Ετικέτες

, ,


Ζώντας στη σύγχρονη ευρωπαϊκή πραγματικότητα αντιμετωπίζουμε συχνά, συχνότατα θα έλεγα, το πρόβλημα της συνοχής του ευρωπαϊκού κόσμου και των φυγόκεντρων τάσεων που αναπτύσσονται με όλο και μεγαλύτερη ένταση.

Οι αιτίες γι’ αυτές τις τάσεις, οι οποίες απειλούν με διάλυση το μεταπολεμικό ευρωπαϊκό κατασκεύασμα είναι πολλές και σημαντικές.

Με αυτό το σημείωμα θα θέλαμε να αναφερθούμε μόνο σε μία παράμετρο, στην παράμετρο της απουσίας ουσιαστικής ενότητας μεταξύ των λαών της Ένωσης, καθώς ξεκίνησαν από διαφορετικές προϋποθέσεις, διαφορετικά πολιτικά, κοινωνικά και πνευματικά δεδομένα με αποτέλεσμα δύσκολα να βρίσκεται κοινός τόπος επικοινωνίας και αμοιβαίας κατανόησης.

Μεταξύ λαών που όσο οι οικονομικοί δείκτες περιέγραφαν μία εικόνα ευμάρειας και ανάπτυξης φαίνονταν να πορεύονταν ομαδικά και με ενότητα, αλλά μόλις έκαναν την εμφάνισή τους τα έντονα οικονομικά προβλήματα και η, εν πολλοίς, επίπλαστη εικόνα κατέρρευσε, τότε ο νότος έγινε περιοχή δευτέρας κατηγορίας πολιτών (PIGS) και ο ανεπτυγμένος βορράς έσπευσε να κατοχυρώσει τα δικαιώματά του και να διασφαλίσει όχι μόνο τα χρήματά του, αλλά κυρίως, διότι περί αυτού πρόκειται, τις παραπάνω από ικανοποιητικές αποδόσεις τους.

Σε αντίθεση με αυτή την κατάσταση, τις συνέπειες της οποίας καθημερινά ζούμε, και μάλλον, μετά τις πρόσφατες εκλογές και την άνοδο των ακροδεξιών κομμάτων θα ζούμε όλο και πιο έντονα, στο παρελθόν, υπήρξαν περιπτώσεις που η ένωση των λαών της Ευρώπης είχε μια άλλη δυναμική εδραζόμενη σε μία κοινή βάση. Μία τέτοια ένωση πολιτική αλλά, σε μεγάλο βαθμό, και οικονομική, φρονούμε ότι υπήρχε επί των ημερών της λεγόμενης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Χωρίς να παραβλέπουμε τα προβλήματα που υπήρχαν θα θέλαμε να τονίσουμε τη συνείδηση της ενότητας που είχε κυριαρχήσει σε ένα υπερχιλιετές χρονικό φάσμα όπως αυτή η συνείδηση εκφράζεται στην απάντηση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου προς την πρεσβεία του Μωάμεθ: «κοινή γὰρ γνώμη πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν».

Θα μου πείτε, βέβαια, μα η φράση του αυτοκράτορα δεν αφορά όλους τους λαούς, όλους τους κατοίκους και όλες τις φυλές της αυτοκρατορίας . . .

Αναμφίβολα, ο Κωνσταντίνος μιλούσε εξ ονόματος του εαυτού του και των λίγων, πλέον, υπερασπιστών της Πόλεως.

Νιώθω όμως, ότι παρά τα προβλήματα που ταλάνιζαν, ιδιαίτερα κατά τους τελευταίους αιώνες, την αυτοκρατορία, αυτή η απάντηση δίνει το στίγμα, όχι μόνο των τελευταίων, αλλά όλων των υπερασπιστών της Πόλεως, των εδαφών της αυτοκρατορίας, των οσίων και ιερών του λαού της.

Τα λόγια αυτά συμπυκνώνουν τη συνείδηση όχι μόνο των ένδεκα αιώνων της «βυζαντινής» περιόδου, αλλά το «ἔδοξε τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ» της αρχαιότητας, καθώς και το «ἔδοξε τοῖς ἀποστόλοις καὶ τοῖς πρεσβυτέροις σὺν ὅλῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ» της αποστολικής και όχι μόνο εκκλησιαστικής αντίληψης.

Σήμερα τι ισχύει;

Διατηρούμε άραγε ως ενωμένη Ευρώπη αυτή την κοινή βάση επί της οποίας μπορούμε να στηρίξουμε την πορεία μας;

Διατηρούμε την ικανότητα να προσφέρουμε στον έτερο ή απαιτούμε μόνο να λάβουμε από αυτόν;

Μπορούμε να μιλήσουμε για «κοινή γνώμη» των λαών;

Μπορούμε να μιλήσουμε για κοινά πολιτιστικά στοιχεία που θα επιτρέψουν την πρόοδο της ηπείρου μας;

Μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι έχουμε υπερβεί και παραμερίσει τις φωνές που χωρίζουν τους πολίτες σε κατηγορίες;

Μπορούμε να πείσουμε τους εαυτούς μας πρώτα ότι αυτός που ζητά τη βοήθεια, τη συμπαράστασή και τη στήριξή μας θα την λάβει;

Κι όταν μιλώ για βοήθεια και συμπαράσταση δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στην παροχή υλικών αγαθών, τα οποία αναμφίβολα παραμένουν αναγκαία, αλλά κυρίως με προβληματίζει το αν μπορούμε να διευρύνουμε την αίσθηση της «κοινής ευρωπαϊκής γνώμης» σε όσους βλέπουν την ήπειρό μας ως γη της επαγγελίας και προσέρχονται σε αυτή. Το αν έχουμε αποκτήσει αυτή την πεποίθηση εμείς οι ίδιοι πρώτοι. Το αν νιώθουμε έτοιμοι να πάρουμε κάποιες, όλες θα ήταν αδύνατο, κοινές αποφάσεις για το μέλλον μας.

Η μελέτη της πρόσφατης πορείας μας δείχνει ότι μάλλον πολύ απέχουμε από αυτό το σημείο και πολλά πρέπει να γίνουν ακόμη προς αυτή την κατεύθυνση.

Πώς μπορείς να εμπιστευθείς κάποιον ο οποίος σε εξουθενώνει για να μη χάσει τις υψηλές αποδόσεις των επενδύσεών του;

Κάποιον ο οποίος καλλιεργεί για τον εαυτό του συμπλέγματα ανωτερότητας και διατηρεί ηγεμονικές τάσεις και βλέψεις;

Η συνείδηση ενότητας που από τα λόγια του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου φαίνεται ότι υπήρχε στους υπερασπιστές της Βασιλίδας των Πόλεων, παρά τις διάφορες ενστάσεις σχετικά με το βαθμό συστράτευσης των κατοίκων της στον κοινό αγώνα, παραμένει ζητούμενο για εμάς και για την κοινή ευρωπαϊκή μας πορεία.

Μία πορεία η οποία για να έχει νόημα και να αποδώσει καρπούς πρέπει να μάθει να σέβεται τον ένα, τον έσχατο, τον εμπερίστατο, τον αδύναμο και να μην οικοδομείται με βάση τις απαιτήσεις των λίγων, των ισχυρών, των εχόντων.

Ας είναι αυτή η παράδοση του «κοινὴ γὰρ γνώμη» ή του «ἔδοξε τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ» η συνεισφορά μας στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, το οποίο κλυδωνίζεται από διασπαστικές τάσεις και δυνάμεις.

Μα θα μου πείτε «τι μπορούμε να καταφέρουμε εμείς οι λίγοι και ταλαιπωρημένοι;»

Επιτρέψτε μου να διατηρώ την ελπίδα ότι η παράδοση του σεβασμού και της αγάπης στον πλησίον όπως εκφράστηκε στην παράδοσή μας και διδάσκεται από την Εκκλησία, μπορεί να αποτελέσει το θεμέλιο της ενότητας της ευρωπαϊκής ηπείρου, αρκεί να το συνειδητοποιήσουμε!

Το κείμενο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στις 29 Μαΐου 2014 στο ιστολόγιο της Πρωτοβουλίας Χριστιανών κατά του Εθνοφυλετισμού, Νεοφασισμού, Νεοναζισμού (http://antirafana.blogspot.gr/2014/05/blog-post_9896.html).