν προσωπικὴ ἐπαφὴ μαζί του χωρὶς τὴν παρεμβολὴ ἄλλων.
Ἡ ἐμπειρία αὐτὴ εἶναι ἀναγκαία γιὰ ἐμᾶς ὥστε νὰ ἀποκτήσουμε καὶ ἐμεῖς κοινωνία μαζί Του. Τὰ βιβλικὰ κείμενα δὲν λειτουργοῦν ὡς ἱστορικὲς καταγραφὲς ἢ βιβλιογραφικὰ ἐνδιαφέρουσες φιλολογικὲς μαρτυρίες, ἀλλὰ ὡς κατάθεση ἄμεσης –καὶ γι᾿ αὐτὸ πολύτιμης- ἐμπειρίας ζωῆς. Αὐτὴ ἡ ἐμπειρία εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε «κοινωνία», δηλαδή, νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸ Λόγο καὶ νὰ ζήσουμε μαζί Του. Καρπὸς αὐτῆς τῆς ἑνώσεως εἶναι ἡ σωτηρία μας, ἡ συμμετοχή μας στὴν αἰώνια ζωή.
Αὐτὸ ἦταν τὸ κριτήριο τῆς ἐπιλογῆς ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας τῶν κειμένων ποὺ συγκρότησαν τὸν βιβλικὸ κανόνα. Στὴν Ἁγία Γραφή, ἀπὸ τὰ πολλὰ καὶ διάφορα εὐσεβῆ κείμενα τῶν συγγραφέων τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, ἐνσωματώθηκαν μόνο ὅποια ὁδηγοῦσαν τοὺς ἀναγνῶστες στὴ σωτηρία. Καθὼς ἦταν θεόπνευστα ἐξέφραζαν τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸ Λόγο, τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, καὶ τὴν ἐμπειρία ποὺ εἶχαν οἱ ἀπόστολοι κατὰ τὴ ζωή τους μαζί Του. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, δὲν κατέγραψε τὴ διδασκαλία του σὲ κάποιο κείμενο. Δὲν ἦταν ἀπαραίτητο. Ἦταν ἀρκετὸ ποὺ τὴν μετέδωσε ὡς Ζωή, ὡς ἐμπειρία καθημερινότητας, στοὺς ἀποστόλους, τοὺς μαθητές του.
Γι᾿ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία διατήρησε τὴν ἐμπειρία πολλῶν διαφορετικῶν προσώπων. Στὰ εὐαγγέλια, παραδείγματος χάριν, ἔχουμε τὴ μαρτυρία τεσσάρων προσώπων. Πολὺ νωρίς, κατὰ τὸ δεύτερο μισὸ τοῦ 2ου μ. Χ. αἰῶνα, ὁ Τατιανός, ἕνας σύριος σοφὸς θέλησε νὰ ἐναρμονίσει τὴν μαρτυρία τῶν εὐαγγελιστῶν καὶ προχώρησε στὴ συγγραφὴ ἑνὸς νέου εὐαγγελίου, τὸ ὁποῖο ὀνόμασε «Διατεσσάρων» καὶ περιεῖχε τὸ κείμενο τῶν τεσσάρων εὐαγγελίων ἑνωμένο σὲ ἕνα κείμενο, τὸ ὁποῖο ἔφτιαξε ἐπιλέγοντας τὰ διαφορετικὰ στοιχεῖα κάθε εὐαγγελίου καὶ παίρνοντας μιὰ φράση ἀπὸ τὸ ἕνα, τὴν ἑπόμενη ἀπὸ τὸ ἄλλο κ.ο.κ. Δίχως δισταγμὸ ἡ Ἐκκλησία τὸ ἀπέρριψε γιατὶ ὁ Τατιανὸς δὲν ἔφτιαξε ἕνα νέο πληρέστερο εὐαγγέλιο, ἀλλὰ κατέστρεφε αὐτὴ τὴν ἐμπειρία γιὰ τὴν ὁποία κάνει λόγο ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης στὸν πρόλογο τῆς πρώτης ἐπιστολῆς του. Τὸ «Διατεσσάρων» μπορεῖ νὰ ἦταν ἐνδιαφέρον ἱστορικὰ ἢ φιλολογικά, ἀλλὰ δὲν ὁδηγοῦσε στὴ σωτηρία: ἦταν διανοητικὸ κατασκεύασμα καὶ ὄχι καρπὸς «κοινωνίας», ἐμπειρίας.agios ioannis o theologos
Γιὰ τοὺς λόγους ποὺ ἀναφέραμε παραπάνω ἡ Ἐκκλησία συνεχίζει μέχρι σήμερα -καὶ στὶς ἀκολουθίες- καὶ θὰ συνεχίσει εἰς τοὺς αἰῶνες νὰ δηλώνει τὸ συγγραφέα τῶν βιβλικῶν ἀναγνωσμάτων, ἐνῶ δὲν τὸ κάνει γιὰ ἄλλα κείμενα (π.χ. τῶν κανόνων, τῶν τροπαρίων) οἱ συγγραφεῖς τῶν ὁποίων εἶναι καὶ αὐτοὶ γνωστοί.
Τὸ «ἐκ τοῦ κατὰ . . . ἁγίου εὐαγγελίου τὸ ἀνάγνωσμα» ποὺ ἀκοῦμε πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τοῦ ἁγίου εὐαγγελίου μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι πρόκειται νὰ γίνουμε κοινωνοὶ τῆς ἐμπειρίας ποὺ εἶχε ὁ συγκεκριμένος εὐαγγελιστὴς γιὰ τὸ Σωτήρα καὶ αὐτὴ ἡ πείρα ποὺ ἀποκτοῦμε ἀκούγοντας τὸ κείμενό του εἶναι ἱκανή, ἐνταγμένη μέσα στὴ μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴ σωτηρία.
Τὸ κείμενο τῆς Α’ ἐπιστολῆς τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, στὸ ὁποῖο ἀναφερθήκαμε μᾶς ξεκαθαρίζει τὴ στάση ποὺ πρέπει νὰ τηροῦμε ἀπέναντι στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ καθιστᾶ ἀπολύτως σαφὴ τὸ ρόλο ποὺ αὐτὴ ἔχει στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴ ζωή μας προφυλάσοντάς μας ἀπὸ ἀστοχίες, παρανοήσεις, σφάλματα καὶ ἀνωφελὲς βάδισμα σὲ ἐπικίνδυνους δρόμους.